Ένοχος χωρίς ελαφρυντικά κρίθηκε ο Αλβανός για τη δολοφονία 85χρονης

«Μπήκα στο σπίτι γιατί άκουσα θόρυβο. Το μόνο που ήθελα ήταν να βοηθήσω»! Έτσι εξήγησε χθες ενώπιον του Μικτού Ορκωτού Εφετείου Δωδεκανήσου ο 52χρονος αλλοδαπός Αλβανικής
καταγωγής, τα δακτυλικά του αποτυπώματα που βρέθηκαν στο σπίτι της 85χρονης Μαρίας Καπλανίδου το 1998 στην Κω.
Ο ίδιος ωστόσο δεν κατάφερε να πείσει δικαστές και ενόρκους για τον ισχυρισμό του ότι δεν είναι αυτός ο δράστης του αποτρόπαιου εγκλήματος, αλλά ούτε και για ποιο λόγο δεν βρέθηκαν δακτυλικά αποτυπώματα του ομοεθνούς του «Αστρίτ», αυτού δηλαδή που δηλώνει ότι σκότωσε την ηλικιωμένη γυναίκα!
Το δικαστήριο έκρινε για δεύτερη φορά ένοχο τον 52χρονο χωρίς να του αναγνωρίσει κανένα ελαφρυντικό για την κατηγορία της ανθρωποκτονίας από πρόθεση και του διατήρησε την πρωτόδικη ποινή που του είχε επιβληθεί, δηλαδή της ισόβιας κάθειρξης.
Σημειώνεται πως ο συνήγορος του κατηγορουμένου, κος Μανώλης Κουτσούκος, ζήτησε από το δικαστήριο να του αναγνωρίσει το ελαφρυντικό της μετέπειτα καλής συμπεριφοράς, ωστόσο το αίτημα δεν έγινε δεκτό.
Κατά την ακροαματική διαδικασία, ο 52χρονος αλλοδαπός αναφερόμενος στη μοιραία εκείνη βραδιά, θυμήθηκε ότι τα έπιναν μαζί με τον συμπατριώτη του από την Αλβανία, τον «Αστρίτ» σε κάποιο μαγαζί στην Κω και πως είχαν καταναλώσει αρκετή ποσότητα αλκοόλ.
Προς το τέλος της βραδιάς, ο Αστρίτ είπε στον κατηγορούμενο ότι «κάπου πρέπει να πάμε μαζί» και κατέληξαν στο σπίτι της άτυχης 85χρονης. Ο 52χρονος είπε πως ο φίλος του μπήκε από το παράθυρο μέσα στο σπίτι της ηλικιωμένης και πως εκείνος περίμενε απ’ έξω για λίγο. Τότε άκουσε θόρυβο και μπήκε μέσα στο σπίτι από τη σχισμένη σήτα του παραθύρου και ο ίδιος και αντίκρισε στο πάτωμα την 85χρονη. Ο 52χρονος δήλωσε απολογούμενος ότι πλησίασε την ηλικιωμένη η οποία ήταν αιμόφυρτη και την άγγιξε προσπαθώντας να τη συνεφέρει. Έτσι βρέθηκαν τα αποτυπώματά του στο χώρο του σπιτιού.
Ο ίδιος είπε πως ο φίλος του έφυγε και εκείνος δεν μπορούσε να καλέσει βοήθεια γιατί ο Αστρίτ τον απείλησε ότι θα κάνει κακό σε εκείνον και την οικογένειά του. Έτσι έφυγε για την Αλβανία. Όταν πέντε χρόνια αργότερα επέστρεψε, ισχυρίστηκε στο δικαστήριο ότι δεν άλλαξε εσκεμμένα τα στοιχεία του (ονοματεπώνυμο, όνομα πατέρα και μητέρας) αλλά πως κατά την καταγραφή που του έκαναν, γράφτηκε λάθος!
«Εγώ ήθελα να βοηθήσω. Από τότε που συνέβη αυτό είμαι και εγώ σχεδόν πεθαμένος» είπε ο 52χρονος στο δικαστήριο, προσθέτοντας πως «αισθάνεται καθαρός και πως ποτέ του δεν έχει πειράξει κανέναν», ενώ ζήτησε και συγγνώμη από το δικαστήριο.
Την ενοχή του όπως κατηγορείται ζήτησε στην πρότασή του προς το δικαστήριο, ο εισαγγελέας της έδρας, ο οποίος καυτηρίασε τον ισχυρισμό του κατηγορουμένου, περί του «Αστρίτ», ενώ σε ό,τι αφορά την πρόθεση του 52χρονου «να βοηθήσει» όταν μπήκε στο σπίτι, ρώτησε απευθυνόμενος στον κατηγορούμενο: «Η γυναίκα ζήτησε βοήθεια, κοιμόταν μέσα στο σπίτι της»!
Τέλος ο εισαγγελικός λειτουργός αναφερόμενος στα στοιχεία του αλλοδαπού είπε πως δεν ήταν διαφορετικό μόνο το όνομα και το επίθετό του για να πεισθεί κάποιος ότι επρόκειτο για λάθος αλλά και το όνομα μητρός και πατρός του.
Τελικά το δικαστήριο έκρινε ένοχο τον 52χρονο επιβάλλοντάς του την ανώτατη ποινή της ισόβιας κάθειρξης.
Το έγκλημα για το οποίο κατηγορείται ο 52χρονος Αλβανός είχε σημειωθεί ξημερώματα στις 3 Ιουλίου 1998 στην Κω και είχε συγκλονίσει την τοπική κοινωνία.
Σύμφωνα με όσα έχουν γίνει γνωστά, ο δράστης μπήκε στο σπίτι της Μαρίας Καπλανίδου το οποίο βρισκόταν στην οδό Βοροιοπούλου 16 στην Κω, σκίζοντας τη σήτα του παραθύρου στο πίσω μέρος της αυλής. Μπαίνοντας μέσα ο δράστης έγινε αντιληπτός από την ηλικιωμένη γυναίκα με την οποία και «πιάστηκε στα χέρια».
Στη συνέχεια με τέμνον όργανο της επέφερε πολλαπλά χτυπήματα από τα οποία της προκάλεσε 7 θλαστικά τραύματα στο κεφάλι, στο πρόσωπο αλλά και στο σώμα από τα οποία επήλθε ο θάνατος στην άτυχη γυναίκα!
Η υπόθεση άρχισε αμέσως να απασχολεί τις αστυνομικές αρχές του νησιού, ενώ την επόμενη μέρα στην Κω μετέβη συνεργείο σήμανσης από τη Διεύθυνση Εγκληματολογικών Ερευνών της Ελληνικής Αστυνομίας, το οποίο ερεύνησε το χώρο του εγκλήματος και συνέλεξε αποτυπώματα ορισμένα εκ των οποίων ήταν με αίματα.
Αυτά τα αποτυπώματα (ένα δακτυλικό και ένα παλάμης) τρία χρόνια μετά και συγκεκριμένα τον Αύγουστο του 2001 ταυτοποιήθηκαν από τη Διεύθυνση Εγκληματολογικών Ερευνών ότι ανήκουν στον 52χρονο Αλβανό. Ωστόσο ο αλλοδαπός ήταν καταγεγραμμένος με διαφορετικό όνομα από αυτό που τελικά συνελήφθη και έτσι δεν είχε εντοπιστεί.
Από τον ανακριτή Κω εκδόθηκε ένταλμα σύλληψης για τον αλλοδαπό δράστη το οποίο συνέχισε να ισχύει και με το βούλευμα που εκδόθηκε στη συνέχεια από το Συμβούλιο Πλημμελειοδικών Κω με το οποίο και παραπέμφθηκε σε δίκη η υπόθεση.
Έτσι τον Δεκέμβριο του 2013 η υπόθεση προσδιορίζεται να εκδικαστεί στο Μικτό Ορκωτό Δικαστήριο Ρόδου, το οποίο και διατάσσει τη σύλληψη του δράστη. Η δίκη επαναπροσδιορίζεται δύο χρόνια αργότερα, στις 11 Μαΐου 2015, όμως και τότε η όλη διαδικασία αναστέλλεται και διατάσσεται  η σύλληψη του κατηγορούμενου και η προσωρινή του κράτηση.