2008: Η μυστηριώδης εξαφάνιση του καρδιολόγου

Η εξαφάνιση του γιατρού Επαμεινώνδα Γερασιμόπουλου από τη Βάρη παρέμεινε μυστήριο. Οι αστυνομικοί που ανέλαβαν την υπόθεση έψαχναν για χρόνια τα πηγάδια της Αττικής, εντόπισαν
τέσσερα άγνωστα πτώματα, εξάρθρωσαν πέντε άγριες συμμορίες κι όμως δεν κατάφεραν να λύσουν το γρίφο και να δώσουν απαντήσεις στην οικογένειά του. Ήταν σίγουροι ότι είχε δολοφονηθεί, αλλά δεν κατάφεραν να τον εντοπίσουν και πολύ περισσότερο να εξιχνιάσουν την υπόθεση, καθώς οι αλλοδαποί κακοποιοί που εισέβαλαν στο σπίτι του με σκοπό τη ληστεία, δεν άφησαν ίχνη…
Ήταν αργά το βράδυ, 4 Δεκεμβρίου 2008. Η σύζυγος του Επαμεινώνδα Γερασιμόπουλου, του 51χρονου καρδιολόγου του ΙΚΑ Παγκρατίου, ξεπροβόδιζε τον πατέρα της που την είχε επισκεφτεί στην πολυτελή κατοικία τους, στην οδό Αιγαίου. Ο γιατρός δεν είχε επιστρέψει ακόμη στο σπίτι. Είχε πάει στο φαρμακείο του αδελφού του και μετά επίσκεψη σε έναν ασθενή. Μόλις η Άννα Γερασιμοπούλου ξαναμπήκε στο σπίτι, άρχιζε ο εφιάλτης γι’ αυτήν και τα δύο παιδιά της, την Αναστασία και τον Κώστα.

Είδε ξαφνικά μπροστά της δύο νεαρούς, που φορούσαν κουκούλες, γάντια και κάλτσες πάνω απ’ τα παπούτσια, οι οποίοι πιθανότατα είχαν μπει στην έπαυλη από την εσωτερική πόρτα του γκαράζ. Η γυναίκα ξέχασε να την κλειδώσει όταν έφυγε ο πατέρας της, ενώ δεν είχε ενεργοποιήσει και τον συναγερμό. «Κόλλησαν το πιστόλι στον κρόταφο της κόρης μου και με απείλησαν ότι θα τη σκότωναν εάν δεν τους έδινα τον κωδικό και τα κλειδιά του χρηματοκιβωτίου», θα πει αργότερα σοκαρισμένη, περιγράφοντας στους αστυνομικούς την εισβολή των δύο ληστών, που την έδεσαν και της κάλυψαν το κεφάλι με μια μαξιλαροθήκη.
Οδήγησαν την 45χρονη γυναίκα και τα παιδιά στην κρεβατοκάμαρα, όπου τους έδεσαν με κορδόνια και τους φίμωσαν με μονωτικές ταινίες. Αρπάζοντας όλα τα τιμαλφή που υπήρχαν στο σπίτι, κοσμήματα, γούνες, ακόμη και 700 ευρώ από τον κουμπαρά του μικρού, ρωτούσαν επίμονα τη γυναίκα για τον κωδικό του χρηματοκιβωτίου και το κλειδί. «Σκοτώστε με, αλλά το κλειδί δεν το έχω», τους είπε, αλλά όταν κόλλησαν τα όπλα τους στο κεφάλι της μικρής Αναστασίας, αναγκάστηκε να τους αποκαλύψει την κρυψώνα. Όμως, μάλλον απογοητεύτηκαν από το περιεχόμενό του.
Οι δύο ληστές συνεννοούνταν με ασύρματο με τους συνεργούς τους που περίμεναν έξω από τον μαντρότοιχο του σπιτιού. Η σύζυγος του γιατρού τους άκουσε να μιλούν ρωσικά. Στο μεταξύ ο 51χρονος καρδιολόγος επέστρεψε στο σπίτι. Οι δύο κουκουλοφόροι, αφού είχαν φάει το γλυκό που βρήκαν στην κουζίνα και ήπιαν σχεδόν ένα μπουκάλι ουίσκι, τον ακινητοποίησαν την ώρα που μπήκε στο σαλόνι.

Τον χτύπησαν με γροθιές, κλείδωσαν τη σύζυγο και τα παιδιά του στη μικρή τουαλέτα του ισογείου, τον έσυραν στο αυτοκίνητό του, έβαλαν μπροστά και τράπηκαν σε φυγή. Τους ακολούθησαν οι συνεργοί τους με το δεύτερο αυτοκίνητο της οικογένειας. Και τα δύο βρέθηκαν αργότερα καμένα, στην περιοχή Φασίδερι Εκάλης και στη Βουλιαγμένη.
Στις 3 τα ξημερώματα η σύζυγος του γιατρού κατάφερε να απελευθερωθεί και να ειδοποιήσει τους συγγενείς της και την Αστυνομία. Τα ίχνη αίματος που βρέθηκαν «μαρτυρούσαν» ότι ο καρδιολόγος είχε τραυματιστεί. Όπως είπε η γυναίκα, οι δύο που εισέβαλαν στο σπίτι ήταν αλλοδαποί, που μιλούσαν σπαστά ελληνικά και ρωσικά στις μεταξύ τους συνομιλίες.
Πρόσωπο – «κλειδί» στην αρπαγή του γιατρού θεωρήθηκε η έμπιστη Γεωργιανή οικιακή βοηθός, η 45χρονη Καίτη όπως τη φώναζαν, που δούλευε δέκα χρόνια ως εσωτερική στην υπηρεσία της οικογένειας. Μόλις πέντε ημέρες πριν εισβάλουν οι κουκουλοφόροι, είχε πάρει άδεια για να πάει στην πατρίδα της. Η γυναίκα διατηρούσε καλές σχέσεις με πολλούς συμπατριώτες της, τους οποίους βοηθούσε να βρουν δουλειά, ενώ ένα μήνα πριν από την εξαφάνιση του γιατρού είχε επισκεφτεί έναν απ’ αυτούς στη φυλακή.

Η ίδια είπε ότι ήταν ο γιος μιας φίλης της, στον οποίο πρόσφερε οικονομική βοήθεια. Όταν έμαθε τα νέα, διέκοψε την άδειά της και επέστρεψε στην Ελλάδα. Κλήθηκε για κατάθεση, αλλά δεν πρόσφερε κάτι σημαντικό στις έρευνες. Οι αστυνομικοί σκέφτηκαν ότι, ίσως, σε ανύποπτη στιγμή στο παρελθόν, «βοήθησε» τους δράστες, με την αφέλειά της να αποκαλύψει άθελά της λεπτομέρειες για την οικονομική κατάσταση της οικογένειας και την πολυτελή κατοικία της Βάρης. Όμως, ακόμη και έτσι να ήταν, δεν θα μπορούσε να αποδειχθεί και να στοιχειοθετηθεί κατηγορία εναντίον της. Άλλωστε η σύζυγος του γιατρού δήλωνε βέβαιη ότι δεν είχε καμία σχέση.

Οι αστυνομικοί έκαναν εκτεταμένες έρευνες για τον εντοπισμό του γιατρού, που απέβησαν όλες άκαρπες. Μέχρι και δύτες του Λιμενικού επιστρατεύτηκαν για να ψάξουν το βυθό της ακτογραμμής, αλλά χωρίς αποτέλεσμα. Αναζητώντας στοιχεία για την μυστηριώδη εξαφάνιση, βρήκαν πτώματα σε πηγάδια, εξάρθρωσαν πολυμελείς σπείρες, αλλά δεν κατάφεραν να βγάλουν άκρη. Ούτε η απαγωγή για λύτρα ήταν το κίνητρο, ούτε οι λογαριασμοί του γιατρού, που δεν παρουσίασαν καμία κίνηση.
Εξέτασαν ακόμη τους φακέλους επτά παρόμοιων επιθέσεων με εισβολές κακοποιών, που είτε λήστεψαν τα θύματά τους και εξαφανίστηκαν με τα αυτοκίνητά τους, είτε τους οδήγησαν στο πλησιέστερο μηχάνημα αυτόματων συναλλαγών για να αδειάσουν τους λογαριασμούς τους. Όμως, σε καμία περίπτωση δεν έμειναν στο σπίτι τόσες ώρες, γιατί ήταν μεγάλο ρίσκο. «Ας μην κρυβόμαστε, το πιο πιθανό σενάριο είναι ο Νώντας να μη βρίσκεται σήμερα στη ζωή», θα πει αργότερα ο αδελφός του θύματος, δικηγόρος Τάκης Γερασιμόπουλος. «Πλέον μόνο κάποια σύμπτωση περιμένουμε, να τους πιάσει ίσως η Αστυνομία από ενδεχόμενη εμπλοκή τους σε άλλα αδικήματα, εάν δεν το έχουν ήδη σκάσει στο εξωτερικό».
Νίκος Τσέφλιος