2000: Αυτόχειρας από ευθιξία

Ήταν μια υπόθεση αυτοκτονίας που «πάγωσε» όλη την Ελλάδα. Στα 21 του χρόνια ο Γιώργος Κόλλιας, φοιτητής του Παντείου Πανεπιστημίου από την Αγία Παρασκευή, είχε όλη τη ζωή μπροστά
του. Όμως, εκείνο το μοιραίο ξημέρωμα, οι δύο «κολλητοί» του, με τους οποίους διασκέδαζε λίγη ώρα πριν, έχασαν τη ζωή τους από μια δική του στραβοτιμονιά. Και δεν το άντεξε. Περιπλανήθηκε έξι μερόνυχτα σαν χαμένος, μέσα στο κρύο, μέχρι που πήγε να τους «συναντήσει»…
Όλα άρχισαν δύο ημέρες πριν από την Πρωτοχρονιά του 2000. Oι τρεις φίλοι επέστρεφαν από νυχτερινή διασκέδαση στα σπίτια τους. Όμως στο 7ο χιλιόμετρο του δρόμου Παιανίας – Μαρκοπούλου το 16βάλβιδο “Volkswagen Polo”, που οδηγούσε ο 21χρονος φοιτητής του Παντείου ξέφυγε από την πορεία του, χτύπησε σε μια κολόνα και ανατράπηκε.
Κανείς δεν είδε το νεαρό οδηγό να βγαίνει μόνο με λίγες γρατσουνιές, να αντικρίζει τους φίλους του ασάλευτους μέσα στο αυτοκίνητό του και να απομακρύνεται με γρήγορα βήματα, προσπαθώντας να ισορροπήσει ανάμεσα στη λογική και την απελπισία…

Οι πυροσβέστες που έφτασαν λίγο αργότερα στον τόπο του δυστυχήματος, απεγκλώβισαν από τις τσακισμένες λαμαρίνες τους δύο επιβάτες, οι οποίοι μεταφέρθηκαν στο νοσοκομείο. Όμως και οι δύο, ο Λυκούργος Κοντάκος 21 χρόνων και ο Δημήτρης Αναπλιώτης 22 χρόνων, ήταν νεκροί. Αστυνομικοί και πυροσβέστες έψαξαν γύρω, σε ακτίνα τουλάχιστον 100 μέτρων, μήπως ο οδηγός, στην προσπάθειά του να αναζητήσει βοήθεια, έχασε τις αισθήσεις του κάπου εκεί κοντά. Μάταια.
Οι γονείς του Γιώργου Κόλλια ενημερώθηκαν από την Τροχαία για το δυστύχημα και κλήθηκαν για αναγνώριση στο νεκροτομείο. Όμως κανένα από τα δύο παιδιά δεν ήταν το δικό τους. Επέστρεψαν στο σπίτι τους στην Αγία Παρασκευή απελπισμένοι. Επί μια εβδομάδα, περίμεναν νέα πάνω από το τηλέφωνο και έδιναν φωτογραφίες του γιου τους στα κανάλια, μήπως κάποιος τον είχε δει στο δρόμο και τον αναγνωρίσει. Κανένα αποτέλεσμα.
Οι μέρες περνούσαν και ο Γιώργος δεν έδινε σημεία ζωής. Κυνηγημένος από τις τύψεις του, αυτοεξόριστος στο πουθενά, περιφερόταν νηστικός και χωρίς μπουφάν στα Μεσόγεια. Όταν άλλαζε ο χρόνος, με φιέστες και πυροτεχνήματα για τη νέα χιλιετία, εκείνος τιμωρούσε τον εαυτό του. Και έμελλε να τον τιμωρήσει ακόμη πιο σκληρά…
Κάπου 155 ώρες άντεξε να ζήσει από το μοιραίο χάραμα για τους δύο φίλους του. Ήταν πλέον 4 Ιανουαρίου 2000, όταν τράβηξε την αυλαία πίσω του. Και την τράβηξε με τόσο τραγικό τρόπο, που ούτε η μοίρα θέλησε να αλλάξει το τέλος που είχε αποφασίσει να δώσει. Τον είδαν να περιφέρεται με το βλέμμα στο πουθενά, αλλά δεν σταμάτησαν να τον βοηθήσουν. Προσπάθησε να αυτοκτονήσει πέφτοντας στην παγωμένη θάλασσα στο Πόρτο Ράφτη, αλλά δεν τα κατάφερε.

Ζήτησε βοήθεια στο κοντινό συγκρότημα πολυκατοικιών, αλλά δεν του άνοιξαν την πόρτα επειδή φοβήθηκαν όταν τον είδαν από το «ματάκι» της πόρτας σαν μουσκεμένο αγρίμι. Στις 6 το απόγευμα ήταν ήδη σκοτάδι, οι γείτονες είχαν κλειστεί στα σπίτια τους και στην κεντρική λεωφόρο, μόλις 30-40 μέτρα μακριά, η κίνηση ήταν λιγοστή. Ο από μηχανής Θεός του δεν ήρθε ποτέ. Ύψωσε τα μαραζωμένα του νιάτα έξι ορόφους και έγραψε τον επίλογο βουτώντας από την ταράτσα. Λίγο αργότερα οι αστυνομικοί από το τοπικό τμήμα έβρισκαν στην τσέπη του παντελονιού του την πιστωτική του κάρτα και επιβεβαίωναν την τραγωδία…
Ήταν μια αυτοκτονία που συγκλόνισε όλη τη χώρα και έβαλε τους δημοσιογράφους να ψάχνουν στα αρχεία τους για περιπτώσεις ανθρώπων που έβαλαν τέλος στη ζωή τους από ευθιξία. Στη σύγχρονη Ελλάδα δεν ήταν πολλοί έως τότε. Για την ακρίβεια μόλις έξι…

Το Μάρτιο του 1976, λίγες ημέρες από το θάνατο επτά ασθενών με μεσογειακή αναιμία, ύστερα από μετάγγιση αίματος που είχε φύγει από το Γενικό Κρατικό Νοσοκομείο Πειραιά χωρίς να κλιβανιστεί, ο διευθυντής του αιματολογικού τμήματος του νοσοκομείου, ο άνθρωπος που παρασκεύασε πρώτος τα παράγωγα του πλάσματος, Ηλίας Πολίτης, αυτοκτόνησε καταπίνοντας ένα κουτί με ηρεμιστικά χάπια.
Τον Σεπτέμβριο του 1986 ο 27χρονος αστυφύλακας Περικλής Κούκος από την Παλαιοκώμη Σερρών εμπιστεύτηκε το τιμόνι του αυτοκινήτου του πατέρα του στην 17χρονη φίλη του Σιμέλα Παπαδοπούλου. Όμως η μικρή έχασε τον έλεγχο και το αυτοκίνητο ξέφυγε από την πορεία του και έπεσε σε μια χαράδρα. Μόλις ο νεαρός αστυνομικός διαπίστωσε ότι η άτυχη κοπέλα ήταν νεκρή, τράβηξε το υπηρεσιακό του περίστροφο και αυτοπυροβολήθηκε στο κεφάλι.
Τον Φεβρουάριο του 1997 στην Πάτρα ο 50χρονος δημόσιος υπάλληλος Νίκος Δημόπουλος, χτύπησε με το αυτοκίνητό του έναν 17χρονο μοτοσικλετιστή ο οποίος έπεσε σε κώμα. Τον επισκεπτόταν καθημερινά στην εντατική για περίπου δέκα ημέρες. Έδωσε τέλος στη ζωή του με ένα μαχαίρι, πάνω που ο νεαρός άρχισε να συνέρχεται…
Το Μάιο της ίδιας χρονιάς η 34χρονη Ζωή από τη Λάρισα δεν άντεξε τη ντροπή και αυτοκτόνησε πηδώντας από τον τέταρτο όροφο του κτιρίου της Αστυνομικής Διεύθυνσης Λάρισας, όπου είχε οδηγηθεί για μια μικροκλοπή από το πολυκατάστημα στο οποίο εργαζόταν ως καθαρίστρια. «Ανοίξτε το παράθυρο, αισθάνομαι δυσφορία», είπε και το κενό που απλώθηκε στα μάτια της έγινε το «καθαρτήριο» και η «λύτρωση» στο μαρτύριο των ενοχών της.
Τον Σεπτέμβριο του 1998 ένας 30χρονος υπάλληλος της επιχείρησης «Μύλοι Θράκης» από τη Θεσσαλονίκη κατηγορήθηκε για οικονομικές ατασθαλίες. Eίχε υπεξαιρέσει περίπου τρία εκατομμύρια δραχμές. Tο παραδέχθηκε. Kαι από ευθιξία δεν περίμενε να τον απολύσουν. Eπέστρεψε τα χρήματα και παραιτήθηκε. Με τη φράση «Όχι άλλο ψέμα, όχι άλλη ντροπή. Συγγνώμη», που έγραψε σε ένα βιβλιάριο τραπέζης, αποχαιρέτησε την οικογένειά του και αυτοπυρπολήθηκε.

Νίκος Τσέφλιος