Ανθρωποκτονίες με θύματα γυναίκες και ο όρος «γυναικοκτονία»: Μία συζήτηση με κοινωνικό, εγκληματολογικό και γλωσσικό ενδιαφέρον


Στις 22 Φεβρουαρίου του 2020 ξεκινάμε την πρώτη μας εκπαιδευτική δράση για το 2020 στο Κέντρο Μελέτης του Εγκλήματος στη θεματική «Media και Έγκλημα», με κεντρικό μας θέμα “Women, Crime and the Media-Η γυναίκα ως δράστιδα και ως θύμα σε πολύκροτες υποθέσεις και ο στιγματιστικός λόγος των media”.
Οι κύριες θεματικές που θα διερευνήσουμε είναι οι εξής: Διεπιστημονική προσέγγιση και ανάλυση του φαινομένου, Πορίσματα ερευνών για τη γυναικεία εγκληματικότητα, Εγκληματολογικές τυπολογίες & γυναικεία εγκληματικότητα
Αναπαραστάσεις της γυναικείας εγκληματικότητας – Η γυναίκα εγκληματίας στα μίντια, Γυναίκα & φυλακή, Βία κατά των γυναικών (γυναικοκτονίες και κακοποίηση γυναικών), Ανάλυση εγκλημάτων κατά των γυναικών και σκιαγράφηση του προφίλ των θυμάτων, Έμφυλη βία και μιντιακός λόγος, Case studies. Το σεμινάριο χωρίζεται σε δύο μεγάλα μέρη.
Στο Πρώτο Μέρος θα παρουσιαστεί το θεωρητικό πλαίσιο και θα προσεγγιστεί διεπιστημονικώς το φαινόμενο της γυναικείας εγκληματικότητας. Παράλληλα θα αναλυθούν πολύκροτες υποθέσεις γυναικείας εγκληματικότητας που απασχόλησαν τα ΜΜΕ και θα σκιαγραφηθεί το μιντιακό ψυχο-εγκληματικό προφίλ της γυναίκας δράστιδος. Επίσης, θα εξεταστεί η εικόνα της γυναίκας θύματος και θα αναλυθούν πολύ σοβαρές υποθέσεις με θύματα γυναίκες που είδαν το φως της δημοσιότητας. Στο Δεύτερο Μέρος οι εκπαιδευόμενοι θα συμμετέχουν ενεργά στην ανάλυση υποθέσεων, όπως αυτές παρουσιάστηκαν από τα μίντια, και σε παιχνίδι ρόλων, ώστε μέσω της πράξης να κατανοηθούν οι έννοιες που θα συζητηθούν και αναλυθούν στο Πρώτο Μέρος.
Στόχος του σεμιναρίου είναι να αποκτήσουν οι εκπαιδευόμενοι ολοκληρωμένη εικόνα του φαινομένου της γυναικείας εγκληματικότητας και να κατανοήσουν τις διαστάσεις που λαμβάνουν στη σύγχρονη εποχή τα εγκλήματα κατά των γυναικών, ώστε να μπορέσουν να προσεγγίσουν κριτικά τις σχετικές δημοσιογραφικές αφηγήσεις και να εμβαθύνουν σε ζητήματα σκιαγράφησης της γυναίκας ως θύματος και ως δράστιδος εγκλημάτων (αναλυτικές πληροφορίες και κράτηση θέσεων: https://www.facebook.com/events/2783295411733556/?notif_t=plan_admin_added&notif_id=1579156563722174).
Είναι σαφές ότι φλέγοντα ζητήματα της επικαιρότητας θα αναλυθούν και θα συζητηθούν στο πλαίσιο του σεμιναρίου μας. Με το παρόν άρθρο θα ήθελα να αναφερθώ σε ένα θέμα που τον τελευταίο καιρό απασχολεί εντόνως την ελληνική κοινωνία και αφορά έναν όρο, ο οποίος χρησιμοποιείται και στις υπό διερεύνηση θεματικές του σεμιναρίου μας. Αναφέρομαι στον όρο «γυναικοκτονία».
Για τη συγκεκριμένη έννοια, υπήρξε μάλιστα αντιπαράθεση μεταξύ επιστημόνων σχετικά με το εάν η χρήση του όρου είναι ορθή ή όχι ή ακόμα εάν είναι αναγκαία ή όχι, δεδομένου ότι με τον όρο «ανθρωποκτονία» όπως ορίζεται στον Π.Κ. μπορούμε να αναφερθούμε στις ανθρωποκτονίες, ανεξαρτήτως φύλου ή ηλικίας, καθώς θύματα ανθρωποκτονιών μπορεί να είναι γυναίκες, άντρες, παιδιά. Επομένως, σύμφωνα με μία επιστημονική άποψη και θέση, στην οποία επίσης πρέπει να δώσουμε προσοχή, δεν χρειάζεται μία περαιτέρω διάκριση, η οποία μάλιστα δεν ορίζεται νομικά. Να σημειωθεί εδώ ότι η μόνη διάκριση που γίνεται στον Π.Κ. αφορά το έγκλημα της «παιδοκτονίας», όπου η δράστιδα μητέρα έχει ευνοϊκότερη ποινική μεταχείριση.
Βλ. σχετικά άρθρο 303- Ποινικός Κώδικας – Παιδοκτονία: «Μητέρα που με πρόθεση σκότωσε το παιδί της κατά τον τοκετό ή μετά τον τοκετό, αλλά ενώ εξακολουθούσε ακόμη διατάραξη του οργανισμού της από τον τοκετό, τιμωρείται με κάθειρξη μέχρι δέκα ετών».
Σημειώσεις επί του νόμου
Προσοχή: Από 1η Ιουλίου 2019 έχει τεθεί σε ισχύ ο νέος Ποινικός Κώδικας (Νόμος 4619/2019)
Σύμφωνα με την παρ. 1 του άρθρου 33 του Ν. 2172/1993, «η ποινή του θανάτου καταργείται. Όπου στις κείμενες διατάξεις προβλέπεται για ορισμένη αξιόποινη πράξη αποκλειστικών η ποινή του θανάτου, νοείται ότι απειλείται η ποινής της ισόβιας κάθειρξης. Αν η ποινή του θανάτου προβλέπεται διαζευκτικώς με άλλη ποινή, νοείται ότι απειλείται μόνο η τελευταία» (1).
Επίσης, η ένσταση σχετικά με τη χρήση του όρου «γυναικοκτονία» αφορά έναν προβληματισμό για το εάν θα οδηγηθούμε σε μία αλόγιστη χρήση του όρου που θα έχει ως συνέπεια μία επιφανειακή προσέγγιση των υποθέσεων με θύματα γυναίκες, χωρίς να δίνεται ο κατάλληλος χώρος και χρόνος για την αντίστοιχη επιστημονική τεκμηρίωση και έρευνα που απαιτείται για τη διερεύνηση της επιστημονικής ορθότητας του όρου. Ας δούμε όμως στο σημείο αυτό τον ορισμό της γυναικοκτονίας από το Ευρωπαϊκό Ινστιτούτο για την Ισότητα των φύλων/ European Institute for Gender Equality (2) και στη συνέχεια ας εξετάσουμε τη βαθύτερη ουσία και το περιεχόμενό του, σε συσχετισμό με τη σύγχρονη εποχή.
ΓΥΝΑΙΚΟΚΤΟΝΙΑ
Γενικός ορισμός: δολοφονίες γυναικών και κοριτσιών εξαιτίας του φύλου τους, οι οποίες διαπράττονται ή γίνονται ανεκτές τόσο από ιδιώτες όσο και από δημόσιους φορείς. Ο όρος περιλαμβάνει μεταξύ άλλων τη δολοφονία γυναίκας ως αποτέλεσμα άσκησης βίας από ερωτικό σύντροφο, τον βασανισμό και τη δολοφονία γυναίκας ως αποτέλεσμα μισογυνισμού, τη δολοφονία γυναικών και κοριτσιών ως «εγκλήματα για λόγους τιμής» και λοιπές μορφές δολοφονίας, τη στοχευμένη δολοφονία γυναικών και κοριτσιών στο πλαίσιο ένοπλων συγκρούσεων και περιπτώσεις γυναικοκτονίας οι οποίες συνδέονται με συμμορίες, το οργανωμένο έγκλημα, εμπόρους ναρκωτικών και την εμπορία γυναικών και κοριτσιών. Ο όρος «femicidio» (από το αγγλικό «femicide», ήτοι γυναικοκτονία) χρησιμοποιείται εκτενώς στη Λατινική Αμερική ως χρήσιμο εργαλείο για την αντιμετώπιση της ανησυχητικής κλιμάκωσης των πολύ βίαιων δολοφονιών γυναικών και κοριτσιών. Εισήχθη παράλληλα η λέξη «feminicidio» προκειμένου να αποτυπωθεί το στοιχείο της ατιμωρησίας και της θεσμικής βίας λόγω έλλειψης λογοδοσίας και επαρκούς ανταπόκρισης από την πλευρά του κράτους, όταν διαπράττονται τέτοιες δολοφονίες. Ο δεύτερος όρος χρησιμοποιείται όταν διακυβεύεται η ευθύνη του κράτους.
Στατιστικός ορισμός: Η δολοφονία μίας γυναίκας από ερωτικό σύντροφο και ο θάνατος μίας γυναίκας ως αποτέλεσμα πρακτικής που είναι επιβλαβής στις γυναίκες. Ως ερωτικός σύντροφος νοείται πρώην ή νυν σύζυγος ή σύντροφος, ανεξάρτητα από το αν ο/η δράστης/στρια έχει μοιραστεί ή μοιράζεται την ίδια κατοικία με το θύμα.
Καταλήγω στη διαπίστωση, βάσει του παραπάνω ορισμού, ότι η χρήση του όρου είναι ορθή και επιβεβλημένη γλωσσικά σε συγκεκριμένες υποθέσεις που βλέπουν τα τελευταία έτη το φως της δημοσιότητας και καθιστούν εμφανές ότι η «επιλογή» του θύματος σχετίζεται άμεσα με το φύλο του και ταυτόχρονα με την έλλειψη σεβασμού προς αυτό. Για να γίνω ακόμη πιο συγκεκριμένη, σε αυτές τις υποθέσεις διαπιστώνεται ότι η «επιλογή» του θύματος σχετίζεται άμεσα με την αδυναμία αντίδρασης της γυναίκας-θύματος λόγω σωματικής υπεροχής των δραστών αλλά και (εξίσου σημαντική παράμετρος) λόγω συναισθηματικής, ακόμα και οικονομικής, κοινωνικής κ.λπ. εξάρτησης, που έχουν δυστυχώς καταφέρει να δημιουργήσουν οι δράστες στα θύματά τους με αποτέλεσμα να μην μπορεί να αποκοπεί ο μεταξύ τους «δεσμός», παρά το στοιχείο της βίας που κυριαρχεί σε αυτές τις σχέσεις. Σύντροφοι, σύζυγοι αλλά και πατέρες που δολοφονούν με απίστευτη βαναυσότητα τις γυναίκες συντρόφους/ συζύγους/κόρες, οι οποίες σε πολλές περιπτώσεις έχουν υπάρξει για πολλά χρόνια προτού διαπραχθεί το έγκλημα θύματα κακοποίησης, επιδεικνύουν μία πλήρη απαξίωση στη γυναίκα, την οποία αντιμετωπίζουν σαν αντικείμενο και την οδηγούν σε «θανάτωση» εξευτελιστική για την γυναικεία υπόσταση και για την ανθρώπινη αξιοπρέπεια. Δηλαδή, σε αυτές τις υποθέσεις ακόμα και το modus operandi των δραστών, ο τρόπος δηλαδή εγκληματικής τους δράσης αποκαλύπτει μία αξιοσημείωτη (που δεν μπορεί να μας αφήσει ερευνητικά αδιάφορους) απαξίωση του γυναικείου φύλου, ενώ η υπέρμετρη βία που ασκούν και αποτελεί μέρος της εγκληματικής “υπογραφής” τους αποδεικνύει την απάθεια στον πόνο του θύματος, το οποίο εξευτελίζουν και “κουρελιάζουν”, επιβάλλοντας με αυτό τον τρόπο σε αυτό την απόλυτη εξουσία τους.
Με τη χρήση του όρου «γυναικοκτονία», που γλωσσικά δίνει έμφαση στην έμφυλη διάσταση της εγκληματικότητας, ο κοινωνικός ερευνητής ουσιαστικά κρούει τον κώδωνα του κινδύνου στην ευρύτερη κοινωνία, γιατί -όπως είναι γνωστό- οι λέξεις μετράνε/words matter και πολλές φορές η δύναμη των λέξεων είναι τόσο μεγάλη ώστε μπορεί να ανοίξει νέους δρόμους στη σκέψη, στην έρευνα ακόμα και να ενισχύσει την πρόληψη στο πλαίσιο της αντεγκληματικής μας πολιτικής, δεδομένου ότι η βία σε βάρος των γυναικών στους κόλπους της οικογένειας/σχέσης παραμένει ένα «σκοτεινό» έγκλημα που συνήθως αποκαλύπτεται όταν πια έχει αφαιρεθεί η ζωή του θύματος. Σαφώς, οι ατεκμηρίωτες υπερ-γενικεύσεις είναι λανθασμένες και μπορούν να καταλήξουν σε επικίνδυνους αφορισμούς. Απαιτείται πάντοτε νηφαλιότητα και μία περαιτέρω διερεύνηση κάθε υπόθεσης, ώστε να καταλήξουμε σε ορισμένα ασφαλή συμπεράσματα. Αναγκαίο επίσης να συζητήσουμε πιο συστηματικά τη σπουδαιότητα “προγραμμάτων διαχείρισης θυμού” που θα μπορούσαν να είναι πραγματικά ωφέλιμα και να προλάβουν ακόμα και το έγκλημα.
Είναι σημαντικό να τονίσω στο σημείο αυτό ότι το διπλό έγκλημα -του βιασμού και της ανθρωποκτονίας νεαρής φοιτήτριας σε ελληνικό νησί- που απασχολεί την ελληνική κοινωνία από τα τέλη Νοεμβρίου του 2018 και στις 13-1-2020 ξεκίνησε η δίκη σε πρώτο βαθμό, αποτέλεσε μία υπόθεση που λόγω των ειδικών χαρακτηριστικών της και πρωτίστως λόγω της ηλικίας κατηγορουμένων και θύματος αλλά και της πρωτοφανούς βαναυσότητας με την οποία φέρεται να διέπραξαν τις εγκληματικές τους ενέργειες σε βάρος της νεαρής γυναίκας, έδωσε το έναυσμα για να ξεκινήσει στο πλαίσιο της σύγχρονης ελληνικής κοινωνίας μία εκτενής συζήτηση για τις «γυναικοκτονίες» στη χώρα μας. Η Ελένη αποτέλεσε ένα «σύμβολο» για την ελληνική κοινωνία ως μία γυναίκα που «θυσιάστηκε» στον βωμό της σκληρής, ωμής και ακραίας βίας. Η υπόθεσή της ασφαλώς εκδικάζεται τώρα σε πρώτο βαθμό, επομένως οφείλουμε να αναμένουμε τις δικαστικές εξελίξεις, αλλά είναι σαφές ότι πρόκειται για μία υπόθεση-σταθμό για τα ελληνικά εγκληματολογικά χρονικά που γεννά, κατά την άποψή μου, νέα ερωτήματα τα οποία πρέπει να διερευνηθούν επιστημονικά.
Το καίριο ερώτημα είναι «γιατί στη σύγχρονη εποχή, σε προοδευτικές και ανοιχτές στη γνώση κοινωνίες, εξακολουθούν να επιβιώνουν οι στερεοτυπικές αντιλήψεις για τη γυναίκα και διαπράττονται ακόμα και από πολύ νέους σε ηλικία άντρες βίαια και σκληρά εγκλήματα σε βάρος των συντρόφων τους, με απάθεια για την ανθρώπινη ζωή και με αναλγησία για τον ανθρώπινο πόνο;». Επομένως, εδώ καταλήγουμε σε μία εξίσου σημαντική διαπίστωση που αφορά την έλλειψη παιδείας, αξιών και ιδανικών που πρέπει κάποτε να μας προβληματίσει ως γονείς, ως εκπαιδευτικούς, ως ενεργούς πολίτες, ώστε να δούμε πού βρισκόμαστε και πώς μπορούμε να «θωρακίσουμε» τη νέα γενιά με υψηλότερες αξίες και ιδανικά, που θα λειτουργήσουν αποτρεπτικά στην εκτεταμένη χρήση βίας.
Συνοψίζοντας, η υπέρμετρη προβολή της βίας, σε συνδυασμό με την έλλειψη ορίων από την οικογένεια, δύναται να οξύνουν τη βίαια συμπεριφορά που υιοθετεί ένας νέος άνθρωπος και γι’ αυτό κρίνω απαραίτητο το σύγχρονο ελληνικό σχολείο να δώσει μεγαλύτερη έμφαση στην έννοια του «σεβασμού» των φύλων και να εξηγήσει τις τρομακτικές διαστάσεις και συνέπειες της βίας, σε κάθε έκφανση και μορφή που αυτή λαμβάνει. Γιατί πέρα από την εκπαίδευση, η παιδεία οφείλει να είναι ζητούμενο των σύγχρονων κοινωνιών.


πηγή: aggelikikardara.wordpress.com