Η κοινωνική κατασκευή εξιλαστήριων θυμάτων: ο αποφυλακισμένος στην ταινία "Ο ΒΑΣΙΛΙΑΣ" του Νίκου Γραμματικού

Δρ. Ουίλιαμ Αλοσκόφης
Η κατασκευή εξιλαστήριων θυμάτων ή «αποδιοπομπαίων τράγων» είναι ένας αρχέγονος κοινωνικός μηχανισμός που παρατηρείται σε κάθε είδους κοινότητες, ομάδες και οργανώσεις, όπως μαρτυρούν η αρχαία γραμματεία, η ιουδαιο-χριστιανική παράδοση και οι επιστήμες της ιστορίας, της κοινωνικής ανθρωπολογίας και της κοινωνικής ψυχολογίας.
«Αποδιοπομποίηση» (scapegoating) είναι η διαδικασία με την οποία μια κοινότητα ή ομάδα επιρρίπτει αδικαιολόγητα (ή δυσανάλογα) την ευθύνη για φυσικές καταστροφές, θανατηφόρες επιδημίες, στρατιωτικές ήττες, οικονομικές κρίσεις, άνομες πράξεις ή οργανωτικές αποτυχίες σε μια μειονότητα ή σε ορισμένα άτομα τα οποία στη συνέχεια αποπέμπει ή εξοντώνει.[1]
Ο όρος προέρχεται από το έθιμο των αρχαίων Εβραίων να εναποθέτουν συμβολικά τις αμαρτίες τους σε έναν τράγο επιλεγμένο με κλήρο και στη συνέχεια να τον εγκαταλείπουν στην έρημο για να εξιλεωθούν.[2]
Χαρακτηριστικά εξιλαστήρια θύματα στην αρχαία Αθήνα ήταν οι Φαρμακοί- λέξη που σήμαινε «δηλητηριαστές, μάγοι» και «θυσιαζόμενοι προς εξαγνισμό άλλων». Ήταν ανάπηροι, ζητιάνοι ή παραβάτες που συντηρούσε η πόλη για να τους θυσιάσει σε περιόδους θεομηνιών ή απειλής πολέμου. Το τελετουργικό περιλάμβανε κτυπήματα με ποώδη φυτά, λιθοβολισμό και κάψιμο του σώματός τους στην πυρά.[3]
Ο Ιησούς υπήρξε βέβαια και αυτός θύμα αποδιοπομποίησης, όπως και οι μάρτυρες του χριστιανισμού. Κατά τον Μεσαίωνα χριστιανοί διεξήγαγαν αιματηρά πογκρόμ σε βάρος τοπικών εβραϊκών πληθυσμών όταν ξέσπαγαν επιδημίες πανώλης.[4]Από τον 14ομέχρι τον 17οαιώνα στην Ευρώπη οδηγήθηκαν στην πυρά πολλές δεκάδες χιλιάδες «μάγισσες» και αιρετικοί.[5]Στον 20ο αιώνα, αυταρχικά πολιτικά καθεστώτα κατασκεύασαν συστηματικά αποδιοπομπαίους τράγους στο πλαίσιο μιας στρατηγικής χειραγώγησης των μαζών.[6]Στον HermannGöringαποδίδεται η ρήση «Ακόμα κι αν δεν υπήρχαν οι Εβραίοι, θα έπρεπε να τους εφεύρουμε».
Πρόκειται προφανώς για ένα «λειτουργικό» για την εξουσία ψυχοκοινωνικό φαινόμενο. Η συμπαράταξη απέναντι στον έκτροπο διασώζει την επαπειλούμενη συνοχή της ομάδας. Η τελετουργική εκδίωξη ή εξόντωσή του εξαγνίζει τα μέλη της από ενοχές για πράξεις ή παραλείψεις τους και συντηρεί την ψευδαίσθηση ότι ο κόσμος είναι ασφαλής και προβλέψιμος.[7]
Το εξιλαστήριο θύμα ξεχωρίζει ως προς το μέγεθος της κοινωνικής ισχύος που διαθέτει: κατά κανόνα έχει μικρότερη (δούλος, γυναίκα, περιθωριακός), σπανιότερα έχει μεγαλύτερη (βασιλιάς, πολιτικός, στρατιωτικός ηγέτης) από τα υπόλοιπα μέλη της ομάδας. Σε κάθε περίπτωση, εκτιμάται ότι η αποδιοπομποίησή του δεν θα προκαλέσει αντίποινα. Επιπλέον, το θύμα θεωρείται «αναλώσιμο», γιατί δεν επιτελεί σημαντικό ρόλο ή αναπληρώνεται εύκολα. Κάποια γνωρίσματά του μπορεί να προκαλούν την αντιπάθεια, όπως σωματικές μειονεξίες, αντισυμβατική συμπεριφορά, προσωπική ανεξαρτησία, απροθυμία να συμμορφωθεί στα κοινά έθιμα, έλλειψη προσαρμοστικότητας, ενοχική ή μαζοχιστική ιδιοσυγκρασία.[8]
Τα προσωπικά γνωρίσματα του εξιλαστήριου θύματος δεν εξηγούν ωστόσο το ξέσπασμα της συλλογικής οργής εναντίον του. Η ψυχοδυναμική κοινωνική ψυχολογία ερμηνεύει το φαινόμενο ως προβολή απωθημένων ματαιώσεων και ενοχών για πράξεις ή παραλείψεις της ομάδας, ως ασυνείδητη μεταβίβασητων ευθυνών της σε ορισμένα άτομα ώστε να εκτονωθεί η συσσωρευμένη επιθετικότητα. Μια επερχόμενη οικονομική καταστροφή ή πολεμική σύρραξη ευνοούν την κατασκευή αποδιοπομπαίων τράγων προκειμένου να κατευναστούν οι συλλογικοί φόβοι.[9]
Ο René Girard υποστήριξε μάλιστα πως οι θυσίες εξιλαστήριων θυμάτων υπήρξαν ιδρυτικές πράξεις όλων των θρησκειών. Οι αρχαϊκές κοινότητες απειλούνταν διαρκώς από τον κίνδυνο να προκαλούσε μία βίαιη πράξη κλιμάκωση των αντεκδικήσεων μεταξύ τους και τελικά την αλληλοεξόντωσή τους. Γνώριζαν καλά πόσο μολυσματικό είναι το θέαμα της ανθρωποκτόνου βίας, πόσο επικίνδυνη είναι η τάση μίμησής της. Η θυσία του αποδιοπομπαίου τράγου ήταν μία πράξη θρησκευτικής πρόληψης της εμφύλιας διαμάχης,μια ιερή βία που προοριζόταν να κατευνάσει τη συλλογική επιθετικότητα και να αποκαταστήσει την ομοψυχία της ομάδας.[10]
Η υπόθεση της ταινίας
Λεπτομερειακή αναπαράσταση του φαινομένου της κατασκευής αποδιοπομπαίων τράγων, με θύμα έναν αποφυλακισμένο, προσφέρει η μεγάλου μήκους ταινία του σκηνοθέτη Νίκου Γραμματικού Ο ΒΑΣΙΛΙΑΣ (2002).
Το σενάριο των Νίκου Παναγιωτόπουλου και Νίκου Γραμματικού είναι εμπνευσμένο από μια αληθινή ιστορία που συνέβη το 1997 σε ένα χωριό της Πελοποννήσου. Η ταινία μας προκαλεί να σκεφτούμε πολλά θέματα: τις δυσκολίες που αντιμετωπίζει ο αποφυλακισμένος στην προσπάθεια να ενταχθεί στην ομαλή κοινωνική ζωή,[11]τις συνέπειες του κοινωνικού στιγματισμού γενικά, την ξενοφοβία κάθε κλειστής κοινότητας, τη διαφθορά της ευρύτερης κοινωνίας, κυρίως όμως τον μηχανισμό κατασκευής αποδιοπομπαίων τράγων.[12]Στο τελευταίο πεδίο, η ταινία του Νίκου Γραμματικού προσφέρει ταυτόχρονα ένα τεκμήριο, ένα μέσο διερεύνησης και ένα διδακτικό βοήθημα.[13]
Η ανάλυση που ακολουθεί αναπόφευκτα αποκαλύπτει την πλοκή και φυσικά δεν αποτυπώνει τη συγκίνηση που προκαλεί η ταινία.
Ο 35χρονος Βαγγέλης Φαρμακόρης (Βαγγέλης Μουρίκης), πρώην χρήστης και εμπλεκόμενος στα δίκτυα διακίνησης ναρκωτικών, αποφυλακί­ζεται, μετά από πέντε χρόνια εγκλεισμού, «καθαρός» και αποφασισμένος να αρχίσει μια νέα ζωή. Αρνείται κάθε βοήθεια από τους συνεργάτες του «Τσε», του πρώην αφεντικού του στην παρανομία. Εγκαταλείπει την πρωτεύουσα, με τη συνδρομή της αποκαρδιωμένης θετής μητέρας του Αθηνάς (Άννα Βαγενά), για να εγκατασταθεί στο εγκαταλειμμένο Παραδείσι. Επισκευάζει το ετοιμόρροπο πατρικό του και αναζητά μεροκάματο μαζί με τους αλλοδαπούς εργάτες. Λιγομίλητος και αξιοπρεπής, αντιμετωπίζει την εχθρότητα του εργολάβου Γιάννη (Γιάννης Ζουγανέλης) και την ψυχρότητα του προέδρου (Μπάμπης Γιωτόπουλος) και άλλων παραγόντων της γειτονικής κοινότητας που μένουν σε βίλες με περιμετρικά τείχη και κάμερες ασφαλείας. Η ειρωνεία είναι πως μόνο ένας αστυνομικός, ο Πέτρος Βολιώτης (Μηνάς Χατζησάββας), του προσφέρει έμπρακτη στήριξη. Βαθμιαία αναπτύσσεται ανάμεσά τους μια φιλία με αφορμή τη συνήθεια να παίζουν σκάκι. Η επίσκεψη της Μαρίας (Μαριλίτα Λαμπροπούλου), της συντρόφου του Βαγγέλη, θα πυροδοτήσει τον φθόνο των ανδρών του χωριού. Με τα προβλήματα που φέρνει μαζί της από την παρανομία, η Μαρία θα λειτουργήσει ως καταλύτης για τον εξοστρακισμό του.
Σε αντίθεση με άλλες ελληνικές ταινίες της περιόδου, η σκηνοθεσία του Νίκου Γραμματικού έχει μια απλότητα και μια γραμμικότητα που θυμίζει κλασικό κινηματογράφο, με μεγάλο αριθμό σκηνών και πλάνων που έχουν αλληλουχία.[14]Η μουσική του Θανάση Παπακωνσταντίνου αυξομειώνει τον ρυθμό της δράσης. Η φωτογραφία του Γιάννη Δασκαλοθανάση είναι νατουραλιστική, ο φωτισμός κυρίως φυσικός. Ο θεατής έχει την αίσθηση ότι γίνεται αυτόπτης μάρτυρας των τεκταινόμενων.
Ο κοινωνικός ρεαλισμός όμως συνδυάζεται με πλήθος συμβολικές αναφορές στην αρχαία γραμματεία («Φαρμακόρης» <Φαρμακός) και την Αγία Γραφή (ονόματα και τοπωνύμια με χριστιανικές συμπαραδηλώσεις). Για παράδειγμα, η ίδια η φυσιογνωμία και η αποκαθήλωση του ξυλουργούΒαγγέλη, το απόσπασμα που διαβάζει ο ιερέας από το Κατά Ματθαίον Ευαγγέλιο στην εκκλησία «ἐπείνασα γὰρ καὶ οὐκ ἐδώκατέ μοι φαγεῖν, ἐδίψησα καὶ οὐκ ἐποτίσατέ με, ξένος ἤμην καὶ οὐ συνηγάγετέ με, γυμνὸς καὶ οὐ περιεβάλετέ με, ἀσθενὴς καὶ ἐν φυλακῇ καὶ οὐκ ἐπεσκέψασθέ με», ο φίλος του Πέτροςο οποίος θα τον απαρνηθεί όταν θα τον κατηγορήσουν ότι «άνοιξε παρτίδες μαζί του» κ.ά. συμβολικές αναφορές μας υπενθυμίζουν πως δεν βλέπουμε μία φολκλορική καταγραφή της επαρχιώτικης ξενοφοβίας, αλλά ταινία μυθοπλασίας με θέμα έναν ψυχοκοινωνικό μηχανισμό με ανθρωπολογική σημασία.[15]
Οι συμβολισμοί της ταινίας έχουν, όπως επισημαίνει η Μαρία Παραδείση, μια «ειρωνική αντίστιξη».[16]Για παράδειγμα, τα κορδόνια με τα οποία ο αποφυλακισμένος Βαγγέλης δένει τα παπούτσια του με αισιοδοξία κατά την έξοδό του από τη φυλακή, θα επανεμφανιστούν όταν απελπισμένος αποφασίζει να δώσει ένα τέλος στην εμπλοκή του στο ποινικό σύστημα. Ο Πέτρος αγκαλιάζει τον Βαγγέλη μια φορά για τον στηρίξει στην αρχή της γνωριμίας τους, όταν σπάει η σκάλα, για να τον ξαναγκαλιάσει στη σκηνή της αποκαθήλωσης. Η θριαμβευτική περιφορά του σκοτωμένου λύκου στην κεντρική πλατεία από τους κυνηγούς θυμίζει τη σκηνή των πανηγυρισμών γύρω από την «κλούβα» μετά τη σύλληψη του Βαγγέλη.
Η σύγκρουση ανάμεσα στον τρόπο ζωής του Βαγγέλη και σε εκείνον των θαμώνων του American Dream Café στο Νέο Παραδείσι βρίσκεται στο επίκεντρο της πλοκής («Σιγά μη μας μάθει και πώς θα ζήσουμε τώρα!»). Η κύρια αντίθεση διασταυρώνεται με τη δευτερεύουσα, ανάμεσα στον φυσικό τρόπο ζωής που έχει επιλέξει ο Βαγγέλης («Όσο χρειαστεί, ώσπου να ξέρω ότι μπορώ να γυρίσω πίσω, ώσπου να τους ξεχάσω») και την ανάγκη της νεαρής Μαρίας να ξεφύγει από τη μονοτονία της ζωής στο χωριό. Ο συνδυασμός των δύο αντιθέσεων οδηγεί τον Βαγγέλη σε ένα προσωπικό αδιέξοδο που περιγράφεται από τον Πέτρο με τον σκακιστικό όρο «τσούγκσβανγκ» (Zugzwang): γνωρίζει πως η επόμενη κίνησή του θα είναι κακή, αλλά δεν του έχει μείνει καμία άλλη να παίξει.[17]
Πού οφείλεται όμως η συλλογική εχθρότητα απέναντι στον Βαγγέλη; Γιατί αντιμετωπίζεται ως ξένος περισσότερο και από τους αλλοδαπούς που έχουν εγκατασταθεί στο χωριό;
Η κοινότητα δεν έχει πληγεί ακόμη από κάποια οικονομική κρίση. Απεναντίας, η εκμετάλλευση του πυρπολημένου δάσους για οικοπεδοποίηση και υλοτομία φαίνεται πως προσφέρει μια πηγή πλουτισμού. Οι κάτοικοί της όμως είναι βαθιά διαιρεμένοι, γεμάτοι προσωπικούς ανταγωνισμούς και μνησικακίες. Ακόμη βαθύτερο είναι το σχίσμα ανάμεσα στους Έλληνες μικροαστούς που περνούν την ημέρα τους στο καφενείο από τη μια και σε αλλοδαπούς εργάτες και αλλοδαπές εκδιδόμενες από την άλλη. Μόνο η «θυσία» του Βαγγέλη καταφέρνει στο τέλος να γεφυρώσει, πρόσκαιρα βέβαια, αυτό το κοινωνικό σχίσμα.
Τα στάδια της αποδιοπομποίησης του αποφυλακισμένου
Η αποδιοπομποίηση του Βαγγέλη περνά από ορισμένα στάδια που αναπαριστούν έξοχα τη λειτουργία του μηχανισμού κατασκευής εξιλαστήριων θυμάτων.
Μετά την αποφυλάκισή του, ο Βαγγέλης έρχεται να εγκατασταθεί στο ερειπωμένο Παραδείσι. Αντιμετωπίζεται από τη γειτονική κοινότητα ως «ξένος», χωρίς συγγενικό δίκτυο υποστήριξης, αφού κανένας δεν θυμάται ότι παιδί είχε επισκεφτεί το χωριό όταν ζούσε ο παππούς του.
Παρότι ευγενικός, δεν «επιδίδει τα διαπιστευτήριά του» στο κεντρικό καφέ-μπαρ, ούτε δίνει μια ευλογοφανή δικαιολογία γιατί έφυγε από την Αθήνα («Ήρθα να λύσω τα υπαρξιακά μου... Ξέρεις, να ζει κανείς ή να μη ζει;») . Εγκαθίσταται στα όρια της κοινότητας, στο επικίνδυνο μεταίχμιο που στέκεται όποιος δεν θεωρείται ούτε πλήρες μέλος της, ούτε περαστικός τουρίστας.
Είναι σαφές ότι ο Βαγγέλης είναι οικονομικά περιττός στο χωριό, αφού υπάρχουν άφθονα φτηνά εργατικά χέρια αλλοδαπών («Ήρθαν οι Έλληνες να μας πάρουν τη δουλειά;»). Επιπλέον, η ανοίκεια εμφάνισή του τον καθιστά ευάλωτο στον στιγματισμό («Εσένα δεν σου έχει τύχει με το που να δεις κάποιον, να μην τον πας;»).
Μια απροσεξία, που θα μπορούσε να προκαλέσει πυρκαγιά και μια παρεξήγηση με τον εργολάβο Γιάννη γίνονται αφορμές για να αρχίσει να αντιμετωπίζεται ως απειλή.
Επιπλέον, ο Βαγγέλης είναι ευερέθιστος, αντιδρά δυσανάλογα σε κάθε προσβολή. Γνώρισμα που αποδίδει στην ιδιοσυγκρασία του, αλλά μπορεί να επιδεινώθηκε στη φυλακή στην οποία όφειλε να απαντά δυναμικά στις προκλήσεις για να μη θεωρηθεί αδύναμος («Τα κάγκελα για όλους ίδια είναι. Τα όρια του καθένα είναι διαφορετικά»). Μικρά ολισθήματα που θα αποκτήσουν όμως μεγάλη βαρύτητα κατά την αναδρομική αναθεώρηση της κοινωνικής του ταυτότητας μετά την αποκάλυψη του ποινικού ιστορικού του.[18]
Λίγα πρόσωπα του δείχνουν κάποια συμπάθεια, η μικρή Αγγελική, κόρη αλλοδαπού εργάτη, η Γεωργία (Ευαγγελία Ανδρεαδάκη), ιδιοκτήτρια του σουπερμάρκετ, η «ελαφρόμυαλη» Βιβή (Βιβή Κόκκα). Μόνο ο Πέτρος όμως, ο αστυνομικός με τον οποίο παίζουν σκάκι, του προσφέρει ουσιαστική στήριξη.
Η πρόοδος που πέτυχε εργαζόμενος στην υλοτόμηση του καμένου δάσους ανατρέπεται με την εμφάνιση της Μαρίας, της πρώην συντρόφου του η οποία του συμπαραστάθηκε όσο ήταν στη φυλακή. Οι άνδρες του χωριού αντιλαμβάνονται πως είναι απρόσιτη γι’ αυτούς – δεν τολμούν ούτε να τη φλερτάρουν – αλλά μετατρέπουν τον πόθο τους σε επιθετικότητα προς τον Βαγγέλη («Σκοπεύεις να μας κουβαλήσεις κι άλλους κοπρίτες εδώ χάμω; Κοινόβιο θα το κάνετε;»).[19]
Η εισβολή στο καφενείο των ένοπλων συνεργατών του «Τσε», που αναζητούν τη Μαρία για κάποια υπόθεση ναρκωτικών, προκαλεί ηθικό πανικό. Η ευθύνη για το συμβάν επιρρίπτεται στον Βαγγέλη, παρότι προσπάθησε μόνο να προστατέψει τη Μαρία·σε αντίθεση με τους παρευρισκόμενους που ταπεινώθηκαν παραμένοντας άπραγοι μάρτυρες της βίαιης απαγωγής της.
Στο σημείο αυτό η σύγκρουση του Βαγγέλη με την κοινότητα κλιμακώνεται. Συγκεντρώνονται υπογραφές για την εκδίωξή του. Η εισαγγελέας (Δήμητρα Χατούπη) διατάσσει τη διενέργεια ψυχιατρικής πραγματογνωμοσύνης σε δημόσιο ψυχιατρείο. Διαδικασία που θα αποκαλύψει το ποινικό ιστορικό του Βαγγέλη το οποίο ο Πέτρος κρατούσε επιμελώς μυστικό. Στο εξής, ο παρίας-«Βασιλιάς» του εγκαταλειμμένου χωριού φέρει και το ανεξίτηλο στίγμα του εγκληματία.[20]
Εκμεταλλευόμενοι την απουσία του για την πραγματογνωμοσύνη, άγνωστοι (βλέπουμε μόνο τα χέρια τους) καταστρέφουν με μανία τα υπάρχοντά του, σφάζουν την κατσίκα του και μολύνουν με το κουφάρι της το πηγάδι του σπιτιού του. Η αντίδραση του Βαγγέλη να εισβάλει οργισμένος στο καφενείο οδηγεί στο ομαδικό λιντσάρισμά του στην πλατεία. Στην προσπάθεια να αμυνθεί, ο Βαγγέλης τραυματίζει σοβαρά με μαχαίρι τον Αναστάση (Τάσος Νούσιας), τον γιο του προέδρου, που προσπαθούσε να τον προστατέψει.
Έλληνες και αλλοδαποί εξοπλίζονται για να τον καταδιώξουν. Χάρη στην παρέμβαση αστυνομικών ενισχύσεων που ζήτησε ο Πέτρος, οι ανθρωποκυνηγοί αφοπλίζονται και ο Βαγγέλης βρίσκει την ευκαιρία να παρουσιαστεί στο σπίτι του Πέτρου για να παραδοθεί στις αρχές. Η κατάθεση της Βιβής υπέρ του έρχεται αργά για να αλλάξει κάτι. Η διαπόμπευση από την τηλεόραση και τα νέα για την κρίσιμη κατάσταση της υγείας του γιου του προέδρου εξωθούν τον Βαγγέλη στην αυτοκαταστροφή, αφού αφήσει πίσω του έναν χειροποίητο ξύλινο «Βασιλιά» που έλλειπε από τη σκακιέρα του Πέτρου.
Η «θυσία» του Βαγγέλη αποκαθιστά τη διασαλεμένη τάξη και την ομοθυμία των κατοίκων της κοινότητας. Έλληνες και αλλοδαποί συσπειρώνονται για να εμποδίσουν τον ενταφιασμό του στο νεκροταφείο της. Η εξιλέωση επισφραγίζεται με την πολυπόθητη βροχή («Έχει να βρέξει από τότε που ήρθε στο χωριό») και τα ευχάριστα νέα πως ο γιος του προέδρου διέφυγε τον κίνδυνο.
 Τι θα μπορούσε να σώσει τον «Βασιλιά»;
Ο αστυνομικός του χωριού, είναι εκείνος που δείχνει μεγαλύτερη κατανόηση για τη θέση του Βαγγέλη, ίσως γιατί αντιλαμβάνεται καλύτερα τη φύση των προβλημάτων που αντιμετωπίζει ένας αποφυλακισμένος. Μεσολαβεί για να βρει δουλειά και δεν αποκαλύπτει δυσφημιστικές πληροφορίες από το ποινικό ιστορικό του. Νουθετεί τον Βαγγέλη (ακόμη και χαστουκίζοντάς τον) να αποφεύγει τις παρεξηγήσεις και να αντιδρά ψύχραιμα στις προκλήσεις. Στα «πολεμικά συμβούλια» των παραγόντων της κοινότητας προειδοποιεί για τις πιθανές συνέπειες μιας αποπομπής του Βαγγέλη και προσπαθεί να τους αποθαρρύνει μεγαλοποιώντας τις νομικές δυσκολίες. Αποτυγχάνει ωστόσο να τον προστατέψει μέχρι τέλους. Άλλωστε το κύρος του είναι μειωμένο γιατί έχει (βάσιμα μαθαίνουμε) τη φήμη αστυνομικού που χρηματίζεται.
Τι θα μπορούσε όμως να κάνει επιπλέον ένας φορέας κύρους και εξουσίας για να προστατέψει το υποψήφιο εξιλαστήριο θύμα; Λίγα πράγματα, σύμφωνα με τους κοινωνικούς ψυχολόγους που έχουν μελετήσει το φαινόμενο της αποδιοπομποίησης σε μικρές ομάδες.[21]
Στο αρχικό στάδιο, ήταν λάθος του Πέτρου, όπως παραδέχεται και ο ίδιος, να στείλει τον Βαγγέλη στο σπίτι του εργολάβου Γιάννη για να δανειστεί ένα εργαλείο. Η μείωση της αλληλεπίδρασης με τους ανθρώπους που εχθρεύονταν τον Βαγγέλη θα ήταν ένα προληπτικό μέτρο.
Στα επόμενα στάδια, ένας φορέας κύρους θα μπορούσε ίσως να εξηγήσει στην κοινότητα τον μηχανισμό κατασκευής εξιλαστήριων θυμάτων και να επισημάνει πως το βαθύτερο κίνητρο της αποδιοπομποίησης είναι να διασωθεί η συνοχή της, σε βάρος όμως ενός μέλους της. Ιδανικά, θα αντιπρότεινε έναν εναλλακτικό τρόπο ενίσχυσης της ομάδας ή θα αποσπούσε την προσοχή της σε άλλο ζήτημα.
Η πλήρης συνειδητοποίηση από τον Βαγγέλη της κοινωνικής διεργασίας που εξελίσσεται σε βάρος του θεωρητικά ήταν ικανή να τον ενδυναμώσει αρκετά ώστε να αντιμετωπίσει τις προσβολές ψύχραιμα. Όταν όλα είχαν πια αποτύχει, ήταν σαφώς προτιμότερη η έγκαιρη απομάκρυνση του εξιλαστήριου θύματος από την κοινότητα.
Η πρόσληψη της ταινίας
Παρά το γεγονός ότι Ο ΒΑΣΙΛΙΑΣ (2002) έλαβε σημαντικά κινηματογραφικά βραβεία,[22]η υποδοχή του από την πλειονότητα των κριτικών δεν ήταν θετική, όπως άλλωστε είχε γίνει και με την ταινία Ο ΔΡΑΚΟΣ (1956)του Νίκου Κούνδουρου.[23]Ωστόσο, και οι δύο καταξιώθηκαν «στόμα με στόμα» στην πρωτοπορία του σύγχρονου ελληνικού σινεμά.
Η ταινία προβλήθηκε λίγο πριν από τους Ολυμπιακούς Αγώνες της Αθήνας, σε μια ιστορική συγκυρία πρωτοφανούς ευδαιμονίας, γεγονός που εξηγεί ίσως γιατί κάποιοι κριτικοί δεν είδαν με καλό μάτι την πολυμέτωπη επίθεση του Νίκου Γραμματικού στην αυταρέσκεια, την επαρχιώτικη ξενοφοβία και την εκτεταμένη διαφθορά της ελληνικής κοινωνίας.
H ταινία δεν κατέφυγε ούτε στα κλισέ των στρατευμένων ταινιών με ήρωα κρατούμενο ή αποφυλακισμένο.Έφερε στο προσκήνιο τα ζητήματα της επανένταξης και του στιγματισμού των ποινικών παραβατών αποφεύγοντας όμως τον απλοϊκό μανιχαϊσμό. Οι χαρακτήρες της δεν είναι μονοσήμαντα «κακοί» αστυνομικοί ή «καλοί» παράνομοι. Το γεγονός αυτό ξένισε όσους θα προτιμούσαν, για λόγους σκοπιμότητας, μια λιγότερο ρεαλιστική απεικόνιση της ψυχοσύνθεσης του αποφυλακισμένου, μια συνειδητή εξιδανίκευσή του, ώστε να «εξισορροπηθούν» υποτίθεται οι κοινωνικές προκαταλήψεις.
Επιπλέον, σε αντίθεση με άλλες ταινίες με κεντρικό ήρωα μετανάστη ή πρόσφυγα, ο ξένοςτου Νίκου Γραμματικού δεν είναι αλλοδαπός. Οι αλλοδαποί γίνονται βέβαια θύματα άγριας εκμετάλλευσης από τους εργοδότες τους. Μαθαίνουμε πως κακοπληρώνονται και πως οι Έλληνες μικροϊδιοκτήτες τούς δανείζουν ο ένας στον άλλο σαν να ήταν υποζύγια. Ωστόσο, εξαιτίας της δυναμικής της αποδιοπομποίησης, οι αλλοδαποί θα συμπαραταχθούν - με εξαίρεση τη μικρή Αγγελική - με τους εργοδότες τους ενάντια στον αποφυλακισμένο.[24]
Τέλος, ο επιτυχημένος συνδυασμός τραγικού και κωμικού στοιχείου και ένα-δύο «τολμηρά» πλάνα ήρθαν επίσης σε αντίθεση με τη σοβαροφάνεια και τον πουριτανισμό του «πολιτικώς ορθού» στρατευμένου σινεμά.
Η συγκλονιστική ερμηνεία του πρωταγωνιστή Βαγγέλη Μουρίκη τον καταξίωσε ως αντι-σταρ και «σύμβολο ενός πολιτικού και αισθητικού κινήματος».[25]Παρότι υποδύεται έναν αποφυλακισμένο πρώην χρήστη, κερδίζει αμέσως τη συμπάθεια του θεατή, αφού ο τελευταίος, όπως επισημαίνει η Ασπασία Λυκουργιώτη, «…πείθεται για την οδυνηρή πραγματικότητα της φυλακής από τα σημάδια που έχει αφήσει στο σώμα του ηθοποιού».[26]
Πράγματι, βλέπουμε μόνο ένα εξωτερικό πλάνο της κεντρικής πύλης όταν αποφυλακίζεται ο Βαγγέλης, ωστόσο η σκιά της φυλακής που στιγματίζει ανεξίτηλα και καταστρέφει κοινωνικές δεξιότητες πέφτει βαριά πάνω στον πρωταγωνιστή καθ’ όλη τη διάρκεια της ταινίας. Τα τελευταία λόγια του «Βασιλιά» κατά την εξέτασή του από την επιτροπή ψυχιάτρων, «Είναι πολύ… προσβλητικό να θέλουν να σε διώξουν από έναν τόπο… πολύ προσβλητικό», απηχούν τα συναισθήματα κάθε αποδιοπομπαίου τράγου.
Ο ΒΑΣΙΛΙΑΣ του Νίκου Γραμματικού αναδεικνύει τον κοινωνικό στιγματισμό και τα άλλα εμπόδια που καλείται να υπερβεί ένας αποφυλακισμένος και ταυτόχρονα περιγράφει επακριβώς τον αρχέγονο μηχανισμό της αποδιοπομποίησης κάθε αναφομοίωτου ξένου.[27]
Ουίλιαμ Αλοσκόφης, Δρ. κοινωνιολόγος

[1]          Ο όρος χρησιμοποιείται για το φαινόμενο του «Χιτλερικού αντισημιτισμού» στο Burke K., A grammar of motives, Berkeley, University of California Press, Los Angeles – London 1969, σ.336, 406-408. Για την καταγωγή και το σημασιολογικό πεδίο του όρου βλ. Μοσχοπούλου Α., «Αποδιοπομπαίος τράγος», Σπινέλλη Κ.Δ., Κουράκης Ν.Ε., Κρανιδιώτη Μ.Π. Λεξικό εγκληματολογίας, Τόπος, Αθήνα 2018, σ.86-88.
[2]           Λευιτικόν, Παλαιά Διαθήκη, κεφ.16, στίχοι 8-10, 20-22. DouglasT., Scapegoats. Transferringblame, Routledge, London-NewYork 1995, σ.6-8. Σύμφωνα με το Λεξικό της Νέας Ελληνικής Γλώσσας του Μπαμπινιώτη, η φράση «αποδιοπομπαίος τράγος» είναι ένας νεολογισμός που μαρτυρείται από τη δεκαετία του 1880. Ο όρος είναι προϊόν συμφυρμού του αρχαιοελληνικού αποδιοπομπούμαι(= αποτρέπω κακά, ξορκίζω) και του αποπομπαίος τράγοςτης Π.Δ.
[3]           GirardR., Η βία και το ιερό. Το εξιλαστήριο θύμα(μετ. Κ. Παπαγιώργης, επιμ. Π. Γκέκα),Πλέθρον, Αθήνα2017, σ.155-157·  Douglas T., Scapegoats. Transferring blame…, ό.π., σ.37.
[4]           Girard R., The scapegoat(μετ. Y. Freccero), The Johns Hopkins University Press, Baltimore, Maryland 1989.
[5]           Douglas T., Scapegoats. Transferring blame…, ό.π., σ.40-41.
[6]           Douglas T., Scapegoats. Transferring blame…,ό.π., σ.47-48.
[7]           Murji K., “Scapegoating”, στο: McLaughlin E. & Muncie J. The Sage dictionary of criminology. Secondedition,Sage, London2006, σ.369-371· Γρίβας Κ., Αποδιοπομπαίος τράγος. Ψυχική «αρρώστια» και εξάρτηση,Εκδοτική Θεσσαλονίκης, Θεσσαλονίκη 2006.
[8]           WrightF., HoffmanX.H., GoreE.M., “Perspectivesonscapegoatinginprimarygroups”, Group12(1), 1988, σ.33-44· GirardR., Η βία και το ιερό..., ό.π., σ.28-30· GirardR., Thescapegoat…, ό.π., σ.198· DouglasT., Scapegoats…, ό.π., σ.70-74.
[9]           Allport G. W., The nature of prejudice, Cambridge, MA: Perseus Books, 1954/1979, Chapter 15· Douglas T., Scapegoats: Transferring blame…, ό.π., σελ.14, 111κ.έ.· Gemmill G., “The Dynamics of Scapegoating in Small Groups”, Small Group Research20(4), 1989, σελ.406-418· Glick P., “Choice of Scapegoats”, στο: J. F. Dovidio, P. Glick, L. Rudman, On the Nature of Prejudice: Fifty Years after Allport, Blackwell Publishing 2005, σ.244–261·  Rothschild Z.K., Landau M.J., Sullivan D., & Keefer L.A., “A dual-motive model of scapegoating: displacing blame to reduce guilt or increase control”, Journal of Personality and Social Psychology102(6), σ.1148-1163.
[10]         «Τα ομογενή ζώα δεν μάχονται ποτέ μέχρι θανάτου· ο νικητής δεν σκοτώνει τον νικημένο. Το ανθρώπινο είδος στερείται αυτής της προστασίας. Στη θέση του ατομικού βιολογικού μηχανισμού μπαίνει ο συλλογικός και πολιτισμικός μηχανισμός του εξιλαστήριου θύματος» (Girard, R., Η βία και το ιερό..., ό.π., σελ.365).
[11]         Λυκουργιώτη Α., «Από τον Jean-PierreLéaudστον Βαγγέλη Μουρίκη: Ο ηθοποιός-σύμβολο ενός κινήματος», στο: Μ. Παραδείση και Α. Νικολαΐδου, Από τον πρώιμο στον σύγχρονο ελληνικό κινηματογράφο. Ζητήματα μεθοδολογίας, θεωρίας, ιστορίας, Gutenberg, Αθήνα 2017, σελ.236-260.
[12]         Συνέντευξη του Νίκου Γραμματικού, ΤΑ ΝΕΑ, 27-2-2003.
[13]         Λύδακη Α., Μέσα από την κάμερα. Κινηματογράφος και κοινωνική πραγματικότητα, Παπαζήση, Αθήνα 2012, σ.31-39, 43, 60.
[14]         Παραδείση Μ. Κινηματογραφική αφήγηση…, ό.,π., σ.126.
[15]         Συνέντευξη του Ν. Γραμματικού στον Μίμη Τσακωνιάτη, Νέμεσις, Φεβρουάριος 2003· Παραδείση, Μ.Κινηματογραφική αφήγηση…, ό.π., σ.130-131.
[16]         Στο ίδιο, σ.127.
[17]         Στο ίδιο, σ.131.
[18]         Δασκαλάκης Η., Η εγκληματολογία της κοινωνικής αντίδρασης, Αντ. Ν. Σάκκουλα, Αθήνα-Κομοτηνή 1985, σ.148-149.
[19]         GirardR., Η βία και το ιερό…, ό.π., σ.64-65.
[20]         Δασκαλάκης Η., ό.π., σ.152.
[21]         Douglas T., Scapegoats..., ό.π., σ.153 κ.έ.·Douglas, T., A handbook of common groupwork problems, Routledge, London – New York 1991, σ.73-76.
[22]         ΟΒΑΣΙΛΙΑΣ (2002) διακρίθηκε στο 43οΦεστιβάλ Θεσσαλονίκης με τα βραβεία ΑΑ΄ Πρώτου Ανδρικού ρόλου, Σκηνογραφίας και ΄Ηχου, ΓΑ΄ Καλύτερης Ταινίας και στο 27οΔιεθνές Φεστιβάλ Κινηματογράφου του Καΐρου με τη Χρυσή Πυραμίδα.
[23]         Γανιάρης Ν. «Ο ‘Δράκος’ του Κούνδουρου: μία σύγχρονη ταινία», TheArtofCrime, 2 (Μάιος), 2017, .
[24]         Συνέντευξη του Ν. Γραμματικού στην Ευάννα Βενάρδου, Σινεμά, Φεβ. 2003.
[25]         Λυκουργιώτη, Α., ό.π., σ.250.
[26]         Λυκουργιώτη, Α., ό.π., σ.252.
[27]         Ο σκηνοθέτης Νίκος Γραμματικός επισκέφτηκε τη Λέσχη Ανάγνωσης & Κινηματογράφου του Κ.Κ. Κορυδαλλού μια φορά με τον πρωταγωνιστή Βαγγέλη Μουρίκη και μία με τον κριτικό Άκη Καπράνο και συζήτησαν σε βάθος την ταινία με τους συμμετέχοντες κρατουμένους («Ο κινηματογραφικός Βασιλιάςστη φυλακή», ). Οι συζητήσεις αυτές έδωσαν το πρώτο ερέθισμα γι' αυτό το άρθρο. Θέλω επίσης να ευχαριστήσω τον ψυχολόγο Βαγγέλη Καναβιτσά για τις χρήσιμες επισημάνσεις του και τον κοινωνικό λειτουργό Μάριο Νάστο γιατί πριν από πολλά χρόνια είχε επιμείνει να δω τον ΒΑΣΙΛΙΑ.

πηγή: crimetimes.gr