Η “μικροκοινωνία των κρατουμένων”: διερεύνηση


Μία από τις θεματικές ενότητες που πάντοτε εξετάζουμε με μεγάλο ενδιαφέρον με τις εκπαιδευτικές μας ομάδες στο Κέντρο Μελέτης του Εγκλήματος είναι η «μικροκοινωνία» των
κρατουμένων και τα θεμελιώδη στοιχεία της.

 

Ο χαρακτηριζόμενος στην εγκληματολογική έρευνα «υποπολιτισμός» των κρατουμένων αποτελεί «έναν κώδικα αξιών, στάσεων, πεποιθήσεων και κανόνων συμπεριφοράς, που συνήθως εκφράζουν αμφισβήτηση προς την αυθεντία της φυλακής και των κατεστημένων εκπροσώπων της, με παράλληλα, αν και όχι αναγκαστική, εκδήλωση αλληλεγγύης των κρατουμένων μεταξύ τους, τουλάχιστον λεκτική». Είναι κατά συνέπεια ένας «κοινωνικός μικρόκοσμος με τους δικούς του αρχηγούς, τις δικές του αξίες και τους δικούς του άγραφους νόμους».

 

Για τον καθορισμό του «υποπολιτισμού» έχει χρησιμοποιηθεί επίσης η έννοια της «υποκουλτούρας» που ορίζεται ως γενικευμένος τρόπος αντίδρασης, με σκοπό την αποτελεσματική αντιμετώπιση προβλημάτων, τα οποία καλείται να αντιμετωπίσει ένα σύνολο ατόμων σε συγκεκριμένο περιβάλλον.

 

Οι μετέχοντες στην «υποκουλτούρα» συνθέτουν μία «υποπολιτισμική» ομάδα. Η ενσωμάτωση στον «υποπολιτισμό» της φυλακής χαρακτηρίζεται «ιδρυματοποίηση» (prisonization), η οποία εξαρτάται τόσο από το χρόνο παραμονής κάθε κρατούμενου στο σωφρονιστικό κατάστημα όσο και από την εν γένει προσωπικότητά του.

 

Η ένταξη σε αυτό το σκληρό πλαίσιο, ασφαλώς, δεν είναι ίδια για όλους τους κρατούμενους, γιατί εξαρτάται από πολλούς παράγοντες. Οι πιο καταλυτικοί, όπως καταγράφονται από την έρευνα, είναι οι ακόλουθοι πέντε:

 

Πρώτον, ο χρόνος παραμονής στο ίδρυμα. Όσο μεγαλύτερο είναι το χρονικό διάστημα κατά το οποίο το άτομο βρίσκεται στο σωφρονιστικό κατάστημα, τόσο περισσότερο εμπλέκεται στο σύστημα της φυλακής.

 

 Δεύτερον, η αυστηρότητα της φυλακής. Οι τρόφιμοι των φυλακών υψίστης ασφαλείας παρουσιάζουν μεγαλύτερο βαθμό ένταξης.

 

 Τρίτον, το μέγεθος της φυλακής. Οι ογκώδεις φυλακές, σε συνδυασμό με την αυστηρή πειθαρχία που επιβάλλουν, αυξάνουν την ιδρυματοποίηση των εγκλείστων.

 

 Τέταρτον, η επαφή με τον έξω κόσμο. Όσο πιο αποκομμένοι είναι οι κρατούμενοι από την ευρύτερη κοινωνία, τόσο περισσότερο αναζητούν «καταφύγιο» στο σύστημα της φυλακής. Στο σημείο αυτό, δεν πρέπει να ξεχνάμε ότι υπάρχουν κρατούμενοι που δεν έχουν ούτε ένα επισκεπτήριο ή έχουν ελάχιστα επισκεπτήρια, καθώς οι δικοί τους μένουν μακριά και δεν έχουν την οικονομική δυνατότητα να τους επισκεφτούν ή δεν έχουν ένα υποστηρικτικό οικογενειακό περιβάλλον.

 

 

 Πέμπτον, τα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά που συνθέτουν την προσωπικότητα του εγκλείστου. Βάσει αυτών των στοιχείων καθένας «ερμηνεύει» με διαφορετικό τρόπο την εμπειρία του εγκλεισμού και προσαρμόζει τη συμπεριφορά του ανάλογα. Συνήθως, οι συναισθηματικά πιο ευάλωτοι εμφανίζουν μεγαλύτερο βαθμό ένταξης.

 

Το ερώτημα, βέβαια, που προκύπτει εδώ είναι το εξής: “όταν σε πολύ σκληρού τύπου φυλακές υπάρχει τέτοιος βαθμός ιδρυματοποίησης, πώς μπορεί στην πράξη να επιτευχθεί η κοινωνική ενσωμάτωση των ατόμων αυτών με την αποφυλάκισή τους, εάν δεν δοθεί έμφαση σε βελτιωτική και εξειδικευμένη μεταχείριση ανάλογα με την ηλικία, το διαπραττόμενο ααδίκημα, την προσωπικότητα κάθε ατόμου κ.λπ.;”. Στον ελληνικό νομικό μας πολιτισμό δεν ισχύει η διά βίου ισόβια κάθειρξη, επομένως ζητούμενό μας θα πρέπει να είναι το πώς θα επιτευχθεί, τελικά, η σύνδεση μεταξύ φυλακής-ελεύθερης κοινωνίας. Αλλιώς οι “αποθήκες ψυχών” ούτε για την κοινωνία αποτελούν προστασία, ούτε καταπολεμούν το έγκλημα και την υποτροπή.

 

Επιστρέφοντας, στο θέμα της προσαρμογής στο σύστημα της φυλακής, η αποκόμιση προσωπικών οφελών είναι η αιτία για την οποία ορισμένοι φυλακισμένοι προσαρμόζονται πιο σύντομα και σε μεγαλύτερο βαθμό, σε σημείο που –όσο παράδοξο κι αν φαίνεται- θεωρούν τη φυλακή «σπίτι» τους, είναι συνεργάσιμοι και υπάκουοι. Άλλοι εκφράζουν ανοιχτά την αμφισβήτηση στον θεσμό της φυλακής και αρνούνται να συνεργαστούν με το σωφρονιστικό προσωπικό. Παρατηρούμε ότι σε γενικές γραμμές η προσαρμογή τους διακρίνεται σε δύο βασικές κατηγορίες, εκ διαμέτρου αντίθετες: την απόλυτη υποταγή που εξασφαλίζει την αρμονία (έστω και φαινομενική) στις σχέσεις κρατουμένων-σωφρονιστικών υπαλλήλων και την εναντίωση που οδηγεί σε ρήξη με τους συγκρατούμενους και τους σωφρονιστικούς υπαλλήλους. Ασφαλώς, κατά τη διάρκεια του εγκλεισμού κάθε κρατούμενος μπορεί να διαφοροποιήσει τη στάση και τη συμπεριφορά του, ενώ πολλοί κρατούμενοι, όπως έχουμε καταγράψει και στο πλαίσιο των δικών μας ερευνών, υποστηρίζουν ότι αυτό που κυρίως τους ενδιαφέρει είναι να περάσει όσο πιο γρήγορα γίνεται ο καιρός, να εκτίσουν όσο πιο ανώδυνα γίνεται την ποινή του εγκλεισμού (αρχή του «do your time») κρατώντας, όσο είναι εφικτό, μία στάση πιο αποστασιωποιημένη και ουδέτερη, αποφεύγοντας τις εντάσεις και τους καβγάδες.

 

Από την άλλη, ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζει η περιγραφή οκτώ «εγκληματικών ταυτοτήτων» που ανάγονται σε συγκεκριμένα «εγκληματικά πρότυπα συμπεριφοράς». Αυτά τα συστήματα είναι σε μεγάλο βαθμό συγκεχυμένα, καθώς τα ίδια τα μέλη μπορεί να ανήκουν σε πολλά από αυτά ή να υιοθετούν πότε το ένα και πότε το άλλο. Παρά ταύτα, εξακολουθούν να υπάρχουν και να διατηρούν σε κάποιο βαθμό τη συνεκτικότητά τους.

 

Πιο αναλυτικά, η τυπολογία που είχε προταθεί από τον John Irwin περιλαμβάνει: τον «κλέφτη» (thief), τον «απατεώνα» (hustler), τον «τοξικομανή» (dope fiend ή αλλιώς hype ή junkie), το «κεφάλι» (head), τον «μη οργανωμένο εγκληματία» (disorganized criminal) τον «μεγαλωμένο σε ιδρύματα» (state-raised youth) τον «άντρα χαμηλής κοινωνικής τάξης» (the ‘man’ in the lower class) και το «καλό παιδί»/«νόμιμο» (square John).

 

 

Μεγάλη έμφαση είχε αποδώσει ο Irwin στον πρώτο τύπο, για τον οποίο είχε αναφέρει ότι ασκεί ισχυρές επιδράσεις τόσο γενικά στον «εγκληματικό κόσμο» όσο και ειδικά στον χώρο της φυλακής, παρόλο που θεωρούσε ότι το «εγκληματικό σύστημα» στο οποίο ανήκει ο κλέφτης χάνει σταδιακά την κυριαρχία του. Πρωταρχική επιδίωξη αυτού του τύπου είναι η συγκέντρωση όσο το δυνατόν μεγαλύτερου χρηματικού ποσού από «αναίμακτες» διαρρήξεις ή ένοπλες ληστείες. Κύρια χαρακτηριστικά του είναι η ψυχραιμία και η δεξιοτεχνία στην κλοπή. Η αντίληψή του θεμελιώνεται στο ότι ζει σε μία διεφθαρμένη και άδικη κοινωνία και ότι ο ίδιος είναι έντιμος και αξιόπιστος.

 

Σύμφωνα με τον Irwin, ο δεύτερος τύπος διαφοροποιείται από τον πρώτο. Σε αυτό τον τύπο ανήκουν κατά κανόνα έγχρωμοι άντρες μεγάλων αστικών κέντρων, οι οποίοι έχουν δημιουργήσει ένα δικό τους «σύστημα» κλοπής που διέπεται από αρχές, αξίες και τεχνικές κλοπής, τις οποίες έχουν αντιγράψει από μικρο-απατεώνες, μαστροπούς και τζογαδόρους που μετακινούνταν σε επαρχιακές περιοχές και εφάρμοζαν τις τεχνικές τους εναντίον εγχρώμων. Για τους «απατεώνες», δύο είναι οι τρόποι απόκτησης χρημάτων: οι μικρο-απατεωνιές και η μαστροπεία.

 

Ο τρίτος τύπος είναι το πρόσωπο που για μεγάλο χρονικό διάστημα κάνει χρήση οπιούχων, μορφίνης ή ηρωίνης. Η χρήση ναρκωτικών ουσιών ρυθμίζει την καθημερινότητά του, γιατί ο εθισμός του στερεί τη δυνατότητα να ασχοληθεί με άλλα πράγματα. Πιστεύει ότι η ζωή είναι ανιαρή και ότι η χρήση αποτελεί τη μοναδική διέξοδο στη ρουτίνα του.

 

Οι «μη οργανωμένοι εγκληματίες», που συνιστούν το μεγαλύτερο μέρος των καταδικασμένων για κακουργήματα, θεωρούνται η πιο επικίνδυνη ομάδα στον χώρο των φυλακών. Διάγουν μία χαοτική ζωή και αναπτύσσουν με αδέξιο τρόπο ποικιλόμορφη εγκληματική δραστηριότητα. Εμπλέκονται σε παράβαση κανόνων και πολυάριθμους καβγάδες.

 

Ο «άντρας χαμηλής κοινωνικής τάξης» ανήκει σε ένα μη «εγκληματικό σύστημα». Η ταυτότητά του θεμελιώνεται στην αρχή της αρρενωπότητας (manhood ή machismo).

Τέλος, είναι άξιο επισημάνσεως ότι πολλοί άνθρωποι που δεν έχουν καμία επαφή με «εγκληματικά συστήματα συμπεριφοράς» και μάλιστα διατείνονται ότι είναι νομιμόφρονες πολίτες, καταδικάζονται για κακουργήματα και φυλακίζονται.

 

Με τη φυλάκισή τους οι «συμβατικοί» παραβάτες συνειδητοποιούν ότι διαφέρουν σε πολύ μεγάλο βαθμό από τους «εγκληματίες» και γι’ αυτό προσδιορίζουν την ταυτότητά τους με άλλους τρόπους, κυρίως βάσει της επαγγελματικής, ταξικής ή οικογενειακής τους θέσης. Παράλληλα, αποδέχονται την «ετικέτα του καλού παιδιού», αναγνωρίζοντας έτσι ξεκάθαρα τη συμμετοχή και ταύτισή τους με τον «συμβατικό» κόσμο. Όσοι ανήκουν σε αυτό τον τελευταίο τύπο, συμμορφώνονται με τις επιταγές της κοινωνίας. Εδώ ακριβώς έγκειται η διαφορά με τους υπόλοιπους κρατούμενους, εφόσον το «καλό παιδί» αποδέχεται τους κοινωνικά καθιερωμένους κανόνες.

 

 

Επίσης, το «καλό παιδί», σύμφωνα με τον Irwin, δεν μπορεί να κατανοήσει τη βαθύτερη ουσία της αρχής του «πέρνα τον καιρό σου» που εφαρμόζει η πλειοψηφία των τροφίμων. Ο λόγος για τον οποίο θεωρεί τον εαυτό του έντιμο είναι ότι δεν αισθάνεται ένοχος και γι’ αυτό ή επιμένει ότι δεν έχει διαπράξει το αδίκημά του ή βρίσκει δικαιολογίες για να αιτιολογήσει την πράξη του.

 

Στα καταστήματα κράτησης της χώρας μας διαπιστώνεται, τις τελευταίες δεκαετίες, μία έντονη πολιτισμική ετερογένεια που ασκεί ισχυρές επιδράσεις στη ζωή και καθημερινότητα των εγκλείστων. Η μεγάλη ομάδα των κρατουμένων κατακερματίζεται, δίνοντας τη θέση της σε μικρότερες υπο-ομάδες, στις οποίες αναζητά ο κρατούμενος «καταφύγιο» προκειμένου να διασφαλίσει τη σωματική του ακεραιότητα, την ψυχική του υγεία αλλά και να εκτίσει όσο πιο ανώδυνα γίνεται τα «δεινά του εγκλεισμού»/pains of imprisonment. Ο κατακερματισμός της «μεγάλης ομάδας» των κρατουμένων σε μικρότερες ομάδες μπορεί να τροφοδοτήσει συγκρούσεις και να εντείνει τις ήδη τεταμένες σχέσεις, με αποτέλεσμα η αλληλεγγύη να δίνει τη θέση της πιο εύκολα στις συρράξεις των μελών της ομάδας/group confict.

 

Ωστόσο στο άτεγκτο και περιοριστικό περιβάλλον της φυλακής, ακόμα και αν οι σχέσεις των κρατουμένων δεν βασίζονται σε πηγαία, ειλικρινή και ανιδιοτελή συναισθήματα, είναι πολύ σημαντικές, ενώ καταγράφεται και η λεγόμενη «διαδικασία αδελφοποίησης»/fraternalization process μέσω της οποίας οι κρατούμενοι συνασπίζονται προκειμένου να αντιμετωπίσουν ενδεχόμενους κινδύνους και απειλές.

 

Συνοψίζοντας, η «μικροκοινωνία των κρατουμένων», αποτελούμενη τόσο από τη μεγάλη ομάδα όσο και τις μικρότερες ομάδες, διαδραματίζει σημαντικό ρόλο στο σύστημα της φυλακής, τόσο σε πρακτικό όσο και σε συμβολικό επίπεδο.

 

Θα συνεχίσουμε ασφαλώς τη συζήτηση.

 

Ενδεικτική Βιβλιογραφία και Πηγές

 

Α. Ανδρίτσου, Κ. Δασκαλάκη, Κ. Κατσουγιάννη, Π.Δ. Παπαδοπούλου, Π.Α. Σινόπουλος, Δ. Τσαμπαρλή, Έ. Φρονίμου, «Έρευνα: Ο Θεσμός της Φυλακής στην Ελλάδα: Προκαταρκτική Έκθεση της Ερευνητικής Ομάδας Εγκληματολογίας του Ε.Κ.Κ.Ε.», Επιθεώρηση Κοινωνικών Ερευνών, 68Α, Άνοιξη 1988, ειδικό τεύχ. αφιέρωμα στον Ηλία Δασκαλάκη.

Σ. Αλεξιάδης, Σωφρονιστική, 4η έκδ., Αθήνα-Θεσσαλονίκη: Σάκκουλας, 2001.

Η. Δασκαλάκης, Μεταχείριση Εγκληματία,Αθήνα-Κομοτηνή: Α.Ν. Σάκκουλας, 1985.

Ν. Κουράκης, Εγκληματολογικοί Ορίζοντες: Θεωρία και Πρακτική της Ποινικής Καταστολής, Αθήνα-Κομοτηνή: Α.Ν. Σάκκουλας, 1991.

Ε. Λαμπροπούλου, «Το Σύστημα των Κρατουμένων από την Εποχή του Big House μέχρι τη Σύγχρονη Φυλακή» στο Σύγχρονα Θέματα, 41-42, Ιούνιος 1990.

Μ. Μαυρής, Ρατσιστικές Αντιλήψεις και Ποινικές Διαδικασίες Κοινωνικού Αποκλεισμού: Έρευνα σε Αφρικανούς Κρατούμενους στη Φυλακή του Αγίου Στεφάνου Πατρών, Αθήνα: Α.Ν. Σάκκουλας, 2005.

Λ. Μπεζέ, «Στοιχεία για την ψυχολογία του κρατουμένου», Χρονικά, 1, Ιανουάριος 1991.

Γ. Πανούσης, «Ποίος ο Διαφθορεύς του Κρατούμενού μας; (Διαφθορά και Φυλακή)», Ποινική Δικαιοσύνη, 3/2004,.

Φ. Τσαλίκογλου, Μυθολογίες Βίας και Καταστολής, Αθήνα: Παπαζήσης, 1989.

 T.G. Blomberg, K. Lucken, American Penology: A History of Control, N. Brunswick and London: Aldine Transaction, 2006.

 D. Clemmer, The Prison Community, N. York: Rinehart, 1958, σελ. xiii, όπ.π. στο J. Dilulio, Governing Prisons: A Comparative Study of Correctional Management, N. York: Free Press, 1990.

 J. Dilulio, Governing Prisons: A Comparative Study of Correctional Management, N. York: Free Press, 1990.

 E. Goffman, Asylums Essays on the Social Situation of Mental Patients and other Inmates, N. York: Anchor, 1961.

 J.B Jacobs, Statevile: The Penitentiary in Mass Society, Chicago and London: The University of Chicago Press, 1977.

 J. Irwin, The Felon, Berkley, L. Angeles and London: University of California Press, 1970.

 T. Martin, Behind Prison Walls: The Real World of Working in Today’s Prisons, Colorado: Paladin Press, 2003.

 P. Moczydlowski, «Type of Penal Institution, its Economic Organization and the Informal Inmate Social Structure. An Explanatory Conception of the Informal Structure Functioning» στο Polish-Greek Studies: Social Deviance and Social Control, τόμ. 1, Αθήνα-Κομοτηνή: Α.Ν. Σάκκουλας, 1987, σσ. 11-53.

 P. O΄Brien, «The Prison on the Continent: Europe, 1865-1965» στο N. Morris, D. Rothman (επιμ), The Oxford History of the Prison: The Practice of Punishment in Western Society, Oxford: Oxford University Press, 1996.

 J. Panagopoulos, Korydallos: A Study of a Greek Prison for Women Offenders, Ann Arbor Michigan, 1979 στο Έ. Λαμπροπούλου, Κοινωνικός Έλεγχος του Εγκλήματος, Αθήνα: Παπαζήσης, 1994.

 M. R. Pogrebin, M. Dodge, «Women’s Accounts of their Prison Experiences: A Retrospective View on their Subjective Realities» στο R. Tewksbury (επιμ), Behind Bars: Readings on Prison Culture, N. Jersey: Pearson Prentice Hall, 2005.

 D. Sabbo, T.A. Kupers, W. London, « Gender and the Politicks of Punishment» στο D. Sabbo, T.A. Kupers, W. London (επιμ), Prison Masculinities, Philadelphia: Temple University Press, 2001.

 G.M. Sykes, The Society of Captives: A Study of a Maximum Security Prison, Princeton: Princeton University Press, 1958, σελ. xii.

 M.D. McShane, F.P. Williams III, επιμ, Encyclopedia of American Prisons, N. York and London: Garland Publishing, 1996.

 D. Whitfield, επιμ, The State of the Prisons-200 Years On, London and N. York: Routledge, 1991.