1963: Αριστείδης Παγκρατίδης: Αθώος ή ένοχος;

Ένας «δράκος» έριξε την εφιαλτική του σκιά πάνω από τη Θεσσαλονίκη, τους πρώτους μήνες του 1959. Η τοπική κοινωνία, που παρακολουθούσε τρομαγμένη τις βίαιες επιθέσεις του και
διπλοκλείδωνε τις πόρτες όταν έπεφτε το σκοτάδι, ήταν έτοιμη να υποδεχθεί την εξιχνίαση των εγκλημάτων του με οποιοδήποτε τίμημα. Σε καμία, ίσως, υπόθεση στα εγκληματολογικά χρονικά, δεν υπάρχουν τόσες αμφιβολίες εάν αποδόθηκε δικαιοσύνη και εάν ο Αριστείδης Παγκρατίδης, που στήθηκε στο εκτελεστικό απόσπασμα ένα χειμωνιάτικο πρωί του 1968, ήταν πράγματι ο «δράκος του Σέιχ Σου».
Πολλοί είπαν ότι ένας αλητάκος, που πουλούσε το κορμί του για 15 δραχμές, λειτουργώντας ως σκεύος ηδονής για τον υπόκοσμο της πόλης, ήταν το εύκολο θύμα και ιδανική περίπτωση για να μείνουν για πάντα στο σκοτάδι οι πραγματικοί ένοχοι και να αποσπαστεί το ενδιαφέρον του κόσμου από την πρόσφατη δολοφονία Λαμπράκη…
Ο 19χρονος Αρίστος, όπως τον φώναζαν, ήταν ο μικρότερος από τα τρία παιδιά φτωχών αγροτών από τα Λαγκαδίκια, ένα χωριό ανάμεσα στις λίμνες Κορώνεια και Βόλβη. Ο πατέρας του, Χαράλαμπος, λοχαγός του ελληνικού στρατού στον Β’ Παγκόσμιο πόλεμο, δολοφονήθηκε κατά την περίοδο του εμφυλίου, όταν εκείνος ήταν 5 χρόνων. Η μητέρα του πήρε τα παιδιά και εγκαταστάθηκε στη Θεσσαλονίκη, στην περιοχή της Τούμπας, προσπαθώντας να τα μεγαλώσει κάνοντας δουλειές του «ποδαριού». Όταν παντρεύτηκε για δεύτερη φορά, κράτησε μόνο τον Αρίστο, καθώς τα δύο μεγαλύτερα αδέλφια του κατέβηκαν σε συγγενείς στην Αθήνα.

Ο μικρός δεν τα έπαιρνε τα γράμματα. Έκανε τρία χρόνια να βγάλει την Α’ Δημοτικού και μετά από ένα χρόνο παράτησε το σχολείο, για να δουλέψει από ρακοσυλλέκτης και λούστρος, μέχρι χαμάλης στο λιμάνι. Εκεί γύρω δέχθηκε σεξουαλική επίθεση σε ηλικία δέκα χρόνων και από τότε πουλούσε το κορμί του για λίγες δραχμές ή ένα πιάτο φαγητό. Στα 15 του το δικαστήριο ανηλίκων τον έστειλε στο αναμορφωτήριο της Κέρκυρας για μικροκλοπές και στα 20 απολύθηκε από το Στρατό ως ψυχικά διαταραγμένος λόγω τοξικομανίας. Επισκεπτόταν συχνά πόρνες, εκδιδόταν ταυτόχρονα για τα προς το ζην, κάπνιζε χασίς, έπινε πολύ και παρακολουθούσε κρυμμένος τα ζευγαράκια.
Στις 7 Δεκεμβρίου 1963 ο Αρίστος μπήκε τη νύχτα μεθυσμένος στο ορφανοτροφείο «Μέγας Αλέξανδρος» με μια πέτρα στο χέρι και προσπάθησε να βιάσει ένα 12χρονο κορίτσι. Όμως τρόμαξε από τις φωνές της μικρής και το έβαλε στα πόδια. Ένας οδηγός των αστικών συγκοινωνιών τον είδε να πηδάει τον μαντρότοιχο και ειδοποίησε την Αστυνομία. Λίγες ώρες νωρίτερα ένας αστυνομικός είχε κρατήσει τα στοιχεία του Παγκρατίδη, όταν τον είδε να κινείται ύποπτα στην περιοχή και η σύλληψη του ήταν θέμα χρόνου. Οι εφημερίδες, με την ανοχή ή ενθάρρυνση της Αστυνομίας, είδαν στο πρόσωπό του τον «δράκο του Σέιχ Σου», με επιβαρυντικό στοιχείο την πέτρα που κρατούσε στην επίθεση στο ορφανοτροφείο, όπως και ο δράστης των ανεξιχνίαστων εγκλημάτων των αρχών του 1959. Τότε που μέσα σε ενάμισι μήνα τρεις εγκληματικές ενέργειες δημιούργησαν το μύθο του «δράκου».

Ήταν 19 Φεβρουαρίου όταν ένας πιτσιρικάς από το δημοτικό σχολείο του Αγίου Παύλου πήγε να πιάσει τη μπάλα που είχε πέσει στο διπλανό δασάκι και είδε αναίσθητους, τραυματισμένους στο κεφάλι, τον 35χρονο λεβητοποιό Αθανάσιο Παναγιώτου και την 33χρονη φίλη του Ελεονώρα Βλάχου, η οποία ήταν διαζευγμένη και διατηρούσε οπωροπωλείο στην οδό Ιουστινιανού. Και οι δύο επέζησαν μετά από πολυήμερη νοσηλεία, χάρη στην παγωνιά που είχε σταματήσει την αιμορραγία. Οι εφημερίδες έκαναν λόγο για τουλάχιστον δύο δράστες και απέκλειαν την πιθανότητα επίθεσης του «δράκου», που είχε ήδη κάνει την εμφάνισή του στο δάσος του Σέιχ Σου…
Στις 6 Μαρτίου ο 31χρονος λοχαγός Κωνσταντίνος Ραΐσης, ίλαρχος της 20ης τεθωρακισμένης μεραρχίας και η 23χρονη φίλη του Ευδοκία Παληογιάννη βρέθηκαν νεκροί μετά τα μεσάνυχτα κοντά στον παλιό όρχο της Αεροπορίας στη Μίκρα, με πολτοποιημένα κεφάλια. Ήταν λίγα μέτρα μακριά από το “Austin” του αξιωματικού, ο οποίος κρατούσε ακόμη στο αριστερό του χέρι έναν αναπτήρα. Όπως διαπιστώθηκε στο νεκροτομείο, οι δράστες είχαν βιάσει την άτυχη γυναίκα. Οι εφημερίδες έγραψαν και πάλι για δύο δράστες, αφού τα θύματα δεν είχαν συρθεί, αλλά είχαν μεταφερθεί μέχρι το σημείο όπου βρέθηκαν…

Οι έρευνες της Αστυνομίας δεν παρουσίαζαν καμία πρόοδο και πριν περάσει ένας μήνας, στις 3 Απριλίου, η 28χρονη φοιτήτρια νοσηλευτικής Μελπομένη Πατρικίου δολοφονήθηκε στις εγκαταστάσεις του Δημοτικού Νοσοκομείου της Θεσσαλονίκης, ακριβώς δίπλα στο Σέιχ Σου. Ο δράστης έγινε αντιληπτός από μια άλλη νοσοκόμα. Της επιτέθηκε και την απείλησε να την σκοτώσει και αυτήν, πριν εξαφανιστεί στο σκοτάδι. Ο ιατροδικαστής Δημήτρης Καψάσκης που κλήθηκε από την Αθήνα, διαπίστωσε ότι η άτυχη κοπέλα είχε χτυπηθεί στο κεφάλι με μια πέτρα, αλλά δεν είχε βιαστεί. Σύμφωνα με τις εφημερίδες, το σενάριο να ήταν ο ίδιος δράστης με τις δύο προηγούμενες επιθέσεις αποδυναμωνόταν…
Μέσα σε αυτό το κλίμα, οι αστυνομικοί εκμεταλλεύονται τον τρόμο του Σέιχ Σου, ανακατεύουν τα χαρακτηριστικά των εγκλημάτων και σχηματίζουν μια πειστική «φωτογραφία» του Παγκρατίδη, που βρίσκεται στα χέρια τους. Απομένει μια ομολογία, που έρχεται μετά από πέντε μερόνυχτα ανάκρισης. Οδηγείται και στα τρία σημεία για αναπαράσταση, αλλά η νοσοκόμα που είχε γλιτώσει από τα χέρια του δολοφόνου δεν τον αναγνωρίζει. Μόλις τον αναλαμβάνουν δικηγόροι, ο Αρίστος ανακαλεί την ομολογία του, που, όπως λέει, έγινε κάτω από ψυχολογικές και σωματικές πιέσεις.

«Το βράδυ που λένε πως ομολόγησα, με έβαλαν σε ένα δωμάτιο που έσταζε νερό. Μου έδωσαν μόνο ένα παξιμάδι και με είχαν όρθιο έως τις 10 το πρωί. Ζητούσα νερό και δεν μου έδιναν. “Πες μας ότι είσαι ο δράκος και θα σου δώσουμε”, μου έλεγαν. “Θα σε καθαρίσουμε με δυο χρονάκια στην Κασσάνδρα”. Ώσπου μια στιγμή δεν άντεξα. “Δώστε μου νερό και θα σας πω ότι θέλετε”, τους απάντησα…». Είναι χαρακτηριστικό ότι σε μία από τις καταθέσεις του για την επίθεση στο νοσοκομείο φέρεται να ομολογεί ότι χτύπησε τη νοσοκόμα «διά λίθου εις το κρανίον, την έρριψεν χαμαί εκτάδην επί του τάπητος, αφήρεσεν την σκελέαν της και ησέλγησεν επ αυτής κατά φύσιν». Όμως η 28χρονη κοπέλα δεν είχε βιαστεί! Στην επόμενη κατάθεσή του εμφανίζεται να καταθέτει ότι «της έκανε τη δουλειά στα πόδια»!
Στις 5 Οκτωβρίου 1964, και ενώ η τακτική ανάκριση για τις δολοφονίες δεν έχει ολοκληρωθεί, ο προφυλακισμένος στο Γεντί Κουλέ Παγκρατίδης δικάζεται για την επίθεση σε βάρος της 12χρονης στο ορφανοτροφείο. Οι φίλοι του καταθέτουν ότι ήταν όλοι μαζί σε μια ταβέρνα και όταν έφυγαν ο Αρίστος ήταν μεθυσμένος. Η κατηγορία σε βάρος του αλλάζει από «απόπειρα βιασμού», σε «εξαναγκασμό σε ασέλγεια». «Ομολογώ ότι έσφαλα», λέει ο ίδιος στην απολογία του. «Όμως αν ήθελα να γίνω εγκληματίας, θα σκότωνα τον δολοφόνο του πατέρα μου, που ζει σήμερα στο χωριό». Το Κακουργιοδικείο Θεσσαλονίκης τον καταδικάζει σε ποινή κάθειρξης 9 ετών, πενταετή στέρηση των πολιτικών του δικαιωμάτων και χρηματική αποζημίωση 7.000 δραχμών στο θύμα.
Την Παρασκευή 11 Φεβρουαρίου 1966 η αίθουσα του Πενταμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης γεμίζει ασφυκτικά για τη δίκη του «δράκου». Οι πρώτοι μάρτυρες, που είναι οι επιζώντες των επιθέσεων, δεν αναγνωρίζουν τον άνθρωπο που κάθεται στο εδώλιο. Το πόρισμα της αυτοψίας του ιατροδικαστή στα πτώματα των Ραΐση και Παληογιάννη αναφέρει ότι ο τρίτος τύπος αίματος που ανιχνεύθηκε -και λογικά ανήκει στον δράστη- δεν ήταν όμοιος με τον τύπο του κατηγορούμενου. Ο Παγκρατίδης αρνείται να απολογηθεί, καθώς ο εκ των συνηγόρων του Μενέλαος Σαπουντζής έχει αποχωρήσει από το δικαστήριο μετά από αντιδικία με τον πρόεδρο, αφού και οι 13 αιτήσεις του για προσκόμιση στοιχείων έχουν απορριφθεί.

Στην αγόρευσή του ο εισαγγελέας τονίζει ότι δεν έχει καμιά απολύτως αμφιβολία ότι ο Παγκρατίδης είναι ένοχος των εγκλημάτων για τα οποία κατηγορείται, ωστόσο θεωρεί ότι δεν πρέπει να του επιβληθεί η θανατική ποινή, αλλά η ισόβια κάθειρξη και η δεκαετής στέρηση των πολιτικών του δικαιωμάτων. Η ετυμηγορία βγαίνει μετά από διάσκεψη μόλις 15 λεπτών: Τετράκις εις θάνατον. Η έφεσή του θα απορριφθεί επτά μήνες αργότερα από τον Άρειο Πάγο.
O Aριστείδης Παγκρατίδης έμεινε δύο χρόνια στο Γεντί Kουλέ, έως το ξημέρωμα της 6ης Φεβρουαρίου 1968, όταν οδηγήθηκε στο Σέιχ Σου, το δάσος με το οποίο είχε συνδεθεί. Ποτέ δεν έπαψε να φωνάζει για την αθωότητά του. Oι τελευταίες φράσεις του με τα μάτια δεμένα, λίγο πριν ακουστούν οι ριπές του εκτελεστικού αποσπάσματος, ήταν «μανούλα μου γλυκιά, είμαι αθώος». Εκείνη, όμως, δεν ήταν εκεί για να τον ακούσει. H οικογένειά του δεν είχε καν ειδοποιηθεί για την εκτέλεση…

Πολλά ειπώθηκαν και περισσότερα γράφτηκαν για την ταυτότητα του πραγματικού «δράκου του Σέιχ Σου». Αλλά η δικαίωση υπήρξε τελικώς μόνο το τρελό όνειρο του Αρίστου Παγκρατίδη… Η ιστορία του μεταφέρθηκε το 1989 στον κινηματογράφο, από τον Δημήτρη Αρβανίτη, με τίτλο «Υπόθεση Παγκρατίδη – Αθώος ή ένοχος;», με πρωταγωνιστές τους Σπύρο Δρόσο, Τάκη Βουλαλά, Όλγα Τουρνάκη, Γιώργο Μούτσιο και Γιάννη Μπέζο.
Τον Αύγουστο του 1971 συνελήφθη στη Θεσσαλονίκη ο 38χρονος αρτεργάτης Ιωάννης Σερεσλής και κατηγορήθηκε για δύο απόπειρες ανθρωποκτονίας, τρεις απόπειρες βιασμού, τρεις ληστείες και άλλα αδικήματα, από τον Δεκέμβριο του 1957. Ήταν γνωστός ηδονοβλεψίας, που τριγυρνούσε στο δάσος παρακολουθώντας ζευγάρια σε ερωτικές περιπτύξεις και χαρακτηρίστηκε ως «ο δράκος νούμερο 2», λόγω του τρόπου δράσης του, που ήταν παρόμοιος με αυτόν του «δράκου του Σέιχ Σου». «Εάν ο Αριστείδης Παγκρατίδης δεν είχε ήδη εκτελεστεί, η κοινή γνώμη θα πίστευε ότι πρόκειται για το ίδιο πρόσωπο», έγραψαν οι εφημερίδες, όταν αποκαλύφθηκε η υπόθεση Σερεσλή.
Νίκος Τσέφλιος