Οι επιπτώσεις του εγκλήματος στη ζωή της οικογένειας του θύματος μέσα από την ανάγνωση επιστολών στο Δικαστήριο

Η συγκλονιστική επιστολή της μητέρας της οποίας ο νεαρός γιος δολοφονήθηκε από δύο φίλους του. Ένα πολύ σοβαρό θέμα, με ποινικές, εγκληματολογικές αλλά και κοινωνικές διαστάσεις από
το πολύτιμο εγκληματολογικό υλικό του Ομ.Καθηγητή Εγκληματολογίας Παντείου Πανεπιστημίου, κ. Αντώνη Μαγγανά, επιχειρούμε να αναδείξουμε με το παρόν άρθρο. 
Όπως μας ενημερώνει ο Καθηγητής, τον Οκτώβριο του 2003 η καναδική κυβέρνηση, ακολουθώντας τις βασικές αρχές του ΟΗΕ για την προστασία των θυμάτων εγκληματικών πράξεων, υιοθέτησε τον Χάρτη των Δικαιωμάτων των Θυμάτων. Στην επιλογή περιλαμβανόταν και η δυνατότητα για τα θύματα να καταθέσουν στο δικαστήριο επιστολή όπου θα ανέφεραν τις συνέπειες που είχε το έγκλημα στην προσωπική τους ζωή. Έτσι το άρθρο 722 παρ. 1 του Καναδικού Ποινικού Κώδικα ορίζει: «Στον προσδιορισμό της ποινής που θα επιβληθεί στον παραβάτη [……….] το δικαστήριο οφείλει να λάβει υπ’ οψιν του την κατάθεση του θύματος [……] που περιγράφει τη σωματική η ψυχολογική βλάβη ή τις υλικές ζημιές ή οικονομικές απώλειες που υπέστη το θύμα ως συνέπεια της τέλεσης του εγκλήματος καθώς και τις επιπτώσεις του εγκλήματος στο θύμα. Το δικαστήριο οφείλει να λάβει υπ’ όψιν την κατάθεση-επιστολή όταν προσδιορίζει την ποινή. Μία τέτοια κατάθεση δίνει την ευκαιρία στα θύματα να ακουσθούν μέσα στο πλαίσιο του συστήματος της ποινικής δικαιοσύνης. Επιτρέπει στα θύματα να συμμετάσχουν στη διαδικασία επιβολής της ποινής εξηγώντας με δικά τους λόγια στο δικαστήριο και τον παραβάτη πώς επηρέασε το έγκλημα τη ζωή τους».
Ακολούθως, από το υλικό του Καθηγητή, παρουσιάζουμε την επιστολή που κατέθεσε μητέρα στο Δικαστήριο, η οποία αναφέρεται στις συνέπειες για τη ζωή της του φόνου του παιδιού της.
«Θα ήθελα να ευχαριστήσω τον Δικαστή και τους Ενόρκους που μου επέτρεψαν να μιλήσω σήμερα. Πριν αρχίσω την επίσημη κατάθεση έχω να κάνω δύο σχόλια (απευθυνόμενη στον πρώτο κατηγορούμενο)
‘[…] θέλω να ξέρεις ότι όταν έβγαινες από τη φυλακή εκείνη τη Δευτερά στις […] Νοεμβρίου ικέτεψα τον γιο μου να μη σε ξαναδεί. Του είπα ότι δεν πίστευα ότι θα άλλαζες συμπεριφορά και ότι φαινόσουν ακόμη πιο βίαιος. Μου απάντησε ‘Μα μητέρα μόλις βγήκε από τη φυλακή και δεν έχει κανέναν. Είναι φίλος μου δεν μπορώ να τον εγκαταλείψω. Και ήλθες και πήρες τον φίλο σου για φαγητό και τον παρέσυρες στον θάνατό του.

(Απευθυνόμενη στον δεύτερο κατηγορούμενο)
[…] θέλω να ξέρεις ότι η οικογένειά μου και εγώ γνωρίζουμε ακριβώς τι έκανες και πώς το έκανες και μία μέρα θα βρεθείς μπροστά σε έναν Δικαστή πολύ πιο τρανό από τους ευρισκομένους στη Γη.

Για αρχή, την ημέρα που γέννησα τον […], ο τοκετός διήρκησε 22 ώρες. Στο τέλος με κοίμισαν και μόλις ξύπνησα ρώτησα ‘γέννησα το παιδί’; Και τον έβαλαν στην αγκαλιά μου. Ήταν φασκιωμένος με μία κίτρινη κουβέρτα, τα μάτια του ήταν ήδη καστανά ανοιχτά και με κοίταζαν με σοβαρότητα. Το θυμάμαι σαν να ήταν χθες.

Το ίδιο έντονα θυμάμαι το απόγευμα που η αστυνομία χτύπησε την πόρτα μου. Τηλεφωνούσα όλη τη μέρα παντού και με απελπισία αναζητώντας τον, μέχρι που την προηγουμένη έμαθα από τις ειδήσεις ότι βρέθηκε ένα πτώμα. Θυμάμαι τους δύο αστυνομικούς που ήλθαν στην πόρτα μου -με τα πρόσωπά τους να δείχνουν αυτό που δεν ήθελα να ξέρω-αλλά παρ’ όλα αυτά ρώτησα. Θυμάμαι να κρατώ σφιχτά τα χέρια του αστυνομικού, ικετεύοντάς τον ‘παρακαλώ, παρακαλώ, μη μου πεις ότι το μωρό μου είναι νεκρό’. Αλλά ήξερα, ήξερα πριν ακόμα ακούσω τις λέξεις , ‘λυπάμαι Κα […]’. Και αυτή η μνήμη, επίσης, είναι θαμμένη για πάντα στο μυαλό μου και θα με βασανίζει μέχρι τη μέρα που θα πεθάνω.

Τους είπα ‘πρέπει να πάω σε εκείνον, με χρειάζεται, να τον σφίξω στην αγκαλιά μου’. Αλλά εκείνοι κούνησαν, απλώς το κεφάλι τους- ήταν πολύ αργά πια, δεν μπορούσε να γίνει τίποτα.

Και με αυτές τις λέξεις ‘Λυπάμαι Κα […]’ ο εφιάλτης ξεκίνησε. Δεν μπορούσα πια να κάνω τίποτα για τον […], ούτε η αγκαλιά της μητέρας ούτε τα φιλιά μπορούσαν ν ‘αλλάξουν την κατάσταση. Και, εκείνη τη νύχτα, υποσχέθηκα στον […] ότι θα είμαι στο Δικαστήριο σήμερα για να αντιμετωπίσω τους δύο κατηγορούμενους, για να μοιραστώ μαζί τους την ιστορία απώλειας μίας μητέρας.

Είμαστε μονοί εγώ και ο […] από τότε που ήταν 18 μηνών και μας ένωνε ένας ξεχωριστός δεσμός. Ήταν για μένα τα πάντα και η σκέψη ότι κάποιος θα μπορούσε να τον πάρει από μένα με μια απλή, παράλογη και βάρβαρη πράξη, ήταν κάτι πολύ περισσότερο από αυτό που θα μπορούσα να διαχειριστώ, που μπορούσα να αντιμετωπίσω.
Υπάρχουν πάρα πολλά ‘γιατί’ για έναν φόνο και μη ικανοποιητικές απαντήσεις στα αιτήματά μας. Μένεις με τη συνεχή απορία εάν αυτός που το έκανε σκέφτηκε για μία στιγμή τις τρομακτικές συνέπειες που θα είχε η πράξη του για τόσους πολλούς και όχι μόνον για τον γιο μου.
Έμεινα μόνο με τη μνήμη του γιου μου στοιχειωμένη από τις αναμνήσεις του τι έγινε μετά από εκείνη τη νύχτα εδώ και 4 χρόνια και 11 μήνες, όταν οι χειρότεροι φόβοι μου πραγματοποιήθηκαν. Και μολονότι επιθυμούσα ο πόνος μου να μείνει προσωπικό θέμα ανάμεσα σε εμένα και στον Θεό, όλη η διαδικασία που ακολουθήσε με δίδαξε ότι τίποτα δεν μπορεί να μείνει κρυφό όταν πρόκειται για μία δολοφονία. Έτσι, τώρα αισθάνομαι ότι είναι σημαντικό, για τον γιο μου, να το μοιραστώ με τρόπο που όλοι σας να γνωρίζετε αυτά που θα θυμάμαι για πάντα.

Θυμάμαι όταν έπρεπε να πάω στο διαμέρισμα του […] και της […]- εκείνο στο οποίο είχαν μετακομίσει 4 εβδομάδες πριν, εκείνο για το οποίο είχαμε αγοράσει το μικρό τραπέζι και τις καρέκλες. Και τώρα ήμουν εγώ και η […] πακετάροντας τα πιάτα και μαζεύοντας τα ρούχα του. Θυμάμαι πως πέσαμε με δάκρυα στο κρεβάτι τακτοποιώντας τα παντελόνια του που ήταν κρεμασμένα στη ντουλάπα, έτοιμα για εκείνον, περιμένοντας τον αλλά εκείνος δεν ήταν εκεί.

Θυμάμαι όταν πήγα στο γραφείο κηδειών για να σχεδιάσουμε την τελετή, και με οδήγησαν στο δωμάτιο με τα φέρετρα για να επιλέξω ένα και τρέχοντας βγήκα έξω από το κτήριο και μονολόγησα ‘γιατί Θεέ μου πρέπει να διαλέξω την ενδυμασία του γιου μου; Δεν μπορεί να είναι αλήθεια μία μητέρα να θάβει το παιδί της!’.

Γυρίζοντας, θυμάμαι μία οικογένεια διαφορετικής κουλτούρας, στο δρομάκι ακολουθώντας μία κηδεία και η γυναίκα θρηνούσε. Ο υπεύθυνος τελετών έπιασε το χέρι μου, με τράβηξε σ ‘ένα μικρό δωμάτιο λέγοντάς μου: ‘Δεν πρέπει να τα ακούτε αυτά’ . Αλλά σκέφθηκα πόσο υπέροχο, πόσο υπέροχο θα ήταν να μπορέσεις να εκφράσεις τα αισθήματά σου τόσο καθαρά και έντιμα, γιατί κι εγώ θα ήθελα να τραβήξω τα μαλλιά μου και να κραυγάσω την αγωνία μου στους ουρανούς.

[….] Στο σημείο αυτό της επιστολής, η μητέρα περιγράφει σημαντικές στιγμές από την παιδική ηλικία του γιου της.

Θυμάμαι έναν φίλο να μου τηλεφωνεί, αμέσως μετά τη δολοφονία του […] και να μου λέει ‘Προσπάθησε να μη ζήσεις μέσα στον τρόμο’. Αλλά είναι πιο εύκολο να το λες απ’ ότι να το κάνεις. Γιατί είναι η φρίκη από την πράξη του φόνου, η οποία κατευθύνει και συνοδεύει τη θλίψη από την απώλεια.

Θυμάμαι τα πρώτα δύο χρόνια όταν ξάπλωνα στο κρεβάτι, φανταζόμουν ξανά και ξανά τις τελευταίες στιγμές του […] μέχρι να δράσουν τα χάπια και να με πάρει ο ύπνος. Και σκεφτόμουν:
Το γνώριζε άραγε; Είδε το όπλο; Αντιμετωπίστηκε με αυτό το όπλο από εκείνους που θεωρούσε φίλους του; Τι ακριβώς είπε; Ήταν σε κατάσταση σοκ, θυμωμένος η φοβισμένος; Προσπάθησε να ξεφύγει;  
Φαντάζομαι το πρόσωπό του όταν αισθάνθηκε τα βλήματα να τον διαπερνούν.
Είχε τον χρόνο να καλέσει κάποιον; Είχε τον χρόνο να προσευχηθεί στον Θεό; Με φώναξε άραγε;
Βλέπω το σώμα του να πέφτει στο έδαφος, τα μάτια ανοιχτά, γεμάτα απορία.
Άραγε ξεψύχησε αμέσως; Αυτοί ήταν γύρω του, κοιτάζοντας τον την ώρα που πέθαινε; Πόνεσε για πολλή ώρα; Αισθανόταν φόβο για πολύ το μωρό μου; Και απορώ πώς κάποιος μπορεί να πάρει μία ζωή, ειδικά ενός φίλου, να πάρει το άψυχο σώμα, να το τυλίξει με πλαστικό, να το δέσει με ταινία, να το πετάξει μέσα σε ένα αυτοκίνητο σαν μία αποσκευή και να το ρίξει στο δρόμο σαν σκουπίδι;
[…] Στο σημείο αυτό της επιστολής η μητέρα περιγράφει τις συνέπειες της εγκληματικής πράξης στην καθημερινότητά της και τη δυσκολία της να συνεχίσει τη ζωή.
Αλλά δεν είναι μόνο η καρδιά που είναι πληγωμένη. Η απώλεια του μοναδικού μου παιδιού επηρέασε όλη μου την ύπαρξη – μυαλό, σώμα και ψυχή. Η λύπη με σκεπάζει ολόκληρη. Είμαι συνέχεια κουρασμένη, τόσο απίστευτα κουρασμένη. H μητέρα μου το είπε καλύτερα ‘είναι μία κόπωση της ψυχής’. Οι απλές καθημερινές ρουτίνες γίνονται δύσκολες, γιατί χρειάζονται κάποια σκέψη και ασφαλώς ενέργεια και δεν διαθέτω καμία από τις δύο. Η θλίψη με παραλύει σωματικά και ψυχικά. Αν και επέστρεψα νωρίς στη δουλειά, πιστεύοντας ότι θα τρελαινόμουν αν εμένα μόνη σπίτι για πολύ, αναγκάσθηκα να φύγω πάλι τον Απρίλιο λόγω κατάθλιψης. Κείτομαι ακίνητη, άυπνη στον καναπέ μου για ένα μήνα. Κι όταν έπρεπε να γυρίσω στην καθημερινή ζωή, δεν είχε κανένα νόημα για μένα. Δεν ήμουν παρά ένας απλός θεατής χωρίς ενδιαφέρον που κοίταζε από απόσταση. Η ζωή, όπως την ήξερα, πέθανε με τον […].
Ω ασφαλώς και εγώ όπως και άλλοι σε περίοδο πένθους, φόρεσα τη μάσκα της κανονικότητας για τον κόσμο. Γιατί αυτό περιμένουν από εμάς ή το χρειάζονται. Οι φίλοι και οι συγγενείς θέλουν να μας βλέπουν καλύτερα και συνειδητοποιούμε νωρίς, ότι το να δείχνουμε τον πόνο μας είναι πολύ δύσκολο και άβολο γι’ αυτούς που ζούνε γύρω μας. Έτσι το κρατάμε για τις προσωπικές μας ώρες και την υπόλοιπη μέρα προσποιούμαστε.
[…]
Και εκπλήσσομαι με την ικανότητα του σώματος να παράγει συνέχεια δάκρυα, γιατί συνεχίζω να κλαίω κάθε μέρα. Μερικές φορές τα δάκρυα απλώς κυλούν στο πρόσωπό μου, άλλες φορές ένας έντονος πόνος τα συνοδεύει, το στόμα ανοίγει με αγωνία, αν και κανένας ήχος δεν βγαίνει. Το χειρότερο, όμως, είναι οι κραυγές απελπισίας προς τον Θεό, γονατισμένη στο πάτωμα και οι ικεσίες να πάψει η καρδιά σου να χτυπά.
[…]
‘Η μητέρα του’ είναι ο τίτλος που έφερα με μεγάλη περηφάνεια, γιατί πάντα ήθελα να γίνω μητέρα. Τώρα, όμως, τι είμαι; Ακόμη αισθάνομαι σαν μητέρα αλλά δεν έχω παιδί να αγαπήσω. Και τι να πω όταν με παρουσιάζουν σε ανθρώπους που με ρωτούν ‘Έχεις παιδιά;’ Τι να απαντήσω; Είχα ένα παιδί. Ήμουνα μητέρα.
Το μέγεθος της απώλειας του μεγαλύτερου μέρους της ύπαρξης μου φαίνεται από το ότι μου πήρε περισσότερο από έναν μήνα να χωνέψω ότι δεν πρόκειται ποτέ να γίνω γιαγιά.
[…]
Αλλά ενώ αυτές οι αναμνήσεις είναι χρωματισμένες με μεγάλη θλίψη, υπάρχει και ο θυμός. Όχι συχνά, γιατί ο θυμός απαιτεί ενέργεια και είναι δύσκολο να την κρατήσεις. Αλλά έζησα στιγμές έντονου θυμού, εκείνου που με κάνει να πετάγομαι από το κρεβάτι στις 3 η ώρα το πρωί και να ορμάω στο σαλόνι όπου, στα μάτια του μυαλού μου, αντιμετωπίζω τους φονιάδες και ξερνάω επάνω τους όλο το μίσος και το δηλητήριο μου.
Και θα ήμουν ανέντιμη αν δεν παραδεχόμουν ότι από νωρίς έβρισκα κάποια παρηγοριά όταν είχα φαντασιώσεις εκδίκησης. Δεν ζητώ συγγνώμη γι’ αυτές τις στιγμές. Κάθε γονιός γνωρίζει τον θυμό που βγαίνει όταν κάποιος είναι σκληρός από πρόθεση απέναντι στο παιδί του – ποσό μάλλον για κάποιον που πήρε τη ζωή του παιδιού του-.  Πάρτε αυτά τα αισθήματα και πολλαπλασιάστε τα επί χίλια για να έχετε μία μικρή ιδέα του λυσσαλέου θυμού που με κυριεύει.
[…]
Και ευχήθηκα τόσες φορές να είχα πεθάνει εγώ στη δική του θέση. Γιατί ο θάνατος θα ήταν προτιμότερος από το να υποφέρω τη ζωή χωρίς εκείνον. Η πιο έντονη σκέψη τη μέρα της κηδείας του ήταν ότι δεν θα μπορούσα να βάλω τέλος στη ζωή μου για να είμαι μαζί του, γιατί δεν ήθελα να προσθέσω κι άλλο πόνο στα μέλη της οικογένειας από εκείνον που ήδη βίωναν. Πράγματι, σκέφθηκα τόσες φορές να πεθάνω. Ένιωθα ότι η θέση μου ήταν δίπλα του, ότι οι άλλοι όλοι μαζί θα τα κατάφερναν χωρίς εμένα, ενώ ο γιος μου με χρειαζόταν.
Και τι νόημα θα έχει η ζωή μου εδώ χωρίς εκείνον; Ήξερα όμως, ότι, στο βάθος, δεν ήθελα να κάνω μία τόσο ακραία πράξη. Έτσι παρακάλεσα τον Θεό να με πάρει από τη ζωή με οποιοδήποτε τρόπο έκρινε Εκείνος κατάλληλο, ότι εκπλήρωσα το καθήκον μου στη γη και ήμουν έτοιμη να βρεθώ δίπλα του. Άλλες φορές σε θυμό και απελπισία, αισθανόμουν αδύναμη και σχεδίαζα τον θάνατό μου και το σημείωμα που θα άφηνα – ένα τελευταίο σημείωμα για τους δράστες αυτού του εγκλήματος και για το δικαστήριο σας για να διαβαστεί “Εδώ είναι το σώμα μου. Πήρατε τη ζωή μου μαζί με τη δική του”. Αυτή είναι η κατάθεσή μου ως θύμα για τις συνέπειες του φόνου.
Τότε, γιατί είμαι ακόμη εδώ; Ασφαλώς γιατί έχω μία υποχρέωση, υποσχέθηκα στο γιο μου να σας μιλήσω σήμερα. Αλλά και κάτι πολύ περισσότερο από αυτό, οφείλω το ότι μπορώ και σηκώνομαι κάθε πρωί και βγάζω πέρα τη μέρα στη σταθερή μέριμνα του Θεού, στην πανταχού παρούσα αγάπη και υποστήριξή Του.
Διάφοροι άνθρωποι μου είπαν ‘Δεν καταλαβαίνουμε πώς τα καταφέρνεις. Υπήρξες, πάντα, πολύ δυνατή’ Όμως, εγώ μοιράστηκα μαζί σας τις αδυναμίες μου, τον θυμό και την απόγνωσή μου. Ασφαλώς, δεν είναι δύναμη αυτό. Είναι η δύναμη που μου χάρισε ο Θεός. Είναι ο Θεός που με συντροφεύει.
[…]
Ο Θεός άκουσε όλα τα προβλήματά μου. Μαλάκωσε τον θυμό μου και στέγνωσε τα δάκρυα μου και, ακόμα, την καρδιά μου από τα χτυπήματα. Ξέρω ότι ο […] είναι ασφαλής υπό την προστασία Του. Αλλά είναι η πίστη μου στον Θεό και η ευγνωμοσύνη μου για όσα έχει κάνει για μένα που δημιουργούν τον δεύτερο πιο δύσκολο αγώνα μου. Τον αγώνα να συγχωρήσω.
[…]
Πράγματι, στην αρχή είπα στον Θεό ότι ποτέ δεν θα συγχωρήσω αυτούς που σκότωσαν το παιδί μου και παρακάλεσα να μην περιμένει από μένα τέτοια συγχώρεση. Πέρασε, όμως, ο καιρός, και αποδέχομαι ότι δεν υπάρχει αμαρτία που ο Θεός δεν συγχωρεί αν το άτομο επιδείξει πραγματική μετάνοια. Και, μάλιστα, έφτασα στο σημείο να δεχτώ ότι για τον […] και τον […] τους δίνεται η ευκαιρία να επανασυνδεθούν με τον Θεό και να νιώσουν τη φιλευσπλαχνία του. Και τους το εύχομαι. Αλλά είμαι ένας απλός άνθρωπος και δεν έφτασα ακόμη σε αυτό το σημείο. Πιστεύω, όμως, ότι με την προσευχή και τη χάρη του Θεού θα μπορέσω να φτάσω και, ίσως, έλθει κάποια στιγμή που θα μπορέσω να αντικρίσω αυτούς που πήραν τη ζωή του […] και θα τους πω με ειλικρίνεια και εντιμότητα ‘σας συγχωρώ’ .
Λυπάμαι, αλλά η στιγμή αυτή δεν έχει φθάσει ακόμη.
Μιλώντας ακόμη για την πίστη μου, ένας άλλος αγώνας μέσα σε όλα αυτά είναι το ότι πρέπει να αντικρίσω κατά πρόσωπο το κακό, αφού ο φόνος είναι κάτι κακό. Ήξερα, βέβαια, πριν από τον θάνατο του […] ότι στον κόσμο συμβαίνουν κακά πράγματα. Στον κόσμο μου όμως ο Θεός υπερισχύει του κακού και ο φόνος του γιου μου κλόνισε αυτήν τη βαθιά πίστη μου ότι το καλό υπερισχύει του κακού, γιατί με το θάνατό του φαίνεται τόσο καθαρά ότι το κακό κέρδισε. Έκανα, όμως, λάθος. Γιατί, αν και ο θάνατός του μ ’έκανε να δω τη χειρότερη μορφή της ανθρώπινης φύσης, μ’ έκανε, επίσης, να δω την καλύτερη. Ένιωσα τόση αγαλλίαση από την απίστευτη υποστήριξη φίλων αλλά και αγνώστων.
Ένιωσα τόση ανακούφιση με αυτούς που δούλεψαν για τόσο χρόνο και με τόση επιμονή για να αποδοθεί δικαιοσύνη στο γιο μου, αλλά και γι’ αυτούς που, ως αποτέλεσμα του θανάτου του μπόρεσαν ν ’αλλάξουν την πορεία της ζωής τους προς το καλύτερο. Μπόρεσα να δω ότι ο Θεός έχει κάνει τα πράγματα να ‘δουλεύουν προς το καλύτερο’.
Η τελευταία μου ελπίδα είναι, μέσω αυτής της τραγωδίας, να μπορέσω να βρω καινούργιους στόχους για τη ζωή μου.
[…]
Έχω μία τελευταία ανάμνηση να μοιραστώ μαζί σας. Ο […] κι εγώ, όπως γίνεται με πολλά παιδιά και τους γονείς τους, είχαμε ένα ειδικό τελετουργικό για να λέμε “καληνύχτα”. Όταν ερχόταν στην κάμαρα μου για να κουβεντιάσουμε, η συνάντηση κατέληγε πάντα με τον ίδιο τρόπο.
‘Καληνύχτα, μαμά’
‘Καληνύχτα, [..]. Δώσε στη μαμά ένα φιλί’
‘Σ’ αγαπώ μαμά’
‘Κι εγω σ’ αγαπώ […]’
‘Τα λέμε το πρωί’
‘Τα λέμε το πρωί’
Δεν υπάρχουν, όμως, τώρα πια πρωινά. Ούτε λέξεις να εκφράσουν το βάθος της αγωνίας μου.
[…]
Τι άλλο μου μένει να πω;”
Η επιστολή της μητέρας είναι πράγματι συγκλονιστική και αποτυπώνει με απόλυτη ακρίβεια τα συναισθήματα που βιώνει ένας γονιός, του οποίου το παιδί υπήρξε θύμα εγκληματικής ενέργειας. Η μητέρα αντλεί δύναμη από την πίστη της, όπως κάθε άνθρωπος που αναζητεί ένα καταφύγιο, ένα στήριγμα στον πόνο ύστερα από μία τραγωδία, η οποία δύσκολα μπορεί να αντιμετωπιστεί με τη λογική γιατί ξεπερνάει ακόμα και τα «όρια αντοχής» της ανθρώπινης ψυχής.
Διαβάζοντας την επιστολή της μητέρας έκανα αυτομάτως δύο σκέψεις. Η πρώτη μου σκέψη αφορά τη στενή συσχέτιση μεταξύ των δύο εννοιών «έγκλημα» και «κοινωνία», οι οποίες είναι απολύτως συνυφασμένες. Η δεύτερη σκέψη μου αφορά τις συνθέτες και πολυδιάστατες προεκτάσεις μίας εγκληματικής ενέργειας, κυρίως των εγκλημάτων κατά ζωής και κατά της γενετήσιας ελευθερίας, στη ζωή πολλών ανθρώπων. Τόσο στη ζωή του ίδιου του θύματος εάν έχει καταφέρει να επιβιώσει, όσο και της οικογένειας και των φίλων του, αλλά ακόμα και της τοπικής και ευρύτερης κοινωνίας που ενημερώνεται από τα ΜΜΕ για το έγκλημα. Από την άλλη πλευρά και με έναν διαφορετικό ασφαλώς τρόπο οι συνέπειες αφορούν και τον ίδιο τον δράστη και βέβαια το δικό του οικογενειακό περιβάλλον, μέλη του οποίου είναι τα «αθέατα θύματα του εγκλήματος» (π.χ. ανήλικα τέκνα κατηγορουμένων).
Επομένως, πιστεύω ότι η κατάθεση στο Δικαστήριο αντίστοιχων επιστολών θα ήταν σκόπιμο να εφαρμοστούν και στο ελληνικό σύστημα απονομής δικαιοσύνης, προκειμένου να διαβάζονται και να λαμβάνονται υπ’ όψιν από το Δικαστήριο κατά την επιμέτρηση της ποινής. Καταλήγω σε αυτήν τη σκέψη, για αρκετούς λόγους τους οποίους θα επιχειρήσω να εξηγήσω ακολούθως. Ένας πολύ σημαντικός λόγος είναι ότι δίνεται η πολύτιμη δυνατότητα στο θύμα εάν έχει επιβιώσει ή στην οικογένειά του εάν δεν έχει επιβιώσει το θύμα να αισθανθούν ότι «έχουν φωνή» και ότι ο λόγος τους ακούγεται και αξιολογείται από το Δικαστήριο.
Ειδικά σε εγκλήματα κατά της ζωής που αφορούν το ύψιστο αγαθό -την ίδια τη ζωή- ο ανθρώπινος παράγων δεν πρέπει να παραβλέπεται. Είναι σκόπιμο οι δικαστές και οι ένορκοι που έχουν επιφορτιστεί με την πολύ μεγάλη ευθύνη να λάβουν μία τόσο σημαντική απόφαση, η οποία θα έχει τεράστια επίδραση στη ζωή πάρα πολλών ανθρώπων, να ακούσουν με προσοχή και να κατανοήσουν όλες τις διαστάσεις που λαμβάνει μία εγκληματική ενέργεια, όπως και σε ποιο βαθμό και με ποιον τρόπο έχει επηρεάσει τη ζωή των ατόμων που με άμεσο ή και έμμεσο τρόπο εμπλέκονται στην υπόθεση.
Γι’ αυτό, στο σημείο αυτό, θα πρόσθετα ότι είναι σημαντικό και δίκαιο να δίνεται και στον κατηγορούμενο η δυνατότητα να καταθέσει τη δική του επιστολή, ώστε οι δικαστές και οι ένορκοι να έχουν μία απολύτως σαφή και ολοκληρωμένη εικόνα από τα δύο εμπλεκόμενα μέρη, που θα τους βοηθήσει να προσεγγίσουν την υπόθεση ολόπλευρα, να κατανοήσουν την ουσία της και τις βαθύτερες διαστάσεις της και στο τέλος να λάβουν την πολύ σημαντική τους απόφαση που θα αλλάξει για πάντα τη ζωή των εμπλεκόμενων μερών.
Επίσης, μέσα από την κατάθεση επιστολών στο Δικαστήριο θα μπορέσουν τα εμπλεκόμενα μέρη να εκφράσουν βαθύτερα συναισθήματα που με άλλον τρόπο δεν θα μπορούσαν να έρθουν στην επιφάνεια και μέσω αυτών οι δικαστές και οι ένορκοι να εξάγουν πολύτιμα συμπεράσματα που δεν είχαν εξαχθεί εύκολα με άλλον τρόπο, γιατί πέρα από το συγκινησιακό κομμάτι και την έντονη συναισθηματική φόρτιση αυτών των επιστολών, περιγράφεται και μία καθημερινότητα και δίνονται στοιχεία για τη ζωή θυμάτων και κατηγορουμένων που είναι αδύνατον να γνωρίζει το Δικαστήριο. Όλα αυτά τα στοιχεία πρέπει να διαδραματίσουν καθοριστικό ρόλο στην επιμέτρηση της ποινής.
Όσον αφορά την ένσταση ότι ενδεχομένως αυτές οι επιστολές θα είναι πάντοτε επιβαρυντικές για τον κατηγορούμενο, δεν θα συμφωνήσω απολύτως, γιατί υπάρχουν περιπτώσεις που η οικογένεια του θύματος έχει μία διαφορετική προσέγγιση ή θέλει να δώσει στον κατηγορούμενο την ευκαιρία να ζητήσει συγγνώμη για την πράξη του ή ακόμα να κατανοήσει την ποινική και κοινωνική απαξία της πράξης του στο πλαίσιο της «επανορθωτικής δικαιοσύνης» ( βλ. σχετικά https://www.postmodern.gr/epanorthotiki-dikaiosyni/). Επομένως, θα τόνιζα ότι κάθε υπόθεση έχει τα δικά της ειδικά χαρακτηριστικά και δεν μπορούμε να γνωρίζουμε εκ των προτέρων τη δικαστική εξέλιξή της.
Αναμφίβολα, σε καθαρά ανθρώπινο επίπεδο η οικογένεια του θύματος που καταθέτει μία επιστολή στο Δικαστήριο νιώθει, θεωρώ, μία «ηθική» τουλάχιστον δικαίωση, ότι της δίνεται η ευκαιρία να εκφράσει τα συναισθήματα που βιώνει και να περιγράψει την καθημερινότητά της μετά την εγκληματική ενέργεια. Αυτή είναι, κατά την άποψή μου, μία πολύ σημαντική παράμετρος που πρέπει εξίσου να ληφθεί υπ’ όψιν μας,  γιατί η αξία κάθε ανθρώπινης ζωής είναι μοναδική και αυτό πρέπει να γίνει κατανοητό ιδίως στο πλαίσιο της σύγχρονης κοινωνίας όπου διαπιστώνεται ότι ανθρωποκτονίες που διαπράττονται, σε αρκετές περιπτώσεις με δράστες και θύματα πολύ νέους ανθρώπους, είναι μεταξύ άλλων απόρροια της πλήρους απαξίωσης στην ανθρώπινη ζωή.
Συνοψίζοντας, καταλήγω στο συμπέρασμα ότι, ιδίως σε εγκλήματα κατά της ζωής, όπου η δικαστική απόφαση ασκεί τεράστιες επιδράσεις στη ζωή πάρα πολλών ανθρώπων και μάλιστα σε πολλά επίπεδα, είναι σκόπιμο -και αναγκαίο θα συμπλήρωνα- να λαμβάνονται υπ’ όψιν και να αξιολογούνται με νηφαλιότητα, προσοχή αλλά και ουσιαστικό ενδιαφέρον, όλες οι παράμετροι μίας τόσο σοβαρής υπόθεσης που αφορά την αφαίρεση της ανθρώπινης ζωής και, αναμφίβολα, οι επιπτώσεις του εγκλήματος στη ζωή της οικογένειας του θύματος, αποτελούν ένα φλέγον ζήτημα που οφείλουμε  ως κοινωνία να αναδείξουμε.