1977: Το βαπόρι απ’την Περσία πιάστηκε στην Κορινθία

H πληροφορία που φτάνει στις ελληνικές λιμενικές αρχές λίγο πριν από τα Χριστούγεννα του 1976 είναι σαφής. Ένα μικρό μότορσιπ, με σημαία Κύπρου, το “Gloria”, 480 κόρων, θα ξεκινήσει
φορτωμένο με τόνους κατεργασμένου χασίς από τη Βηρυτό του Λιβάνου με προορισμό το Ρότερνταμ της Ολλανδίας.
Η πληροφορία αξιολογείται ως σοβαρή και στο αρχηγείο του Λιμενικού Σώματος χτυπάει συναγερμός. Η επιχείρηση σχεδιάζεται «επί χάρτου» και με άκρα μυστικότητα. Μια επίλεκτη ομάδα παίρνει εντολή να προετοιμαστεί και να περιμένει το σήμα. Θα ξεκινήσει από τη Μαρίνα Ζέας στον Πειραιά. Στα πλωτά επιβιβάζονται και βατραχάνθρωποι του Πολεμικού Ναυτικού.
Σύμφωνα με τον πληροφοριοδότη, στις 2-3 Ιανουαρίου το “Gloria” με πλοίαρχο το Νίκο Ξανθόπουλο και πλήρωμα δύο Έλληνες και δύο Τούρκους, θα πλέει ανοιχτά της Πύλου, περίπου δέκα μίλια νότια. Κάπου εκεί σχεδιάζεται να γίνει η έφοδος. Ωστόσο ο καιρός αναγκάζει τον καπετάνιο να μειώσει ταχύτητα και να κατευθυνθεί προς τον Ισθμό της Κορίνθου.

Στις 7 Ιανουαρίου 1977 οι λιμενικοί κατευθύνονται προς τα Ίσθμια για την τελική επιχείρηση. Το πλοίο έχει δέσει, περιμένοντας πλοηγό, με τη βοήθεια του οποίου θα περάσει τη διώρυγα. Ο τοπικός λιμενάρχης επιβιβάζεται στο πλοίο και προχωρά σε τυπικό έλεγχο. Τα χαρτιά λένε ότι μεταφέρει κεντήματα.
Ξαφνικά ένοπλοι λιμενικοί κάνουν έφοδο. Ρίχνουν εκφοβιστικές ριπές με αυτόματο. Οι τρεις Έλληνες δεν προβάλλουν καμία αντίσταση, ενώ οι δύο Τούρκοι, θείος και ανιψιός 42 και 24 χρόνων, κλειδώνονται σε μια καμπίνα. Την ώρα που ένας βατραχάνθρωπος σπάει το φινιστρίνι από την πλευρά της θάλασσας και είναι έτοιμος να ρίξει στο εσωτερικό βόμβα δακρυγόνου, σηκώνουν τα χέρια ψηλά. Στην καμπίνα τους θα βρεθούν δυο πιστόλια και 500 σφαίρες.
Οι ίδιοι υποστηρίζουν ότι τα ευρήματα δεν είναι δικά τους. Δηλώνουν απλοί επιβάτες που ήθελαν να ταξιδέψουν στην Γερμανία, ξεπληρώνοντας τα ναύλα τους με εργασία πάνω στο πλοίο. «Ο πλοίαρχος μας κλείδωσε στην καμπίνα όταν φτάσαμε στα Ίσθμια, δεν ξέραμε ότι το πλοίο μετέφερε χασίς, μας πήρε στο λαιμό του», ισχυρίζονται.

Η έρευνα θα αποφέρει σχεδόν έντεκα τόνους χασίς. Για την ακρίβεια 10.765 κιλά σε πλάκες του ενός κιλού, μέσα σε 303 σακιά! Την επόμενη ημέρα θα συλληφθεί στο ξενοδοχείο “Bianca Beach” στο Νέο Φάληρο και ένας 30χρονος Λιβανέζος, ο οποίος εμφανιζόταν ως ναυτικός πράκτορας και είχε αναλάβει την φόρτωση του χασίς, η αξία του οποίου υπολογίστηκε σε τουλάχιστον τέσσερα δισεκατομμύρια δραχμές! Είχε φτάσει στις 5 Ιανουαρίου αεροπορικώς στην Αθήνα, για να εποπτεύσει το «δρομολόγιο» του χασίς και στην κατοχή του βρέθηκαν δολάρια, λίρες και επιταγές συνολικής αξίας 80.000 δραχμών.
Το «βαπόρι απ’ την Περσία», το οποίο εμπνεύστηκε ο Βασίλης Τσιτσάνης μπορεί να μην ήταν από την Περσία, αλλά η ιστορία του “Gloria” ήταν σίγουρα «προμελετημένη, καρφωτή και λαδωμένη». Ο καπετάνιος -«Κάπτεν Νικ» όπως τον ήξεραν όλοι στο λιμάνι- συνεργαζόταν για χρόνια με την αμερικανική DEA, την τοπική υπηρεσία δίωξης ναρκωτικών! Λαθρέμπορος τσιγάρων στο παρελθόν, αποφάσισε να γίνει πολέμιος των ναρκωτικών, όταν ένας φίλος του πέθανε από υπερβολική δόση μορφίνης.
Από το 1964 άρχισε να συνεργάζεται με τις αρχές, δίνοντας πληροφορίες. Έτσι έγινε και με το “Gloria”. Βρισκόταν στη Λάρνακα, όταν τον πλησίασε ένας ναυτικός και του πρότεινε «μια καλή δουλειά» για λογαριασμό δύο Λιβανέζων, που θα του απέφερε 300.000 δολάρια, τα μισά «μπροστά» και τα υπόλοιπα με την παράδοση. Στη Βηρυτό θα φορτώνονταν 300 σακιά με περίπου 40 κιλά χασίς το καθένα και θα έφταναν στο Ρότερνταμ. Ο καπετάνιος έκλεισε τη δουλειά και ενημέρωσε τις αρχές στην Ελλάδα ότι θα έφερνε «πολλούς τόνους σοκολάτα», δώρο για τα Χριστούγεννα.

Ήταν η μεγαλύτερη ποσότητα που είχε κατασχεθεί έως τότε στην Ελλάδα και μια από τις 2-3 μεγαλύτερες που είχε «δώσει» ο «Κάπτεν Νικ» στις αρχές. Μετά τις αρχικές «συλλήψεις», δέχθηκε τα συγχαρητήρια του υπουργού Ναυτιλίας Αλέξανδρου Παπαδόγγονα, όπως και οι άλλοι δύο Έλληνες του πληρώματος, Βασίλης Ζώης και Στέλιος Βοζίκης.
Στη δίκη που έγινε στο Πενταμελές Εφετείο Ναυπλίου το Μάρτιο του 1977, εξετάστηκαν ως μάρτυρες. Ο Λιβανέζος καταδικάστηκε σε ποινή κάθειρξης 18 ετών και χρηματικό πρόστιμο ύψους τριών εκατομμυρίων δραχμών ως ο βασικός διακινητής του χασίς, ενώ η ποινή των δύο Τούρκων ήταν κάθειρξη 14,5 ετών και πρόστιμο ενός εκατομμυρίου δραχμών, για συνέργεια στη μεταφορά και κατοχή όπλων. Σύμφωνα με την ίδια απόφαση και οι τρεις καταδικασθέντες μετά την έκτιση της ποινής τους θα έπρεπε να απελαθούν. Το υπουργείο Οικονομικών όρισε ως αμοιβή για τη μεγάλη επιτυχία 7.800.000 δραχμές, από τα οποία ο καπετάνιος πήρε 1.500.000 δραχμές.
«Παρέδιδα τα φορτία για να σωθούν τα παιδιά του κόσμου. Ήμουν 30 χρόνια στον αντιναρκωτικό αγώνα», είπε ο Νίκος Ξανθόπουλος στην εφημερίδα «Έθνος» το 1995, όταν ήταν πλέον 70 χρόνων. Λίγο καιρό μετά πέθανε μέσα στις φυλακές Κορυδαλλού, όπου βρισκόταν για άλλη υπόθεση, την οποία χαρακτήριζε σκευωρία.

Ο Βασίλης Τσιτσάνης χώρεσε όλη την ιστορία του “Gloria” μέσα σε λίγους στίχους και δημιούργησε ένα τραγούδι, που γνώρισε μεγάλη επιτυχία. Θα πει αργότερα ο ίδιος για την έμπνευσή του: «Ήταν Σάββατο. Το πιάνω από δω, το πιάνω από κει, δεν μ’ άρεσε το τέμπο. Μετά έγραψα τον δεύτερο στίχο πίσω από ένα προσκλητήριο γάμου. Μου ήρθε και η μουσική και όλα πήγαν ρολόι». Το ηχογράφησε τον ίδιο μήνα, με την Λιζέτα Νικολάου στη δεύτερη φωνή και το τραγούδι κυκλοφόρησε τον Απρίλιο του 1977. Ήταν ανάμεσα στα «απαγορευμένα» για το κρατικό ραδιόφωνο, αλλά το 1983 ακούστηκε για πρώτη φορά σε εκπομπή της ΕΡΤ. Και συνέχισε να ακούγεται, παρά την παραγγελία του αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου προς την Εισαγγελία Πρωτοδικών Αθηνών να γίνουν οι «νόμιμες ενέργειες», καθώς θεωρούσε ότι ωθούσε τη νεολαία στα ναρκωτικά. Το πόρισμα «αθώωνε» το τραγούδι, παρά το γεγονός ότι το χαρακτήριζε «από τα ατυχή του λαϊκού συνθέτη».
Νίκος Τσέφλιος