Έγκλημα και Δικαιοσύνη – Case Study: Το «έγκλημα στο Κορωπί» και τα τέσσερα αθέατα θύματα

To «έγκλημα στο Κορωπί» (Αύγουστος 2016), όπως έγινε γνωστή από τα ΜΜΕ η πολύκροτη υπόθεση, αποτελεί αναμφισβήτητα μία υπόθεση πολύ υψηλού εγκληματολογικού ενδιαφέροντος που
συγκλονίζει με τα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά της και απασχολεί τα τέσσερα τελευταία έτη τα εγκληματολογικά και ποινικά χρονικά της χώρας μας. 
Δράστιδα, βάσει της πρωτόδικης απόφασης, μία νεαρή γυναίκα, μόλις 26 ετών κατά τη διάπραξη του εγκλήματος, μητέρα δύο παιδιών, η οποία με πέντε μαχαιριές σκότωσε, όπως ομολόγησε, την εν διαστάσει σύζυγο του συντρόφου της μπροστά στα παιδιά του θύματος, τα οποία μάλιστα επιχείρησαν να αποτρέψουν το έγκλημα. 
Τόσο ο βίαιος τρόπος διάπραξης του εγκλήματος, όσο και το γεγονός ότι η δράστιδα δεν υπολόγισε τις κραυγές και τις απεγνωσμένες προσπάθειες των ανήλικων τέκνων να αποτρέψουν την εγκληματική πράξη σε βάρος της μητέρας τους, δύναται, σε ανάλογες υποθέσεις, να είναι «σημάδια» συσσωρευμένων αρνητικών συναισθημάτων κι ενός σφοδρότατου μένους, απόρροια μίας έντονης εσωτερικής «πάλης» στο πλαίσιο μίας προβληματικής και συχνά αδιαχείριστης από τα εμπλεκόμενα μέρη κατάστασης, ενώ ταυτόχρονα δείχνουν -τη στιγμή τουλάχιστον της διάπραξης του εγκλήματος-  απάθεια τόσο στον σωματικό πόνο που βιώνει το θύμα προτού καταλήξει, όσο όμως και στον ψυχικό πόνο που βιώνουν τα παιδιά-μάρτυρες του εγκλήματος. 
Στην υπόθεση που εξετάζουμε τέσσερα παιδιά είναι τα «αθέατα θύματα» του στυγερού εγκλήματος. Ενός εγκλήματος που διαπράχθηκε χωρίς να ληφθεί υπ’ όψιν το τεράστιο ψυχικό κόστος για τα ανήλικα τέκνα, τα οποία χωρίς να φέρουν καμία ευθύνη γίνονται οι «πρωταγωνιστές» του δράματος και υφίστανται τις βαριές συνέπειες της εγκληματικής πράξης. Δύο παιδιά που έζησαν τη φρίκη της δολοφονίας της μητέρας τους και δύο παιδιά που καλούνται να αντιμετωπίσουν τη σκληρή πραγματικότητα του εγκλεισμού της μητέρας τους για ένα έγκλημα πολύ μεγάλης ποινικής και κοινωνικής απαξίας.
«Μία πολύ μικρή, κακιά στιγμή μπορείς να βιώσεις κάτι πολύ άσχημο και δυστυχώς να είναι ακόμα και για χρόνια», είχε δηλώσει η κατηγορούμενη σε συνέντευξή της στη δημοσιογράφο Κέλλυ Χεινοπώρου στο δελτίο ειδήσεων του Ant1, κρατώντας στην αγκαλιά της το ένα από τα δύο παιδιά της, το οποίο τότε είχε ακόμα μαζί της στις φυλακές της Θήβας και το οποίο αναζητούσε μόνο τη μητρική στοργή της.
Τον Ιούλιο του 2017 το δικαστήριο επέβαλε, πρωτοδίκως, στην κατηγορουμένη την ποινή της ισόβιας κάθειρξης για το έγκλημα της ανθρωποκτονίας από πρόθεση, συν ένα χρόνο κατά συγχώνευση για παράνομη οπλοφορία και οπλοχρησία. 
Σύμφωνα με το δικαστικό ρεπορτάζ, κατά την αγόρευσή της η εισαγγελέας της έδρας του Μικτού Ορκωτού Δικαστηρίου Αθηνών επισήμανε ότι η κατηγορούμενη ήταν αποφασισμένη να σκοτώσει το βράδυ εκείνο της 3ης Αυγούστου 2016, όταν έμπαινε στο σπίτι της εν διαστάσει συζύγου του συντρόφου της, με τον οποίο διατηρούσε δεσμό από την ηλικία των 22 ετών, έχοντας μάλιστα αποκτήσει μαζί του δύο παιδιά. Η εισαγγελέας υπογράμμισε, μεταξύ άλλων, ότι επρόκειτο για ένα προσχεδιασμένο και βίαιο έγκλημα, επισημαίνοντας ότι αυτό που ώθησε την κατηγορούμενη στο έγκλημα ήταν το γεγονός ότι ο 41χρονος θέλησε να επικοινωνήσει με τα δύο παιδιά που είχε αποκτήσει με τη σύζυγό του, η οποία είχε αποφασίσει να προχωρήσει τη ζωή της, παίρνοντας διαζύγιο και εξασφαλίζοντας μία καλή διατροφή.  
Στις αρχές Δεκεμβρίου του 2019 θα λάβει χώρα το Εφετείο και αναμένουμε ασφαλώς, με μεγάλο ενδιαφέρον, τις δικαστικές εξελίξεις στην υπόθεση. Αξιοσημείωτο, ωστόσο, είναι ότι τον Νοέμβριο του 2018, η κατηγορούμενη δεν είχε εμφανιστεί στο Μικτό Ορκωτό Εφετείο προκειμένου να υποστηρίξει την έφεση κατά της πρωτόδικης απόφασης για ισόβια, ενώ δεν εκπροσωπήθηκε ούτε από δικηγόρο, δηλώνοντας εγγράφως ότι επιθυμεί να εκτίσει την πρωτόδικη απόφαση της ισόβιας κάθειρξης. Έναν χρόνο αργότερα, όμως, άλλαξε γνώμη, υποστηρίζοντας ενώπιον του Δικαστηρίου ότι τον Νοέμβριο του 2018 ήταν σε πολύ άσχημη ψυχολογική κατάσταση γιατί είχε αναγκαστεί να αποχωριστεί τα ανήλικα τέκνα της από τις φυλακές Ελεώνα Θήβας, καθώς είχαν κλείσει την προβλεπόμενη από τον νόμο ηλικία για να είναι με τη μητέρα τους στη φυλακή. Το Δικαστήριο, παρά την αντίθετη πρόταση της εισαγγελέως, αποφάσισε τελικά να κάνει δεκτό το αίτημα της με τη δίκη να ορίζεται για τις 9 Δεκεμβρίου 2019.  
Παρακολουθώντας, πριν από λίγες ημέρες, το βίντεο της συνέντευξης της αδελφής του θύματος, κ. Έλλης Πασπαλά, στο κεντρικό δελτίο ειδήσεων του Star και στη δημοσιογράφο Τασούλα Παπανικολάου (βλ.σχετικό βίντεο https://www.star.gr/eidiseis/ellada/481049/egklhma-sto-korwpi-akoyga-thn-aderfh-moy-na-dolofoneitai), στάθηκα σε ένα ερώτημα -βαθιά ανθρώπινο- το οποίο μου έδωσε το έναυσμα για να γράψω το παρόν άρθρο. Ένιωσα ότι αυτό ακριβώς το ερώτημα  αναδεικνύει σημαντικές πτυχές του πολυσύνθετου ζητήματος που αφορά το τραύμα της θυματοποίησης και των σοβαρών επιπτώσεων του εγκλήματος στις ζωές όλων των μελών της οικογένειας του θύματος. 
Ειδικότερα, αναφέρομαι στον έντονο προβληματισμό και στη ρητορική ερώτηση που θέτει η αδελφή του θύματος «γιατί να δοθεί μία δεύτερη ευκαιρία στη γυναίκα που δολοφόνησε την αδελφή της, ενώ η αδελφή της είναι νεκρή και τα παιδιά της έζησαν τη φρικτή στιγμή της δολοφονίας της;». 
«Τρία χρόνια δεν κοιμάμαι. Ακούω τη φωνή της να ζητάει βοήθεια», υπογραμμίζει στη συνέντευξή της η κ. Πασπαλά, η οποία την ώρα της δολοφονίας, στις 3 Αυγούστου του 2016, άκουγε έντρομη την αδερφή της μέσω τηλεφώνου να δολοφονείται μέσα στο ίδιο της το σπίτι. 
«Επειδή πέρασε στο Πολυτεχνείο (με εξετάσεις που έδωσε μέσα από τη φυλακή) παύει να είναι δολοφόνος; Παύει να είναι η δολοφόνος της αδελφής μου; Της μητέρας των παιδιών, των ανιψιών μου; Δεύτερη ευκαιρία γιατί να έχει; Η αδελφή μου έχει δεύτερη ευκαιρία; 35 χρόνων και είναι στο χώμα και τα παιδιά της έχουν μείνει ορφανά, μπροστά σε ένα στυγερό έγκλημα», δηλώνει μεταξύ άλλων η αδελφή του θύματος στο ρεπορτάζ της κ.Παπανικολάου. Με μεγάλη συγκίνηση, επίσης, αναφέρεται στα ανίψια της που παρακαλούσαν τη δράστιδα να μη σκοτώσει τη μητέρα τους και εκείνη τους έλεγε ότι είναι εμπόδιο και πρέπει να φύγει.
«Το μικρό παιδί περιμένει ακόμα τη μητέρα του να γυρίσει….»
Αυτές, δυστυχώς, είναι οι οδυνηρές και αναπόφευκτες συνέπειες μίας ανθρωποκτονίας, όπως αναδεικνύονται και  μέσα από τις συνεντεύξεις και τις έρευνές μας με θύματα που κατάφεραν να επιβιώσουν ή/και τις οικογένειές των θυμάτων που έχασαν τη ζωή τους (Βλ. σχετικά https://www.postmodern.gr/oi-epiptoseis-toy-egklimatos-sti-zoi-t/).
Τα ερωτήματα που θέτει η αδελφή του θύματος έχουν βάση και δεν μπορούν να μας αφήσουν ασυγκίνητους, ειδικά όταν αναφερόμαστε σε μία υπόθεση με αυτό το ιδιαίτερο χαρακτηριστικό, όπου τα παιδιά υπήρξαν αυτόπτες μάρτυρες μίας τόσο ακραίας και ειδεχθούς πράξης που σημάδεψε για πάντα τα αθώα παιδικά τους μάτια. 
Από την άλλη, ο νομικός μας πολιτισμός δίνει μία δεύτερη ευκαιρία ακόμα και στους δράστες και τις δράστιδες τόσο ειδεχθών εγκλημάτων, όπως και τη δυνατότητα να συνεχίσουν τη ζωή τους πραγματοποιώντας ακόμα και όνειρά τους, μέσω των σπουδών τους για παράδειγμα, όπως στην προκειμένη περίπτωση. Αναμφίβολα, αυτό είναι ένα σημαντικό στοιχείο, γιατί η παιδεία και η εκπαίδευση μπορούν να ανοίξουν κάποιους νέους δρόμους στη σκέψη και στον τρόπο που αυτοί οι άνθρωποι επιλέγουν να εκφράσουν τα συναισθήματά τους και αυτό το δικαίωμα είναι πολύτιμο και αναφαίρετο. 
Αυτό βέβαια δεν αναιρεί τη βαθιά συγκίνηση που νιώθουμε όλοι για τα παιδιά θύματα που μένουν να παλέψουν σε όλη τους τη ζωή με τους «δαίμονες» και να προβληματιστούμε κι εμείς, όπως και η αδελφή του θύματος, για κάποια τόσο πολυσύνθετα και πολυδιάστατα ζητήματα, όπως γιατί να δικαιούνται δεύτερη ευκαιρία οι δράστες ενώ τα θύματα δεν θα έχουν ποτέ αυτήν τη δεύτερη ευκαιρία. Είναι, τολμώ να πω, ορισμένες υποθέσεις που, ακόμα και ο δημοσιογράφος, αλλά και ο ερευνητής και ο επιστήμονας και ο νομικός, δεν μπορούν εύκολα να διαχειριστούν, χωρίς και οι ίδιοι να σκεφτούν κριτικά και να αναζητήσουν απαντήσεις σε πιο βαθιά ερωτήματα, αντιλαμβανόμενοι ότι οι ισορροπίες είναι εύθραυστες και ότι είναι εξαιρετικά δύσκολο να δοθούν κατηγορηματικές απαντήσεις στα ερωτήματα της οικογένειας των θυμάτων. Γιατί αυτά τα θεμελιώδη ερωτήματα αναδεικνύουν τη συνθετότητα της ίδιας της ζωής, την πολυπλοκότητα κάθε εγκλήματος κατά της ζωής, αλλά και την προσπάθεια της επιστήμης να βρει την αναγκαία «χρυσή τομή» ώστε να απονείμει δικαιοσύνη, σε όλα τα επίπεδα.  Πολύ σημαντικό, επίσης, να υπάρξει η αναγκαία κοινωνική ευαισθησία για τα παιδιά θύματα αυτών των εγκλημάτων.
Συνοψίζοντας, ας ευχηθούμε -και αυτό ας είναι το μήνυμα του παρόντος άρθρου- ότι με την ενίσχυση της πρόληψης και έγκαιρης παρέμβασης, στο μετρό ασφαλώς του ανθρωπίνως εφικτού, θα αποτραπούν εγκληματικές ενέργειες σε υποθέσεις, όπου διαπιστώνεται μία κλιμάκωση της βίας και συνήθως υιοθετούνται, για ένα χρονικό διάστημα πριν από τη διάπραξη του εγκλήματος, συμπεριφορές ακραίες που πρέπει να προβληματίσουν εγκαίρως τους εμπλεκόμενους και να ληφθούν μέτρα προστασίας, κυρίως όταν υπάρχουν ανήλικα τέκνα. 


Αγγελική Καρδαρά