1972: Ο τελευταίος θανατοποινίτης

«…Και μην ξεχνάς μητέρα ότι ο Θεός επιτρέπει τον πόνο και την θλίψιν, χαρίζει όμως και υπόσχεται την ελπίδα και υπομονή. Υπομονή, λοιπόν, μητέρα και θα δοξάσουμε όλοι τον Θεό μια
μέρα».
Ήταν οι τελευταίες γραμμές από ένα σημείωμα που είχε αφήσει ο 27χρονος Βασίλης Λυμπέρης στο κελί του στις φυλακές της Νέας Αλικαρνασσού. Λίγες ώρες αργότερα η καμιονέτα θα τον οδηγούσε στο εκτελεστικό απόσπασμα, στο πεδίο βολής της Σχολής Εφέδρων Αξιωματικών Πεζικού έξω από το Ηράκλειο. Με την πρώτη αχτίδα του ήλιου ο Λυμπέρης θα περνούσε στην ιστορία ως ο τελευταίος θανατοποινίτης που εκτελέστηκε στην Ελλάδα. Ήταν 25 Αυγούστου 1972.
Την προηγούμενη ημέρα ο διοικητής της ΣΕΑΠ κάλεσε όλους τους στρατιώτες του λόχου διοικήσεως και άρχισε να τους περιγράφει με λεπτομέρειες τα εγκλήματα του Λυμπέρη, επειδή είχε λάβει το «μήνυμα» ότι κάποιοι δεν ήθελαν να είναι μέλη του εκτελεστικού αποσπάσματος. Τελικώς 30 στρατιώτες προθυμοποιήθηκαν να πάρουν μέρος στην εκτέλεση. Από αυτούς επελέγησαν δώδεκα.

Στο πεδίο βολής έφτασαν εκείνο το ξημέρωμα η μητέρα του Λυμπέρη, Σοφία και ο αδελφός του, Δημήτρης, ενώ στην Κρήτη βρισκόταν και ο πατέρας του, ο οποίος όμως δεν βρήκε τη δύναμη να παρακολουθήσει την διαδικασία. Μόλις ο Λυμπέρης έφτασε στον τόπο της εκτέλεσης, τον πλησίασε ο εισαγγελέας. «Θέλεις να πεις κάτι; Έχεις καμιά τελευταία επιθυμία;», τον ρώτησε. «Όχι, τίποτα», απάντησε ο Λυμπέρης. Ο επικεφαλής υπολοχαγός του σκέπασε τα μάτια με ένα λευκό μαντήλι. Δύο χωροφύλακες τον οδήγησαν, με τα χέρια δεμένα πίσω από την πλάτη, σε έναν μικρό λόφο στην άκρη του πεδίου βολής. «Πυρ!» και όλα τελείωσαν…
Η πορεία του Βασίλη Λυμπέρη προς το εκτελεστικό απόσπασμα είχε ξεκινήσει οκτώ μήνες νωρίτερα, στις 5 Ιανουαρίου 1972. Ήταν 5 τα χαράματα όταν ο Αντώνης Στρογγυλούδης, γαμπρός της Βασιλικής Λυμπέρη, καθ’ οδόν για τη δουλειά του στο Δρομοκαΐτειο, είδε καπνό να βγαίνει από το σπίτι της οικογένειας, στο τέρμα της οδού 28ης Οκτωβρίου στη Μεταμόρφωση Χαλανδρίου. Έτρεξε αμέσως για να δει τι συμβαίνει, μπήκε με το κλειδί που ήταν πάνω στην πόρτα και αντίκρισε την Βασιλική πεσμένη στο πάτωμα, με σχεδόν καθολικά εγκαύματα να σφαδάζει από τους πόνους. Στα διπλανά δωμάτια ήταν απανθρακωμένοι η 54χρονη μητέρα της Αντιγόνη και τα δύο παιδιά της, η Παναγιώτα δυόμισι ετών και ο Γιώργος, που την επόμενη ημέρα θα συμπλήρωνε τον πρώτο χρόνο της ζωής του. Λίγο αργότερα έφτασε στο σπίτι ο συνταγματάρχης Πάνος Μαυροειδής. Η σόμπα ήταν άθικτη γι’ αυτό και απέκλεισε την πιθανότητα του ατυχήματος. Κάτι άλλο είχε συμβεί.

Οι γιατροί στο νοσοκομείο δεν είχαν αποκαλύψει στην Βασιλική την τραγική αλήθεια. Στις 20 ώρες που κρατήθηκε στη ζωή πρόλαβε να διηγηθεί στη θεία της όλα όσα είχαν γίνει εκείνη τη νύχτα: «Μέσα στον ύπνο μου άκουσα θόρυβο. Σηκώθηκα και είδα όλο το σπίτι μέσα στις φλόγες. Πήγα να πάρω το τηλέφωνο για να ειδοποιήσω την Αστυνομία και την Πυροσβεστική και τότε πετάχτηκε μπροστά μου ο άνδρας μου. Με έπιασε και με έσπρωξε στη φωτιά και φώναζε πως τώρα θα πληρώσω για όλα. Κλείδωσε και την πόρτα για να μην γλιτώσουμε…».
Στο μεταξύ ο πατέρας του Βασίλη Λυμπέρη έμαθε το πρωί για τη φωτιά και τον ειδοποίησε. Εκείνος έφτασε «συντετριμμένος» στο σπίτι. Κάποιος από το συγκεντρωμένο πλήθος τον αναγνώρισε. «Αυτός είναι ο πατέρας των παιδιών», φώναξε προς τους αστυνομικούς, οι οποίοι τον οδήγησαν στο Αστυνομικό Τμήμα Χαλανδρίου. Είχε εγκαύματα στο πρόσωπο και το αριστερό πόδι. Ο ίδιος ισχυρίστηκε ότι είχαν προκληθεί από ανάφλεξη καμινέτου, αλλά δεν άργησε να ομολογήσει. Μάλιστα κατονόμασε και τους δύο συνεργούς του. Ήταν ο 18χρονος Παύλος Αγγελόπουλος και ο 25χρονος εξάδελφός του Θεόδωρος Καπρέτσος. Και οι δύο αρνήθηκαν τα πάντα, αλλά ήταν τόσο λεπτομερείς οι περιγραφές του Λυμπέρη, που αναγκάστηκαν να παραδεχθούν την εμπλοκή τους.

Όπως είπαν, γνωρίστηκαν σε μια πανσιόν, στην οδό Σωνιέρου, στο κέντρο της Αθήνας. Εκεί έμενε και ο Λυμπέρης, καθώς ήταν σε διάσταση με τη γυναίκα του. Από καιρό γυρόφερνε στο μυαλό του η ιδέα να σκοτώσει την πεθερά του, Αντιγόνη Μάρκου, την οποία θεωρούσε υπαίτια για τον κλονισμό της σχέσης του με την Βασιλική. Εκμυστηρεύτηκε τη σκέψη του στον Αγγελόπουλο και μάλιστα του έταξε δώρο ένα αυτοκίνητο. Αυτός δέχθηκε, υπό τον όρο να μην είναι κανείς στο σπίτι όταν θα έβαζαν φωτιά. Έπεισε, μάλιστα, και τον εξάδελφό του να μπει στο «κόλπο». Λίγο μετά τα μεσάνυχτα της 5ης Ιανουαρίου 1972 ξεκίνησαν για το Χαλάνδρι. Στη λεωφόρο Κηφισίας αγόρασαν τρία μπιτόνια με βενζίνη. Στο σπίτι μπήκαν ο Λυμπέρης και ο Αγγελόπουλος, ενώ ο Καπρέτσος φυλούσε «τσίλιες». Όταν όλα τελείωσαν, επέστρεψαν στην πανσιόν, έδωσαν τα καμένα ρούχα τους στον 20χρονο φίλο τους Θανάση Σταμάτη για να τα εξαφανίσει και έπεσαν για ύπνο…

Ο Βασίλης Λυμπέρης και η Βασιλική Μάρκου είχαν γνωριστεί το 1967 στο Λαϊκό Νοσοκομείο, όπου νοσηλεύονταν οι πατεράδες τους. Η γνωριμία εξελίχθηκε σε σχέση και γάμο, το Δεκέμβριο του ίδιου χρόνου. Λόγω των οικονομικών δυσκολιών που αντιμετώπιζαν, εγκαταστάθηκαν στο σπίτι στο Χαλάνδρι, μαζί με τους γονείς της Βασιλικής. «Μετά το θάνατο του πεθερού μου», θα πει στην απολογία του ο Βασίλης Λυμπέρης, «κουμάντο στο σπίτι έκανε η πεθερά μου και όχι η γυναίκα μου. Αυτή την κατάσταση δεν μπορούσα να τη δεχθώ και έτσι αποφάσισαμε με τη γυναίκα μου να φύγουμε».
Το ζευγάρι μετακόμισε στο κέντρο της Αθήνας, σε ένα διαμέρισμα στην οδό Μιχαήλ Βόδα. Η Βασιλική έμεινε έγκυος. Εκείνος την έπεισε να πουλήσει ένα οικόπεδο που της είχε αφήσει προίκα ο πατέρας της, για να ανοίξει εργαστήριο μπαταριών. Όμως η δουλειά δεν πήγαινε καλά και τα «σύννεφα» στη σχέση τους επανεμφανίστηκαν. Ο Λυμπέρης έλειπε ολοένα και συχνότερα από το σπίτι. Μετά από ένα χρόνο αναγκάστηκε να κλείσει το εργαστήριο. Δούλευε πλέον από δω κι από κει. Αποφάσισαν να επιστρέψουν μαζί με την κορούλα τους στο σπίτι στο Χαλάνδρι.

Στα τέλη του 1970, λίγο πριν έρθει στον κόσμο το δεύτερο παιδί τους, ο Λυμπέρης έμαθε για την ύπαρξη μιας διαθήκης που είχε κάνει η σύζυγός του, με την οποία άφηνε τα πάντα στα παιδιά. Η ρήξη στο γάμο τους ήταν πλέον οριστική. Εκείνος έφυγε από το σπίτι, μόνο που αυτή τη φορά η Βασιλική δεν θα τον ακολουθούσε. Είχε μάθει κιόλας για την παράνομη σχέση του με μια μικρούλα, από την οποία είχε κρύψει ότι ήταν παντρεμένος και κατέθεσε αίτηση διαζυγίου.
Στη δίκη ο Λυμπέρης τα έριξε όλα στην πεθερά του. «Στο μυαλό μου άρχισαν να περνούν διάφορες σκέψεις για το τι έπρεπε να κάνω για να ξανακερδίσω τη γυναίκα και τα παιδιά μου. Ήθελα να κάψω μόνο το σπίτι. Πίστευα ότι τότε η γυναίκα μου και τα παιδιά μου δεν θα είχαν πού να μείνουν και θα ξαναγύριζαν κοντά μου». Ωστόσο ο εισαγγελέας ήταν καταπέλτης: «Για πρώτη φορά στα εγκληματικά χρονικά της χώρας μας, εμφανίζεται έγκλημα τέτοιων διαστάσεων», είπε χαρακτηριστικά στην αγόρευσή του. Η ετυμηγορία του δικαστηρίου ήταν τετράκις εις θάνατον για τον Λυμπέρη και τον Αγγελόπουλο, τέσσερις φορές ισόβια για τον Καπρέτσο και φυλάκιση τριών ετών για τον Σταμάτη. Η εκτέλεση του Αγγελόπουλου αναβλήθηκε αρχικά επειδή ήταν ανήλικος. Έζησε τρία χρόνια ως μελλοθάνατος στις φυλακές της Κέρκυρας, έως τη στιγμή που καταργήθηκε η θανατική ποινή και μετατράπηκε σε ισόβια κάθειρξη. Στις αρχές της δεκαετίας του ’90 του απονεμήθηκε χάρη και αποφυλακίστηκε. Νωρίτερα είχε αποφυλακιστεί και ο Καπρέτσος.

Η τετραπλή δολοφονία μεταφέρθηκε και στη μεγάλη οθόνη από τον σκηνοθέτη Μάριο Ρετσίλα και τον παραγωγό Τζέημς Πάρις, σε σενάριο του Βασίλη Μανουσάκη, με τίτλο «Οι Σατανάδες της Νύχτας». Πρωταγωνίστησαν οι Γιάννης Κατράνης, Έλενα Τσαλδάρη, Βαγγέλης Τραϊφόρος, Χρήστος Καλαβρούζος, Δημήτρης Μπισλάνης και άλλοι. Λίγες ημέρες μετά την ολοκλήρωση των γυρισμάτων, η οικογένεια Λυμπέρη έκανε αίτηση ασφαλιστικών μέτρων, ώστε να μην προβληθεί η ταινία. Ο εισαγγελέας δέχθηκε την αίτηση, ώστε να μην επηρεαστούν οι δικαστές και οι ένορκοι, καθώς η εκδίκαση της υπόθεσης εκκρεμούσε. Η ταινία προβλήθηκε πέντε μήνες αργότερα. Στην αρχική μορφή προστέθηκε μόνο η σκηνή της εκτέλεσης του Λυμπέρη, η οποία γυρίστηκε ξεχωριστά.
Νίκος Τσέφλιος