1992: Τα τηγανόψωμα της εκδίκησης

Το όνομα της Μαρίας Σαμπανιώτη, μιας 56χρονης νοικοκυράς από το Περιστέρι, έγινε συνώνυμο του δηλητηρίου, με το οποίο «πότισε» τα τηγανόψωμα που «κέρασε» δύο οικογένειες στις αρχές του
1992. Παρά το γεγονός ότι δεν παραδέχθηκε ποτέ ότι ήταν υπαίτια για τον θάνατο τριών ανθρώπων, πέρασε 19 χρόνια από τη ζωή της στη φυλακή, καταδικασμένη σε τρις ισόβια και επιπλέον κάθειρξη 25 ετών.
Ήταν απόγευμα Σαββάτου, 18 Ιανουαρίου, όταν ο ένας μετά τον άλλο επτά άτομα μεταφέρονταν στο Γενικό Κρατικό Νοσοκομείο Πειραιά και στο Νοσοκομείο «Μεταξά». Ο 60χρονος Θεόδωρος Μουστόπουλος, η 56χρονη σύζυγός του Ελένη, ο 33χρονος γιος τους Κώστας, καθώς επίσης η 46χρονη Ειρήνη Κληματσά, ο 24χρονος γιος της Αντώνης και οι οικογενειακοί φίλοι τους Ραχμάν 30 και Σουλτάν Μαρουτπάγεφ 25 χρόνων, ομογενείς από το Καζακστάν, παρουσίαζαν συμπτώματα τροφικής δηλητηρίασης.
Οι γιατροί έδωσαν «μάχη» για να τους κρατήσουν στη ζωή και ταυτόχρονα ειδοποίησαν την Αστυνομία, καθώς θεώρησαν ότι η ταυτόχρονη δηλητηρίαση δύο οικογενειών δεν μπορούσε να είναι τυχαία. Και τα επτά θύματα είχαν φάει τηγανόψωμα που είχαν παρασκευάσει με τη ζύμη που τους είχε προσφέρει η γειτόνισσά τους Μαρία Σαμπανιώτη, η οποία έμενε με το σύζυγο και τις δύο κόρες της λίγα τετράγωνα μακριά, στην οδό Κλεάνθους 20.
Στο τοξικολογικό εργαστήριο του Πανεπιστημίου Αθηνών εστάλησαν δείγματα από τη ζύμη και τα τηγανόψωμα που είχαν καταναλώσει οι δύο οικογένειες. Όπως διαπιστώθηκε, περιείχαν παραθείο που χρησιμοποιείται σε γεωργικά φάρμακα και εντομοκτόνα. Αντίθετα, το αλεύρι που είχε στείλει από το χωριό ο πατέρας της Σαμπανιώτου, όπως και η ζύμη με την οποία είχε φτιάξει τηγανόψωμα για τη δική της οικογένεια, ήταν «καθαρά».

Τρεις ημέρες αργότερα και μετά την γνωστοποίηση των εργαστηριακών αποτελεσμάτων, η 56χρονη νοικοκυρά προσήχθη στο Αστυνομικό Τμήμα της περιοχής. «Δεν έχω ιδέα πώς βρέθηκε το δηλητήριο στη ζύμη», είπε. «Νέα νοικοκυρά είμαι; Δεν γίνεται να μπέρδεψα το αλάτι με το δηλητήριο! Πήγα να κάνω ένα καλό και έμπλεξα…». Οι αστυνομικοί έψαξαν το κίνητρό της μέσα από τις καταθέσεις.
Η Ελένη Μουστοπούλου, μόλις συνήλθε, περιέγραψε τη ζωή της οικογένειάς της και τις σχέσεις της με την Σαμπανιώτου: «Είναι δέκα μήνες που ήρθαμε από τη Ρωσία και εγκατασταθήκαμε στο Περιστέρι. Η Μαρία ερχόταν συχνά στο σπίτι μας και μου έλεγε ότι ήθελε τον Κώστα μου για γαμπρό της, όμως εγώ της είχα πει ότι ήταν νωρίς για έρωτες. Πριν από λίγες ημέρες μου είχε φέρει και κλωστή για να φτιάξω μπλούζα για την κόρη της. Για να με ευχαριστήσει, μου έφερε τη ζύμη για να φτιάξω τηγανόψωμα».
Οι αστυνομικοί κατέληξαν στο συμπέρασμα ότι η Σαμπανιώτου είχε βάλει στόχο να παντρέψει τις κόρες της με τους γιους των δύο οικογενειών και όταν είδε ότι το σενάριο αυτό δεν είχε καμία τύχη, αποφάσισε να πάρει την εκδίκησή της. Σχημάτισαν δικογραφία σε βάρος της και την παρέπεμψαν στον εισαγγελέα. Η ίδια συνέχισε να αρνείται τις κατηγορίες και στην απολογία της στον ανακριτή επέμενε ότι κάποιος άλλος έριξε το δηλητήριο στη ζύμη, αφήνοντας υπόνοιες για μια γειτόνισσα -η οποία, ωστόσο, εκείνη την ημέρα βρισκόταν στην Κόρινθο- αλλά και για την ίδια της την κόρη!
«Μου είχε πει να πάμε για ψώνια αλλά το είχα ξεχάσει. Έτσι άρχισα να φτιάχνω τη ζύμη και μάλιστα κάποια στιγμή πετάχτηκα στο σούπερ μάρκετ, αφήνοντας την πόρτα ανοιχτή. Όταν γύρισα, έπιασα πάλι τη ζύμη και τότε η κόρη μου ήρθε και μου θύμισε ότι έπρεπε να πάμε στα μαγαζιά. Για να μη χαλάσει το ζυμάρι, το πήγα στην Ελένη Μουστοπούλου. Το υπόλοιπο το πήγα στην Κληματσά για να φτιάξει κι εκείνη ψωμί».

Η Μαρία Σαμπανιώτου προφυλακίστηκε ως ιδιαίτερα επικίνδυνη. Την επομένη ημέρα ο Θεόδωρος Μουστόπουλος κατέληξε στη μονάδα εντατικής θεραπείας του Γενικού Κρατικού Νοσοκομείου Πειραιά. Στις 6 Μαΐου την ίδια τύχη είχε η Ειρήνη Κληματσά και στις 7 Ιουνίου ο γιος της Αντώνης.
Η δίκη της Μαρίας Σαμπανιώτου έγινε τον Απρίλιο του 1993 από το Μικτό Ορκωτό Δικαστήριο Αθηνών. Το παραπεμπτικό βούλευμα ήταν «καταπέλτης»: «Η κατηγορούμενη, χωρίς ίχνος ηθικών αναστολών, δώρισε στην κυριολεξία τον θάνατο και οδήγησε στον αφανισμό δύο οικογενειών. Πρόκειται για αδίστακτο άτομο, ιδιαίτερα επικίνδυνο για τη δημόσια ασφάλεια». Η κόρη της, Ελισάβετ, κατέθεσε ότι δεν υπήρχε ενδιαφέρον για κανέναν από τους γιους των δύο οικογενειών, ενώ η ίδια η κατηγορούμενη επανέλαβε το σενάριο που είχε υποστηρίξει και κατά την προανάκριση, ότι κάποιος άλλος έριξε το δηλητήριο στη ζύμη.
«Ο θεός είναι από πάνω κι αν λέω ψέματα να με κάψει!», είπε όταν έφτασε η στιγμή της απολογίας και συνέχισε: «Λυπάμαι για τις τρεις ψυχούλες που έφυγαν. Δεν τους έκανα κακό. Και με τις δύο οικογένειες είχα πάρα πολύ καλές σχέσεις. Τη ζύμη την είχα φτιάξει από το πρωί για να ψήσω ψωμί για την οικογένειά μου. Η κόρη μου μού ζήτησε να βγούμε για ψώνια. Για να μη χαλάσει το ζυμάρι σκέφτηκα να το δώσω στην Ειρήνη Κληματσά και την Ελένη Μουστοπούλου. Στο σπίτι είχε έρθει από νωρίς η γειτόνισσά μου Αγάπη Κοασίδου. Όταν φύγαμε, κλείδωσα την πόρτα. Γύρισα και την βρήκα στο σπίτι. Είχε μπει από την πίσω πόρτα της κουζίνας. Κρατούσε και μία νάιλον τσάντα. Μια φορά είχα πιει καφέ στο σπίτι της και έπαθα δηλητηρίαση. Μπορεί, όμως, να ήθελε να μας δηλητηριάσει και ο αρραβωνιαστικός της κόρης μου. Δεν τον ήθελα, ούτε κι αυτός με συμπαθούσε…».

Ο εισαγγελέας χαρακτήρισε τη Μαρία Σαμπανιώτου ως «Νέα Φραγκογιαννού» -από την ηρωίδα του Αλέξανδρου Παπαδιαμάντη- και πιο επικίνδυνη ακόμη και από τον Βαγγέλη Ρωχάμη! Είπε, μεταξύ άλλων στην αγόρευσή του: «Μετά την άρνηση των οικογενειών Μουστοπούλου και Κληματσά να συμπεθεριάσουν έσπασε τα μούτρα της. Και τους το φύλαγε. Όταν της δόθηκε η ευκαιρία, χτύπησε. Την έτρωγε το σαράκι της αντεκδίκησης. Έψαξε και βρήκε φάρμακο. Η δολιότητά της δεν περιορίζεται σε σωρεία επικλήσεων των Θείων και σταυροκοπημάτων, αλλά στο να ρίχνει υπόνοιες σε άλλους ανθρώπους. Δεν δίστασε να δημιουργήσει υπόνοιες για την ίδια της την κόρη! Μέσα στην ψυχή της έκρυβε μεγάλο μίσος. Προσπάθησε να εξολοθρεύσει -και το έκανε- δύο οικογένειες. Φαινομενικά μοιάζει αθώα. Αν αφεθεί ελεύθερη, όμως, θα αποτελέσει μεγαλύτερο κίνδυνο και από τον Ρωχάμη».
Το δικαστήριο την καταδίκασε σε τρεις φορές ισόβια και επιπλέον κάθειρξη 25 ετών. Στο άκουσμα της ποινής της ξέσπασε σε κλάματα. «Δεν έχω κάνει τίποτα. Καν’ τε μου τον ορό της αλήθειας» είπε και λιποθύμησε. Μεταφέρθηκε με ασθενοφόρο στο νοσοκομείο των γυναικείων φυλακών Κορυδαλλού.
Το Μικτό Ορκωτό Εφετείο της Αθήνας, όπου έγινε η δίκη της σε δεύτερο βαθμό, τον Οκτώβριο του 1997, δεν μείωσε ούτε κατά μία ημέρα την ποινή της. Ούτε άλλαξε κάτι στην επανεκδίκαση της υπόθεσης από το Εφετείο, τον Οκτώβριο του 2000, μετά την αίτηση αναίρεσης που έκανε δεκτή ο Άρειος Πάγος. Στο διάστημα που μεσολάβησε είχε δηλώσει σε συνέντευξή της ότι δεν είχε κίνητρο να δηλητηριάσει τις δύο οικογένειες: «Η μεγάλη μου κόρη ήταν τότε 16-17 ετών και ήδη αρραβωνιασμένη, ενώ η μικρή πήγαινε ακόμη στο σχολείο. Ήθελα να τις σπουδάσω, όχι να τις παντρέψω». Η Μαρία Σαμπανιώτη παρέμεινε στη φυλακή για 19 χρόνια μέχρι που αποφυλακίστηκε το 2011, επιμένοντας στην αθωότητά της.
Νίκος Τσέφλιος