1989: Σφαγή για το διαλυμένο προξενιό

«Όπως λιώνει το κερί, έτσι να λιώσει η ζωή σου», σκεφτόταν η 45χρονη Νίκη Ραβανού για την αδελφή του αρραβωνιαστικού της, λίγο πριν αρχίσουν την τελετή μαγγανείας. Την θεωρούσε
υπεύθυνη για την κακή πορεία του αρραβώνα και δεν περίμενε να λιώσει το κερί για να της επιτεθεί σαν άγρια μάγισσα με έναν μπαλτά και να σκοτώσει αυτή και τη φίλη της, που σιγοντάριζε στην διάλυση της σχέσης. «Δεν κατάλαβα πώς έγινε», είπε η ίδια όταν συνελήφθη στις 11 Νοεμβρίου 1989. «Δεν με είχαν πειράξει, αλλά εκείνη την ημέρα με έβρισαν και οι δύο. Πίστευα ότι δεν θα με έβρισκε η Αστυνομία…».
Η 45χρονη γυναίκα από την Άρτα είχε αρραβωνιαστεί οκτώ μήνες νωρίτερα με τον 48χρονο Γρηγόρη Παπαδάτο, μετά από προξενιό. Με την 43χρονη αδελφή του, Καίτη, τις ένωνε το κοινό ενδιαφέρον τους για τις τελετές μαγγανείας, στις οποίες συμμετείχε και η 38χρονη φίλη της Παναγιώτα Χριστοδουλοπούλου. Όμως, όσο περνούσε ο καιρός, φαινόταν ότι ο Παπαδάτος είχε μετανιώσει γι’ αυτό το προξενιό και απομακρυνόταν σιγά – σιγά από τη σχέση. Η Ραβανού θεωρούσε υπεύθυνη την αδελφή του. Πίστευε ότι του έβαζε λόγια.

Μια μέρα της τηλεφώνησε από την Άρτα και της είπε ότι θα κατέβαινε στην Αθήνα με την Μαργαρίτα, ένα μέντιουμ που ήξερε από τελετές μαγγανείας. Οι δύο γυναίκες συμφώνησαν να συναντηθούν στις 26 Οκτωβρίου 1989 στο διαμέρισμα της Χριστοδουλοπούλου, στην οδό Καπιδάκη 9 στα Κάτω Πατήσια. «Κλείστε τα παράθυρα, ανάψτε τα κεριά και μόλις καούν θα πάρω τη Μαργαρίτα να έρθει», τους είπε. Όμως αυτή «καιγόταν» για άλλο θέμα: τον αρραβώνα της με τον αδελφό της Καίτης Παπαδάτου. Γρήγορα έστρεψε εκεί την κουβέντα.

Η Παπαδάτου ήταν ανένδοτη και άφησε να εννοηθεί ότι επεδίωκε την διάλυση αυτού του αρραβώνα, για να παντρευτεί ο αδελφός της μια άλλη γυναίκα. Η Ραβανού έγινε έξαλλη. Πήγε στην κουζίνα, άρπαξε έναν μπαλτά και άρχισε να την χτυπάει με μανία στο κεφάλι. Μπήκε στη μέση η Χριστοδουλοπούλου, αλλά είχε την ίδια τύχη. Την αποτελείωσε σφίγγοντας μια πετσέτα γύρω από το λαιμό της…
Χωρίς να χάσει την ψυχραιμία της, η 45χρονη γυναίκα έπλυνε τα χέρια της και καθάρισε πρόχειρα το αίμα από τα ρούχα και τα παπούτσια της. Λίγο πριν φύγει, έβαλε σε μια σακούλα τις ματωμένες σαγιονάρες της Χριστοδουλοπούλου που είχε φορέσει, το πορτοφόλι της και τον φονικό μπαλτά. Πήγε στο σπίτι ενός Αιγύπτιου φίλου της στην Καλλιθέα, όπου εν αγνοία του άφησε τις σαγιονάρες και το πορτοφόλι, πέταξε τον μπαλτά σε έναν κάδο απορριμμάτων στον Πειραιά και με ταξί κατευθύνθηκε στον Κορυδαλλό.
Συναντήθηκε με τον αρραβωνιαστικό της και ήταν ήρεμη και χαμογελαστή. Ο Γρηγόρης της ζήτησε να φύγει, αφού ο αρραβώνας τους δεν είχε μέλλον. Όμως εκείνη τον παρακάλεσε να την φιλοξενήσει γιατί «δεν είχε πού να πάει». Κοιμήθηκε, μάλιστα, στο κρεβάτι της γυναίκας που είχε δολοφονήσει! Το πρωί επέστρεψε στην Άρτα σαν να μην είχε συμβεί τίποτα.
Οι αστυνομικοί που ανέλαβαν την εξιχνίαση του διπλού εγκλήματος κάλεσαν πάνω από 130 υπόπτους. Ήταν σχεδόν σίγουροι ότι τέτοιο μακελειό μόνο άνδρας θα μπορούσε να προκαλέσει! O ιατροδικαστής Νίκος Μπεναρδής μέτρησε συνολικά 24 χτυπήματα στα κεφάλια των θυμάτων. Οι υποψίες στράφηκαν στον πρώην αρραβωνιαστικό της Χριστοδουλοπούλου, καθώς δεν είχαν χωρίσει και με τον καλύτερο τρόπο. Εκείνος είχε ακλόνητο άλλοθι. Επιπλέον, στα χέρια της 38χρονης γυναίκας είχαν βρεθεί τούφες από γυναικεία μαλλιά!

Η Νίκη Ραβανού κλήθηκε να καταθέσει στην Ασφάλεια Άρτας. Η ίδια δήλωσε άγνοια και αφέθηκε ελεύθερη. Όταν τα αποτυπώματά της διασταυρώθηκαν με αυτά που είχαν βρεθεί στο σπίτι – σφαγείο των Κάτω Πατησίων, την κάλεσαν και πάλι, αυτή τη φορά ως ύποπτη, στο τμήμα ανθρωποκτονιών στην Αθήνα. Άρχισε τότε να πλέκει σενάρια για τρεις Τούρκους μάγους, που την υπνώτισαν, έκαναν όλοι μαζί όργια και σκότωσαν τις δύο γυναίκες. Όμως δεν έγινε πιστευτή. Μετά από εξαντλητική εξέταση, ομολόγησε. Δεν θυμόταν, ωστόσο, σε ποιο σημείο είχε πετάξει τον μπαλτά.
Στην απολογία της στον ανακριτή άλλαξε υπερασπιστική γραμμή, υποστηρίζοντας ότι στην Ασφάλεια πιέστηκε για να ομολογήσει την διπλή δολοφονία. Η 45χρονη γυναίκα προφυλακίστηκε και η δίκη της, το Δεκέμβριο του 1990 στο Μικτό Ορκωτό Δικαστήριο Αθηνών, έγινε σε φορτισμένο κλίμα. Ο Νίκος Παπαδάτος, αδελφός της Καίτης, όρμησε πάνω της, την έπιασε από τα μαλλιά και άρχισε να την κλωτσάει με μανία. «Ούτε τα ζώα δεν σφάζουν έτσι, καταραμένη γυναίκα», φώναζε. Οι αστυνομικοί επενέβησαν και τον έβγαλαν από την αίθουσα. Ήταν ο πρώτος μάρτυρας, καθώς ήταν αυτός που είχε βρει νεκρές τις δύο γυναίκες.

«Σκότωσε την αδελφή μας και είχε το θράσος να πάει το ίδιο βράδυ στο σπίτι της και να κοιμηθεί στο κρεβάτι της», είπε στην κατάθεσή του. «Μας κορόιδευε και παρίστανε ότι συμμετείχε στο πένθος μας. Πίστευε ότι είχε κάνει το τέλειο έγκλημα. Στην Άρτα λέγεται ότι αυτή κρύβεται πίσω από τη δολοφονία ενός θείου της, που δεν εξιχνιάστηκε».
Η Νίκη Ραβανού δήλωσε αθώα. «Δεν σκότωσα εγώ τις δύο γυναίκες, πάνε να μου φορτώσουν τους φόνους», είπε. Λίγο αργότερα ζαλίστηκε και ο πρόεδρος διέκοψε την ακροαματική διαδικασία, ζητώντας να εξεταστεί από ιατροδικαστή.
«Την βρήκα να καπνίζει στο κρατητήριο και από την εξέταση δεν διαπίστωσα να πάσχει από κάτι, μπορεί να παρακολουθήσει τη δίκη», είπε ο ιατροδικαστής Βύρων Κανάκης, αλλά η κατηγορούμενη προτίμησε να μην επιστρέψει στο εδώλιο και παρέμεινε στο κρατητήριο. Το τέλος της δίκης την βρήκε καταδικασμένη σε δύο φορές ισόβια, μία για κάθε ζωή που είχε αφαιρέσει. Το Δεκέμβριο του 1994 το Μικτό Ορκωτό Εφετείο Αθηνών, το οποίο την δίκασε σε δεύτερο βαθμό, επικύρωσε την ποινή της. Η Νίκη Ραβανού μοίρασε κατάρες δεξιά και αριστερά, πριν επιστρέψει στις φυλακές του Ελαιώνα Θηβών.
Νίκος Τσέφλιος