1995: Ελεύθερος μετά από 84 ώρες ομηρείας “ο βασιλιάς του χαλβά”

Ο σαραντάρης άνδρας που καθόταν σαν χαμένος στα ΚΤΕΛ Καρδίτσας το απόγευμα της 18ης Δεκεμβρίου 1995, δεν περίμενε κάποιο λεωφορείο για να ταξιδέψει. Φαινόταν ταλαιπωρημένος και το μυαλό του στριφογυρνούσε στις τελευταίες 84 ώρες, που του είχαν φανεί αιώνας.
Από το πρωί είχε διασχίσει τη μισή ηπειρωτική Ελλάδα, όμηρος των απαγωγέων του, που έψαχναν το κατάλληλο σημείο για να τον απελευθερώσουν. Ήταν ο Αλέκος Χαΐτογλου 41 χρόνων, ο επιχειρηματίας που είχε βάλει στα σπίτια των καταναλωτών τον «Μακεδονικό χαλβά». Λίγη ώρα αργότερα θα έπεφτε στην αγκαλιά του αδελφού του Κώστα, προέδρου της ομάδας μπάσκετ του Ηρακλή, ο οποίος είχε καταβάλει 260 εκατομμύρια δραχμές στους κακοποιούς.
Σε όλη τη διάρκεια της ομηρίας, οι απαγωγείς δεν έβγαλαν από το τζιπ τους τον 41χρονο επιχειρηματία, παρά μόνο για τη σωματική του ανάγκη και πάντα σε ερημικές περιοχές. Άκουγαν από το ασύρματο τις συνομιλίες των αστυνομικών και βρίσκονταν πάντα ένα βήμα πριν απ’ αυτούς. Του είχαν στήσει καρτέρι καθ’ οδόν από το Ωραιόκαστρο, όπου ήταν το σπίτι του, προς τις εγκαταστάσεις της οικογενειακής επιχείρησης στο Καλοχώρι, με ένα ασημί τζιπ “Toyota Rav”, που έφραζε το στενό χωματόδρομο. Αναγκαστικά σταμάτησε και τότε ένας άγνωστος που φορούσε στρατιωτική στολή και σκούφο μπήκε στο αυτοκίνητό του από την πλευρά του συνοδηγού, του κόλλησε ένα πιστόλι στα πλευρά και τον υποχρέωσε να ακολουθήσει το τζιπ.

Περίπου ένα χιλιόμετρο μακριά σταμάτησαν σε ένα αδιέξοδο προς το δάσος. Πήραν από το αυτοκίνητό ένα χαρτοφύλακα με ένα εκατομμύριο δραχμές που τους υπέδειξε ο ίδιος ο επιχειρηματίας, τον επιβίβασαν στο δικό τους αυτοκίνητο, του φόρεσαν κουκούλα, τον σκέπασαν με μια κουβέρτα και τράπηκαν σε φυγή.
Μία ώρα αργότερα άγνωστος τηλεφώνησε στον αδελφό του στο Καλοχώρι. «Έχουμε απαγάγει τον Αλέκο», του είπε και έκλεισε αμέσως. Σαράντα λεπτά αργότερα έγινε πιο συγκεκριμένος: «Για να ξαναδείτε τον Αλέκο ζωντανό, θέλουμε τρία εκατομμύρια μάρκα. Μακριά από την Αστυνομία γιατί θα τον βρείτε με μια σφαίρα στο κεφάλι».
Ο Kώστας Xαΐτογλου προσπάθησε να κάνει διαπραγματεύσεις μαζί τους, λέγοντας ότι δεν μπορούσε να συγκεντρώσει τόσο γρήγορα ένα τόσο μεγάλο ποσό. Οι δράστες διέκοψαν τις επαφές. Πέρασαν τρία 24ωρα αγωνίας για τους συγγενείς του επιχειρηματία, μέχρι που οι απαγωγείς εμφανίστηκαν και πάλι από κινητό τηλέφωνο, το πρωί της Δευτέρας 18 Δεκεμβρίου. Συμβιβάστηκαν να μειώσουν τα λύτρα. Απαιτούσαν πλέον 650.000 μάρκα και 150 εκατομμύρια δραχμές σε δεκαχίλιαρα, μοιρασμένα σε πέντε «πακέτα», προφανώς για να θολώσουν τα νερά.

Ο Κώστας Xαΐτογλου πήρε μαζί του τον διευθυντή πωλήσεων της εταιρείας Θανάση Χριστοφορίδη και ξεκίνησε με το αυτοκίνητο της νύφης του για την Αθήνα, όπως του είχαν πει οι απαγωγείς, περιμένοντας οδηγίες για την παράδοση των λύτρων. «Nα κατευθυνθείτε προς τη Λάρισα», ήταν η πρώτη οδηγία. Φτάνοντας στην πόλη, το τηλέφωνο χτύπησε και πάλι: «Nα κινηθείτε προς Λαμία». Λίγο αργότερα νέα εντολή: «Πάρτε το δρόμο που οδηγεί από την Αθηνών – Λαμίας προς τους Δελφούς». Φτάνοντας σε ένα ερημικό σημείο οι απαγωγείς του υπέδειξαν πού θα αφήσει τα χρήματα: «Μόλις περάσετε το βενζινάδικο της ΕΚΟ, στρίψτε στον πρώτο χωματόδρομο. Αφήστε τα χρήματα εκεί που αρχίζει ο δασικός δρόμος. Θα ειδοποιηθείτε για το σημείο όπου θα βρείτε τον άνθρωπό σας».
Την ίδια αλλαγή δρομολογίων ακολούθησαν και για την απελευθέρωση του Αλέκου Xαΐτογλου. Τελικώς τον άφησαν το βράδυ στην Καρδίτσα. Ο εφιάλτης είχε τελειώσει, αλλά για την Αστυνομία ξεκινούσε η επιχείρηση για τον εντοπισμό και τη σύλληψη των απαγωγέων. «Έδρασαν επαγγελματικά και μεθοδικά, καθώς είχαν στόχο την απαγωγή και τίποτα άλλο. Γι’ αυτό και δεν πείραξαν τον χαρτοφύλακα με ένα εκατομμύριο μετρητά», ήταν τα πρώτα λόγια του 41χρονου επιχειρηματία στους αστυνομικούς της Ασφάλειας Θεσσαλονίκης.

Όπως είπε, ήταν πολύ καλά πληροφορημένοι και στα χέρια τους είχαν τους τρεις τελευταίους ισολογισμούς της εταιρείας! Η Αστυνομία «χρέωσε» την απαγωγή στους κακοποιούς Βασίλη Παλαιοκώστα και Παύλο Κερεμίδη και τους επικήρυξε για 260 εκατομμύρια δραχμές, όσα και τα λύτρα που απέσπασαν. Αν και ο Κερεμίδης βγήκε στην τηλεόραση δύο ημέρες αργότερα και ισχυρίστηκε ότι δεν είχε καμία σχέση με την υπόθεση, οι αστυνομικοί της Ασφάλειας Θεσσαλονίκης που συμμετείχαν διακριτικά στην επιχείρηση κατέθεσαν ότι μέσα στο τζιπ βρέθηκε φύλλο εφημερίδας με το
ρεπορτάζ της απαγωγής, στο οποίο εντοπίστηκαν τα δακτυλικά αποτυπώματα και των δύο κακοποιών.
Για τον Παύλο Κερεμίδη η υπόθεση έκλεισε με το θάνατό του σε συμπλοκή με αστυνομικούς στο θεραπευτήριο «Υγεία», τον Οκτώβριο του 1996. Ο Βασίλης Παλαιοκώστας δικάστηκε για την απαγωγή τον Ιούνιο του 2000 στο Τριμελές Εφετείο Θεσσαλονίκης, κι ενώ είχε πέσει στα χέρια της Αστυνομίας έξι μήνες νωρίτερα, όταν ανατράπηκε το αυτοκίνητό του στην εθνική οδό Λαμίας – Λιβαδειάς. «Ρωτήστε την Αστυνομία πώς έγιναν όλα αυτά, εγώ δεν ξέρω τίποτα», είπε στην απολογία του. «Εγώ δεν συμμετείχα σε καμία απαγωγή, μόνο δύο ληστείες έκανα στην Καλαμπάκα και στα Γιάννινα, είναι βιολογικά αδύνατο ένας άνθρωπος να κατηγορείται για τόσα κακουργήματα», πρόσθεσε.
Ο «φαντομάς» άσκησε έφεση και με συνοδεία ανδρών της ΕΚΑΜ, που παρέμεναν στην αίθουσα του Εφετείου σε όλη την ακροαματική διαδικασία, οδηγήθηκε στις φυλακές Διαβατών. «Η ποινή ήταν εξαντλητική», ήταν τα μόνα λόγια του.

Η οικογένεια Χαΐτογλου αξίωσε αποζημίωση για τη ζημιά που υπέστη από παραλείψεις της Αστυνομίας στην υπόθεση της απαγωγής του, η οποία απορρίφθηκε από το Συμβούλιο της Επικρατείας. Άνθρωποι από το περιβάλλον της οικογένειας έλεγαν ότι ο επιχειρηματίας επηρεάστηκε πολύ από αυτή την περιπέτεια και κλείστηκε στον εαυτό του. Στις 5 Ιουνίου 2016 ο Αλέκος Χαΐτογλου έφυγε από τη ζωή σε ηλικία 62 χρόνων.
Νίκος Τσέφλιος