Η καταπολέμηση των “fake news”, των “hoaxes” και της παραπληροφόρησης στο διαδίκτυο σε ευρωπαϊκό και διεθνές επίπεδο.


ΕΙΣΑΓΩΓΗ
Στην παρούσα μελέτη* επιχειρείται η παράθεση των πλέον χαρακτηριστικών κειμένων με νομική διάσταση που έχουν καταρτιστεί σε διακρατικό, ευρωπαϊκό και διεθνές, επίπεδο για το φαινόμενο των “fakenews”, των “hoaxes” και εν γένει της παραπληροφόρησης[1]. Η διερεύνηση της δυνατότητας και της αποτελεσματικότητας της υπερκρατικής βαθμίδας σε θεσμικό επίπεδο και delegeferendaαποτελεί sinequanonστοιχείο, δεδομένης και της υπερκρατικής διάστασης την οποία λαμβάνουν σήμερα οι συμπεριφορές μέσω διαδικτύου, λαμβάνοντας υπόψιν και τις ιδιαίτερες δυνατότητες διασποράς των “fakenews” μέσω διαδικτύου, προκειμένου να επιτευχθεί μια πολυεπίπεδη παρουσίαση των τρόπων αντιμετώπισης του φαινομένου.

 

Πέραν της απλής καταγραφής θεμελιακών αρχών, βασικών προσανατολισμών, πολιτικών και προληπτικών μέτρων που ενυπάρχουν στα κατωτέρω νομικά κείμενα, θα επιχειρηθεί στο πλαίσιο καταληκτικών πορισμάτων μια συγκριτική πραγμάτευση των προσεγγίσεων, αναζητώντας συγκλίσεις και αποκλίσεις σε ορολογικά ζητήματα, σε ζητήματα τακτικών και στρατηγικής, σε ζητήματα έμφασης κ.ο.κ. Δεδομένου ότι ενώπιον προβλημάτων παγκόσμιας εμβέλειας -όπως αυτό της άνθησης της παραπληροφόρησης- απαιτούνται συντονισμένες προσπάθειες, είναι ιδιαζόντως κρίσιμο να ελεγχθεί εάν οι καταγεγραμμένες δράσεις εναρμονίζονται ή δυσχεραίνουν την κατάσταση λόγω ενδεχόμενων επιμέρους και αποκομμένων μεταξύ τους λύσεων.

 

 

2.ΚΕΙΜΕΝΑ ΤΗΣ ΕΥΡΩΠΑΙΚΗΣ ΕΝΝΟΜΗΣ ΤΑΞΗΣ

 

2.1ΚΑΝΟΝΙΣΜΟΣ (ΕΕ) αριθ. 596/2014 ΤΟΥ ΕΥΡΩΠΑΪΚΟΥ ΚΟΙΝΟΒΟΥΛΙΟΥ ΚΑΙ ΤΟΥ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟΥ της 16ης Απριλίου 2014 για την κατάχρηση της αγοράς (κανονισμός για την κατάχρηση της αγοράς) και την κατάργηση της οδηγίας 2003/6/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου και των οδηγιών της Επιτροπής 2003/124/ΕΚ, 2003/125/ΕΚ και 2004/72/ΕΚ[2]

 

Ο συγκεκριμένος κανονισμός θεσπίζει ένα κοινό κανονιστικό πλαίσιο σχετικά με την κατάχρηση προνομιακών πληροφοριών, την παράνομη ανακοίνωση προνομιακών πληροφοριών και τη χειραγώγηση της αγοράς («κατάχρηση αγοράς»), καθώς και μέτρα για την πρόληψη της κατάχρησης της αγοράς, για τη διασφάλιση της ακεραιότητας των χρηματοπιστωτικών αγορών στην Ένωση και για την ενίσχυση της προστασίας των επενδυτών και της εμπιστοσύνης στις εν λόγω αγορές.

 

Μολονότι το νομικό αυτό κείμενο δεν είναι τελολογικώς στραμμένο προς την κατεύθυνση της καταπολέμησης της παραπληροφόρησης, στο σώμα του υπάρχουν προβλέψεις στις οποίες γίνεται ειδική αναφορά στις ψευδείς ειδήσεις και στη διασπορά τους, σε περίπτωση βέβαια επηρεασμού της αγοράς. Σε κάθε, επομένως, περίπτωση, με δεδομένο ότι το πρόβλημα της παραπληροφόρησης έχει ήδη αντιμετωπιστεί δυνάμει του παρόντος κανονισμού έστω και αποσπασματικά ή σε μόνο έναν τομέα, η συγκεκριμένη εμπειρία δέον να αξιοποιηθεί από τα όργανα της ΕΕ σε επίπεδο ανάληψης σχετικών νομοθετικών πρωτοβουλιών για την καταπολέμηση των “fakenews”.

 

Παρακάτω εκτίθενται τα σημεία του κανονισμού, όπου γίνεται ρητή αναφορά στις ψευδείς ειδήσεις.

 

 

 

Άρθρο 12.Χειραγώγηση της αγοράς:

1.Για τους σκοπούς του παρόντος κανονισμού, η χειραγώγηση αγοράς συνίσταται στις ακόλουθες δραστηριότητες: α) διενέργεια συναλλαγής, τοποθέτησης εντολής για τη διενέργεια συναλλαγής ή οιαδήποτε άλλη συμπεριφορά η οποία:

2.i) δίδει, ή είναι πιθανόν να δώσει ψευδείς ή παραπλανητικές ενδείξειςσχετικά με την προσφορά, τη ζήτηση ή την τιμή ενός χρηματοπιστωτικού μέσου ή ενός σχετικού συμβολαίου άμεσης παράδοσης επί εμπορεύματος ή ενός εκπλειστηριαζόμενου προϊόντος βασιζομένου επί δικαιωμάτων εκπομπής·

 


 

γ)διάδοση πληροφοριών διά των μέσων μαζικής ενημέρωσης, συμπεριλαμβανομένου του διαδικτύου, ή με οποιοδήποτε άλλο μέσο, η οποία δίδει, ή είναι πιθανόν να δώσει ψευδείς ή παραπλανητικές ενδείξειςσχετικά με την προσφορά, τη ζήτηση ή την τιμή ενός χρηματοπιστωτικού μέσου ή ενός συνδεδεμένου με αυτά συμβολαίου άμεσης παράδοσης επί εμπορεύματος ή ενός εκπλειστηριαζόμενου προϊόντος βασιζομένου επί δικαιωμάτων εκπομπής ή διαμορφώνει, ή είναι πιθανόν να διαμορφώσει, την τιμή ενός ή περισσότερων χρηματοπιστωτικών μέσων ή ενός συνδεομένου με αυτά συμβολαίου άμεσης παράδοσης επί εμπορεύματος σε μη κανονικό ή τεχνητό επίπεδο, συμπεριλαμβανομένης της διάδοσης φημών,εφόσον το πρόσωπο που τις διέδωσε γνώριζε, ή όφειλε να γνωρίζει, ότι οι πληροφορίες ήταν ψευδείς ή παραπλανητικές·

 

δ)διαβίβαση ψευδών ή παραπλανητικών πληροφοριών ή χορήγηση ψευδών ή παραπλανητικών στοιχείωνγια ένα δείκτη αναφοράς, εφόσον το πρόσωπο που πραγματοποίησε τη διαβίβαση ή τη χορήγηση των στοιχείων γνώριζε ή όφειλε να γνωρίζει ότι ήταν ψευδείς ή παραπλανητικές, ή κάθε άλλη συμπεριφορά που συνεπάγεται τη χειραγώγηση του υπολογισμού του δείκτη αναφοράς.

2.Οι ακόλουθες συμπεριφορές, ενδεικτικά, συνιστούν χειραγώγηση της αγοράς:

 


 

γ) η τοποθέτηση εντολών σε τόπο διαπραγμάτευσης, συμπεριλαμβανομένης της ακύρωσης ή τροποποίησής τους, με τη χρησιμοποίηση οιουδήποτε διαθέσιμου μέσου συναλλαγών, συμπεριλαμβανομένων των ηλεκτρονικών μέσων, όπως στρατηγικές αλγοριθμικών συναλλαγών και συναλλαγών υψηλής συχνότητας, και η οποία έχει ένα από τα αποτελέσματα που αναφέρονται στην παράγραφο 1 στοιχείο α) ή β), μέσω:

 

iii) της δημιουργίας ή της ενδεχομένης δημιουργίας ψευδών ή παραπλανητικών ενδείξεων σχετικά με την προσφορά ή τη ζήτηση ή σχετικά με την τιμή ορισμένου χρηματοπιστωτικού μέσου, ιδίως μέσω της καταχώρισης εντολών για την έναρξη ή ενίσχυση μιας τάσης·

3.Για τους σκοπούς της εφαρμογής της παραγράφου 1 στοιχεία α) και β), και με την επιφύλαξη των συμπεριφορών που αναφέρονται στην παράγραφο 2, το παράρτημα I ορίζει κάποιες ενδείξεις, των οποίων η απαρίθμηση δεν είναι εξαντλητική, όσον αφορά τη χρήση παραπλανητικών μεθοδεύσεων ή κάθε άλλης παραπλάνησης ή τεχνάσματος, και ορισμένες ενδείξεις, των οποίων η απαρίθμηση δεν είναι εξαντλητική, που αφορούν ψευδείς ή παραπλανητικές ενδείξεις και τον τεχνητό προσδιορισμό των τιμών.

 

Άρθρο 23.Εξουσίες των αρμόδιων αρχών:

 


2.Για να εκπληρώσουν τα καθήκοντά τους δυνάμει του παρόντος κανονισμού, οι αρμόδιες αρχές διαθέτουν, σύμφωνα με την εθνική νομοθεσία, τουλάχιστον τις ακόλουθες εξουσίες εποπτείας και έρευνας:

 


 

ιγ)να λαμβάνουν όλα τα αναγκαία μέτρα για την ορθή ενημέρωση του κοινού, συμπεριλαμβανομένης της διόρθωσης ψευδών ή παραπλανητικών πληροφοριών που δημοσιοποιήθηκαν, μεταξύ άλλων απαιτώντας από οποιονδήποτε εκδότη ή άλλο πρόσωπο που δημοσίευσε ή διέδωσε ψευδείς ή παραπλανητικές πληροφορίες τη δημοσίευση διορθωτικής δήλωσης.

 

 

 

ΠΑΡΑΡΤΗΜΑ I

 

Για τους σκοπούς της εφαρμογής του στοιχείου α) της παραγράφου 1 του άρθρου 12 του παρόντος κανονισμού, και με την επιφύλαξη των μορφών συμπεριφοράς που παρατίθενται στην παράγραφο 2 του εν λόγω άρθρου, οι αρμόδιες αρχές και οι συμμετέχοντες στην αγορά λαμβάνουν υπόψη, όταν εξετάζουν συναλλαγές ή εντολές διενέργειας συναλλαγών, τις ακόλουθες ενδείξεις, των οποίων η απαρίθμηση δεν είναι εξαντλητική και οι οποίες δεν πρέπει απαραιτήτως να θεωρούνται ότι αυτές καθαυτές συνιστούν πράξεις χειραγώγησης αγοράς:

 

α) τον βαθμό στον οποίο οι δοθείσες εντολές διαπραγμάτευσης ή οι διενεργηθείσες συναλλαγές αντιπροσωπεύουν σημαντικό ποσοστό του ημερήσιου όγκου συναλλαγών στο σχετικό χρηματοπιστωτικό μέσο, το συνδεόμενο προς αυτό συμβόλαιο άμεσης παράδοσης επί εμπορεύματος, ή στο εκπλειστηριαζόμενο προϊόν επί δικαιωμάτων εκπομπής, ιδιαίτερα όταν οι εν λόγω δραστηριότητες οδηγούν σε σημαντική μεταβολή των τιμών τους·

 

β) τον βαθμό στον οποίο οι δοθείσες εντολές για διενέργεια συναλλαγών ή οι διενεργηθείσες συναλλαγές από πρόσωπα με σημαντική θέση αγοράς ή πώλησης στο σχετικό χρηματοπιστωτικό μέσο, το συνδεόμενο προς αυτό συμβόλαιο άμεσης παράδοσης επί εμπορεύματος, ή στο εκπλειστηριαζόμενο προϊόν επί δικαιωμάτων εκπομπής, οδηγούν σε σημαντική μεταβολή της τιμής του εν λόγω χρηματοπιστωτικού μέσου, του συνδεόμενου προς αυτό συμβολαίου άμεσης παράδοσης επί εμπορεύματος, ή του εκπλειστηριαζόμενου προϊόντος επί δικαιωμάτων εκπομπής·

 

γ) κατά πόσο οι διενεργηθείσες συναλλαγές συνεπάγονται ή όχι αλλαγή του πραγματικού δικαιούχου του χρηματοπιστω­ τικού μέσου, του συνδεόμενου προς αυτό συμβολαίου άμεσης παράδοσης επί εμπορεύματος, ή του εκπλειστηριαζόμενου προϊόντος επί δικαιωμάτων εκπομπής·

 

δ) τον βαθμό στον οποίο οι δοθείσες εντολές για διενέργεια συναλλαγών ή οι διενεργηθείσες συναλλαγές ή οι ακυρωμένες εντολές οδηγούν σε βραχυπρόθεσμες αντιστροφές θέσεων και αντιπροσωπεύουν σημαντικό ποσοστό του καθημερινού όγκου συναλλαγών στο σχετικό χρηματοπιστωτικό μέσο, στο συνδεόμενο προς αυτό συμβόλαιο άμεσης παράδοσης επί εμπορεύματος, ή στο εκπλειστηριαζόμενο προϊόν επί δικαιωμάτων εκπομπής, και ενδέχεται να συνδέονται με σημαντικές μεταβολές στην τιμή ορισμένου χρηματοπιστωτικού μέσου, συνδεόμενου προς αυτό συμβολαίου άμεσης παράδοσης επί εμπορεύματος, ή ενός εκπλειστηριαζόμενου προϊόντος επί δικαιωμάτων εκπομπής·

 

ε) τον βαθμό στον οποίο οι δοθείσες εντολές για διενέργεια συναλλαγών ή οι διενεργηθείσες συναλλαγές επικεντρώνονται σε μικρό χρονικό διάστημα της συνεδρίασης και οδηγούν σε μεταβολή τιμής η οποία στη συνέχεια αντιστρέφεται·

 

στ) τον βαθμό στον οποίο οι δοθείσες εντολές για διενέργεια συναλλαγών μεταβάλλουν τις καλύτερες τιμές προσφοράς και ζήτησης ορισμένου χρηματοπιστωτικού μέσου, συνδεόμενου προς αυτό συμβολαίου άμεσης παράδοσης επί εμπορεύματος, ή ενός εκπλειστηριαζόμενου προϊόντος επί δικαιωμάτων εκπομπής, ή γενικότερα τις τιμές που καταγράφονται στο βιβλίο εντολών των συμμετεχόντων στην αγορά, και οι οποίες αποσύρονται πριν εκτελεσθούν· και

 

ζ) τον βαθμό στον οποίο δίδονται εντολές για διενέργεια συναλλαγών ή διενεργούνται συναλλαγές σε, ή γύρω από, συγκεκριμένο χρονικό διάστημα κατά το οποίο υπολογίζονται οι τιμές αναφοράς, οι τιμές εκκαθάρισης και οι αποτιμήσεις, και οι οποίες οδηγούν σε μεταβολές τιμών που επηρεάζουν αυτές τις τιμές και τις αποτιμήσεις.

 

Β. Ενδείξεις συμπεριφορών που συνίστανται στη χρήση παραπλανητικών μεθοδεύσεων ή κάθε άλλης παραπλάνησης ή τεχνάσματος

 

Για τους σκοπούς της εφαρμογής του στοιχείου β) της παραγράφου 1 του άρθρου 12 του παρόντος κανονισμού, και με την επιφύλαξη των συμπεριφορών που παρατίθενται στην παράγραφο 2 του εν λόγω άρθρου, οι συμμετέχοντες στην αγορά και οι αρμόδιες αρχές λαμβάνουν υπόψη, όταν εξετάζουν συναλλαγές ή εντολές διενέργειας συναλλαγών, τις ακόλουθες ενδείξεις, των οποίων η απαρίθμηση δεν είναι εξαντλητική και οι οποίες δεν πρέπει απαραιτήτως να θεωρούνται ότι αυτές καθαυτές συνιστούν πράξεις χειραγώγησης αγοράς:

 

α) εάν, πριν ή μετά τις δοθείσες εντολές για τη διενέργεια συναλλαγών ή τις διενεργηθείσες συναλλαγές από πρόσωπα, διαδίδονται ψευδείς ή παραπλανητικές πληροφορίες από τα ίδια αυτά πρόσωπα ή από άλλα πρόσωπα που έχουν στενούς δεσμούς με αυτά· και

 

β) εάν δίδονται εντολές για διενέργεια συναλλαγών ή διενεργούνται συναλλαγές από πρόσωπα, προτού ή αφότου τα ίδια αυτά πρόσωπα ή άλλα πρόσωπα τα οποία συνδέονται με αυτά εκπονήσουν ή διαδώσουν επενδυτικές συστάσεις, οι οποίες είναι εσφαλμένες ή μεροληπτικές ή προδήλως επηρεασμένες από σημαντικά συμφέροντα

 

2.2. Εκθέσεις, αναφορές και πρωτοβουλίες “Soft law[3]”

 

2.2.1 «Διαταραχή της Πληροφορίας: Προς ένα διεπιστημονικό πλαίσιο για την έρευνα και τη χάραξη πολιτικής»

 

Έκθεση δημοσιευμένη από το Συμβούλιο της Ευρώπης, 27 Σεπτεμβρίου 2017[4]

 

Αυτή η έκθεσηπαρέχει ένα νέο πλαίσιο για τους υπεύθυνους για τη χάραξη πολιτικής, τους νομοθέτες, τους ερευνητές, τους επιστήμονες πληροφορικής και τους επαγγελματίες που ασχολούνται με τις θεωρητικές και πρακτικές προκλήσεις που σχετίζονται με την εσφαλμένη πληροφόρηση (misinformation), την παραπληροφόρηση (disinformation) και την κακόβουλη πληροφόρηση (malinformation) (τις τρεις εκφάνσεις της διαταραχής της πληροφορίας και της διασποράς των “fakenews”).

 

Από τις πρώτες κιόλας παραγράφους του κειμένου τονίζεται ότι ενώ οι ιστορικές επιπτώσεις των φημών και του κατασκευασμένου περιεχομένου έχουν τεκμηριωθεί ήδη, η σύγχρονη («κοινωνική») τεχνολογία μας φέρνει ενώπιον ορισμένων άνευ προηγουμένου προκλήσεων: «μόλυνση» των πληροφοριών σε παγκόσμια κλίμακα σε ό,τι αφορά την αξιοπιστία τους, πολύπλοκο δίκτυο κινήτρων για τη δημιουργία, τη διάδοση και την κατανάλωση αυτών μέσω «μολυσμένων» μηνυμάτων, μυριάδες «τύπων» περιεχομένου και τεχνικές για την ενίσχυση του (τουλάχιστον προβληματικού) περιεχομένου, αμέτρητες πλατφόρμες που φιλοξενούν και αναπαράγουν αυτό το περιεχόμενο και ιλιγγιώδεις ταχύτητες επικοινωνίας.

 

Αυτή η έκθεση είναι σημαντική επίσης, διότι τονίζεται η αποφυγή του όρου «ψευδείς ειδήσεις», κυρίως για δύο λόγους:

•Πρώτον, ο όρος «ψευδείς ειδήσεις» είναι ανεπαρκής για την περιγραφή των σύνθετων φαινομένων της διαστρέβλωσης («μόλυνσης») των πληροφοριών.

•Δεύτερον, ο εν λόγω όρος άρχισε επίσης να προσλαμβάνεται και να χρησιμοποιείται από πολιτικούς σε όλο τον κόσμο για να περιγράψει τη δραστηριότητα ειδησεογραφικών οργανώσεων των οποίων την κάλυψη θεωρούν δυσάρεστη.

 

Με αυτόν τον τρόπο, ο όρος «ψευδείς ειδήσεις» γίνεται μηχανισμός με τον οποίο μπορεί να συσφιχθεί, να περιοριστεί, να υπονομευθεί και να παρακαμφεί η ελευθεροτυπία.

 

Ως εκ τούτου προτείνονται οι εξής κατηγορίες και ορισμοί:

•η εσφαλμένη πληροφόρηση (misinformation) λαμβάνει χώρα όταν ψεύτικες πληροφορίες διασπείρονται («μοιράζονται») αλλά δεν επιδιώκεται καμία βλάβη,

•η παραπληροφόρηση (disinformation) λαμβάνει χώρα όταν ψεύτικες πληροφορίες διασπείρονται («μοιράζονται») με πρόθεση να προκαλέσουν βλάβη και

•η κακόβουλη πληροφόρηση (malinformation) λαμβάνει χώρα όταν αληθείς πληροφορίες διασπείρονται («μοιράζονται») για να βλάψουν ενώ μάλιστα συχνά είναι προορισμένες για να παραμείνουν στην ιδιωτική σφαίρα.

 

Ομοίως, υπογραμμίζεται η σημασία της χωριστής πραγμάτευσης (κατά τη μελέτη του φαινομένου της διαταραχής της πληροφορίας) καθενός από τα στοιχεία (δράστης, μήνυμα, ερμηνευτές) και καθεμιάς από της φάσεις (δημιουργία, παραγωγή, διανομή).[5]

 

Το τμήμα της έκθεσης που είναι περισσότερο στραμμένο στην αντιμετώπιση του φαινομένου της παραπληροφόρησης είναι αυτό στο οποίο παρατίθενται συστάσεις που απευθύνονται σε εταιρείες τεχνολογίας, εθνικές κυβερνήσεις, μέσα μαζικής ενημέρωσης, κοινωνία των πολιτών, υπουργεία παιδείας και φορείς χρηματοδότησης. Παρακάτω απαριθμώνται επιγραμματικά οι εν λόγω προτάσεις για την πρόληψη και την αντιμετώπιση της παραπληροφόρησης, των “fakenews” και των “hoaxes”.

 

Οι εταιρείες τεχνολογίας προτείνεται μεταξύ άλλων:

1.Να δημιουργήσουν ένα διεθνές γνωμοδοτικό συμβούλιο.

2.Να παρέχουν στους ερευνητές τα δεδομένα που σχετίζονται με πρωτοβουλίες που στοχεύουν στη βελτίωση του δημόσιου λόγου.

3.Να παρέχουν διαφανή κριτήρια για οποιεσδήποτε αλγοριθμικές αλλαγές που υποβαθμίζουν (down-rank) το περιεχόμενο.

4.Να συνεργαστούν.

5.Να δώσουν έμφαση στις σχετικές με τα συμφραζόμενα λεπτομέρειες και να δημιουργήσουν οπτικούς δείκτες.

6.Να εξαλείψουν τα οικονομικά κίνητρα.

7.Να λάβουν αυστηρότερα μέτρα ενάντια στην υπολογιστική ενίσχυση διακριτότητας (computationalindistinguishabilityamplification)[6].

8.Να διαχειριστούν επαρκώς περιεχόμενο σε γλώσσες πέραν της αγγλικής.

9.Να δώσουν προσοχή στις οπτικοακουστικές μορφές της εσφαλμένης πληροφόρησης και της παραπληροφόρησης.

10.Να παρέχουν τα μεταδεδομένα (metadata)[7]σε αξιόπιστους συνεργάτες.

11.Να δημιουργήσουν εργαλεία για την επαλήθευση γεγονότων (fact-checking).

12.Να κατασκευάσουν «μηχανές γνησιότητας» (authenticity engines).

13.Να εργαστούν στις λύσεις που στοχεύουν ειδικά στην ελαχιστοποίηση των επιπτώσεων των filterbubbles[8].

 

 

 

Οι εθνικές κυβερνήσειςθα μπορούσαν:

1.Να παραγγείλουν έρευνες για την χαρτογράφηση της διαταραχής της πληροφορίας.

2.Να ρυθμίσουν τα διαφημιστικά δίκτυα.

3.Να απαιτήσουν διαφάνεια γύρω από τις διαφημίσεις στο Facebook και στα κοινωνικά δίκτυα.

4.Να υποστηρίξουν τα δημόσια μέσα μαζικής ενημέρωσης και τα τοπικά ειδησεογραφικά πρακτορεία

5.Να θεσμοθετήσουν προηγμένη εκπαίδευση σχετικά με την κυβερνοασφάλεια.

6.Να επιβάλουν ένα απαραίτητο ελάχιστο επίπεδο συμμετοχής των δημόσιων μέσων μαζικής ενημέρωσης στις πλατφόρμες.

 

Τα μέσα μαζικής ενημέρωσηςθα μπορούσαν:

1.Να συνεργαστούν.

2.Να συμφωνήσουν πολιτικές σχετικά με τη στρατηγική αδράνεια-σιωπή (strategicsilence)[9].

3.Να διαφυλάξουν ισχυρά ηθικά πρότυπα σε όλο το εύρος των μέσων.

4.Να καταρρίπτουν ορισμένες πηγές και περιεχόμενα.

5.Να αφιερώνουν περισσότερα τμήματα των προγραμμάτων τους στον ενημερωτικό εγγραματισμό (newsliteracy).

6.Να διαφωτίσουν σχετικά με την έκταση της απειλής που προκύπτει εξαιτίας της διαταραχής της πληροφορίας.

7.Να επικεντρωθούν στην βελτίωση της ποιότητας των ειδήσεών τους.

8.Να μην διαδίδουν κατασκευασμένο περιεχόμενο.

 

 

 

Η κοινωνία των πολιτώνθα μπορούσε:

1.Να ενημερώσει το κοινό σχετικά με τους κινδύνους της διαταραχής της πληροφορίας.

2.Να δρα ως έντιμος διαμεσολαβητής.

 

 

 

Τα εκπαιδευτικά ιδρύματαθα μπορούσαν:

1.Να εργαστούν διεθνώς για να δημιουργήσουν ένα κοινό πρόγραμμα σπουδών για τον ενημερωτικό εγγραματισμό.

2.Να συνεργαστούν με τις βιβλιοθήκες.

3.Να επικαιροποιήσουν τα προγράμματα σπουδών των σχολών δημοσιογραφίας.

 

 

 

Οι φορείς χρηματοδότησηςθα μπορούσαν:

1.Να παρέχουν στήριξη για την δοκιμή των λύσεων / προτάσεων.

2.Να στηρίζουν τις τεχνολογικές λύσεις.

3.Να στηρίζουν προγράμματα που διδασκαλίας κρίσιμων δεξιοτήτων που αφορούν στην έρευνα και την πληροφόρηση.

 

 

 

2.2.2 «Μια πολυδιάστατη προσέγγιση της παραπληροφόρησης»

 

Έκθεση της ανεξάρτητης ομάδας υψηλού επιπέδου (Highlevelexpertgroup) για τις ψευδείς ειδήσεις και την διαδικτυακή παραπληροφόρηση για λογαριασμό της Ευρωπαϊκής Επιτροπής,  Μάρτιος 2018[10]

 

Τον Ιανουάριο του 2018 η Ευρωπαϊκή Επιτροπή συνέστησε μια ομάδα εμπειρογνωμόνων υψηλού επιπέδου («HLEG»)για να παράξει συμβουλές σχετικά με τις πρωτοβουλίες που αφορούν στην αντιμετώπιση των ψευδών ειδήσεων και της παραπληροφόρησης που διαδίδεται διαδικτυακά. Η ομάδα αποτελείται από 39 μέλη με πρόεδρο την Prof.Dr. MadeleinedeCockBuning. Τα μέλη της είχαν διαφορετικό υπόβαθρο, καθώς προέρχονταν από τον ακαδημαϊκό χώρο, τη δημοσιογραφία, τον τύπο και τους ραδιοτηλεοπτικούς οργανισμούς, τις ηλεκτρονικές πλατφόρμες, τις οργανώσεις της κοινωνίας των πολιτών και τους οργανισμούς επαλήθευσης γεγονότων (factchecking). Τα καθήκοντα της ομάδας ήταν να συμβουλεύσει την Επιτροπή για όλα τα θέματα που προέκυψαν αναφορικά με τις ψευδείς πληροφορίες που διαδίδονται στα παραδοσιακά μέσα ενημέρωσης και σταsocialmediaκαθώς και για τους πιθανούς τρόπους αντιμετώπισης των κοινωνικών και πολιτικών συνεπειών τους. Η επιτροπή κατάρτισε μια έκθεση που αποσκοπεί στην ανάλυση των βέλτιστων πρακτικών υπό το πρίσμα θεμελιωδών αρχών.

 

Είναι ιδιαίτερα σημαντικό το ότι και σε αυτήν την έκθεση υπογραμμίζεται η ανεπάρκεια του όρου «ψευδείς ειδήσεις», αφού είχε υιοθετηθεί και χρησιμοποιηθεί κατά κόρον παραπλανητικά προκειμένου να επικριθούν, να χαρακτηριστούν ως ανυπόστατα και αναξιόπιστα ή να «λογοκριθούν» περιεχόμενα με τα οποία όσοι προβαίνουν στην εν λόγω λογοκρισία απλώς διαφωνούν. Ο όρος «παραπληροφόρηση» από την άλλη, όπως ορίζεται στην παρούσα έκθεση, περιλαμβάνει όλες τις μορφές ψευδών, ανακριβών ή παραπλανητικών πληροφοριών που έχουν σχεδιαστεί, παρουσιαστεί και προωθηθεί για να προκαλέσουν σκόπιμα δημόσια βλάβη ή να αποφέρουν κέρδος –ωστόσο, δεν καλύπτει ζητήματα που προκύπτουν από τη δημιουργία και διάδοση στο διαδίκτυο παράνομου περιεχομένου (ιδίως δυσφήμιση, ρητορική μίσους, προτροπή στη βία), τα οποία υπόκεινται στην ευρωπαϊκή ή εθνική νομοθεσία καθώς και άλλες μορφές εμπρόθετων αλλά μη παραπλανητικών στρεβλώσεων γεγονότων, όπως είναι η σάτιρα και η παρωδία.

 

Επίσης, και στην έκθεση αυτή γίνεται η διαπίστωση ότι τα περισσότερα προβλήματα της παραπληροφόρησης είναι βαθιά συνυφασμένα με την ανάπτυξη των ψηφιακών μέσων καθώς οι σχετικές δημοσιεύσεις υποκινούνται από δρώντες -κρατικούς ή μη κρατικούς πολιτικούς παράγοντες, κερδοσκοπικούς οργανισμούς, μέσα μαζικής ενημέρωσης, μεμονωμένα άτομα ή ομάδες ατόμων- και χρησιμοποιούνται επικοινωνιακές υποδομές με διάφορους τρόπους [συχνά ριζ(οσπαστ)ικά νέους και καινοτόμους, οι οποίοι μάλιστα είναι ανεπαρκώς χαρτογραφημένοι και κατανοητοί] ούτως ώστε να παράγεται, να κυκλοφορεί και να ενισχύεται η παραπληροφόρηση σε πολύ μεγαλύτερη κλίμακα από ό,τι στο παρελθόν.

 

Σύμφωνα με την έκθεση αυτή, η «παραπληροφόρηση» δύναται να αντιμετωπισθεί με τον πλέον αποτελεσματικό τρόπο και μάλιστα με τρόπο που συμβαδίζει πλήρως με την ελευθερία της έκφρασης, τον ελεύθερο Τύπο και τον πλουραλισμό, μόνο υπό την προϋπόθεση συνεργασίας όλων των φορέων οι οποίοι έχουν κυρίαρχη ανάμειξη και εμπλοκή. Επιπλέον, η ομάδα ειδικών προτείνει να αποκτήσει μόνιμο χαρακτήρα η συνεχής έρευνα, η αυξημένη διαφάνεια και η πρόσβαση στα σχετικά δεδομένα, σε συνδυασμό με την τακτική αξιολόγηση των απαντήσεων-λύσεων και θεωρεί τα παραπάνω ιδιαίτερα σημαντικά, καθώς η παραπληροφόρηση είναι ένα πολύπλευρο και εξελισσόμενο πρόβλημα που δεν έχει μία μοναδική αιτία. Επομένως, σύμφωνα με την ομάδα ειδικών δεν (μπορεί να) προκρίνεται μια ενιαία λύση – τουναντίον, η πολυδιάστατη προσέγγιση που προτείνει η ομάδα ειδικών βασίζεται σε διάφορες αλληλοσυνδεόμενες και αμοιβαία ενισχυόμενες απαντήσεις και λύσεις.

 

Ένα άλλο αξιοσημείωτο εισφερόμενο προς διάλογο στοιχείο της έκθεσης είναι και η απόρριψη απλοϊκών λύσεων, όπως οποιαδήποτε μορφή λογοκρισίας (είτε δημόσια είτε ιδιωτική) ή περιοριστικά για το Διαδίκτυο και την τεχνική του λειτουργία μέτρα. Οι συστάσεις της ομάδας αφορούν σε άμεσες απαντήσεις στα πιο πιεστικά προβλήματα, σε μακροπρόθεσμα σχέδια για την αύξηση της ανθεκτικότητας της κοινωνίας στην παραπληροφόρηση και σε ένα πλαίσιο για την συνεχή αξιολόγηση της αποτελεσματικότητας των ως άνω λύσεων.

 

Η προσέγγιση της ομάδας ειδικών στην υπό ανάλυση έκθεση κατανέμει τις αποκρίσεις στο πρόβλημα σε πέντε περιοχές παρέμβασης, σε πέντε πυλώνες:

 

α) ενίσχυση της διαφάνειας των ειδήσεων στο διαδίκτυο (εδώ προτείνονται δράσεις για την αύξηση της διαφάνειας των πηγών ειδήσεων σε απευθείας σύνδεση και των δημοσιογραφικών διαδικασιών, δράσεις για την αύξηση της διαφάνειας και της αποτελεσματικότητας των πρακτικών ελέγχου των πραγματικών περιστατικών),

 

β) προώθηση του «μιντιακού εγγραματισμού» (με δράσεις για την προώθηση της επανεκτίμησης και της προσαρμογής των εκπαιδευτικών πολιτικών, δράσεις υποστήριξης προγραμμάτων «μιντιακού εγγραματισμού» για τους πολίτες όλων των ηλικιών),

 

γ) ενδυνάμωση των χρηστών και των δημοσιογράφων για την αντιμετώπιση της παραπληροφόρησης (για παράδειγμα με το να εξοπλιστούν ειδησεογραφικά γραφεία με επαγγελματικά εργαλεία αυτόματης επαλήθευσης περιεχομένου και με την καλύτερη εκπαίδευση των δημοσιογράφων),

 

δ) ποικιλομορφία και βιωσιμότητα του ευρωπαϊκού οικοσυστήματος ειδησεογραφικών μέσων (οι προτεινόμενες δράσεις διχοτομούνται σε ευρωπαϊκό επίπεδο και σε εθνικό επίπεδο),

 

ε) προώθηση της συνεχούς έρευνας σχετικά με τον αντίκτυπο της παραπληροφόρησης στην Ευρώπη προκειμένου να αξιολογηθούν τα μέτρα που έλαβαν διάφοροι παράγοντες και να επικαιροποιούνται συνεχώς οι απαραίτητες απαντήσεις.

 

Ειδικότερα, σε ό,τι αφορά στα βραχυπρόθεσμα και μεσοπρόθεσμα σχέδια της ομάδας, η προσέγγιση τείνει προς την αυτορρύθμιση, βασισμένη σε μια σαφώς καθορισμένη διαδικασία εμπλοκής πολλών ενδιαφερομένων μερών. Όλοι οι ενδιαφερόμενοι φορείς, συμπεριλαμβανομένων των διαδικτυακών πλατφορμών, του τύπου και των ραδιοτηλεοπτικών φορέων, των δημοσιογράφων, των ελεγκτών γεγονότων, των ανεξάρτητων δημιουργών περιεχομένου και του διαφημιστικού κλάδου, καλούνται να δεσμευτούν σε έναν κώδικα ορθής πρακτικής[11]. Ο εν λόγω κώδικας πρέπει να αντανακλά τους αντίστοιχους ρόλους και τις ευθύνες των ενδιαφερομένων. Συγκεκριμένα, η ομάδα ειδικών διατυπώνει δέκα βασικές αρχές[12]που θα κατοχυρωθούν στον κώδικα, οι οποίες καθορίζουν σαφείς στόχους και αποστολές. Προκειμένου να διασφαλιστεί ότι θα ληφθούν τα απαραίτητα μέτρα, η ομάδα προτείνει τη σύσταση συνασπισμού που θα εκπροσωπεί τους σχετικούς ενδιαφερόμενους με σκοπό την εκπόνηση ενός τέτοιου Κώδικα Πρακτικών, την εξασφάλιση της εφαρμογής του, τη συνεχή παρακολούθηση της επίδρασης των μέτρων και την ενδεχόμενη επανεξέτασή τους.

 

Ως δεύτερο βήμα, η Επιτροπή καλείται να επανεξετάσει το θέμα την άνοιξη του 2019[13]και να αποφασίσει, αξιολογώντας την αποτελεσματικότητα αυτών των μέτρων, εάν θα πρέπει να ληφθούν περαιτέρω μέτρα, να συλλεχθούν περισσότερα στοιχεία, να εγκαινιαστούν νέες πρωτοβουλίες κλπ.

 

Επιπρόσθετα η ομάδα εμπειρογνωμόνων ζητεί από τις δημόσιες αρχές, τόσο στο επίπεδο της ΕΕ όσο και σε εθνικό επίπεδο, να υποστηρίξουν την ανάπτυξη ενός δικτύου ανεξάρτητων ευρωπαϊκών κέντρων για την (ακαδημαϊκή) έρευνα σχετικά με την παραπληροφόρηση, που να είναι ανοικτό στους ελεγκτές γεγονότων και πηγών, στους διαπιστευμένους δημοσιογράφους και στους ερευνητές από διάφορους συναφείς τομείς και πλατφόρμες. Σε αυτό το πλαίσιο η Επιτροπή θα πρέπει να εξετάσει τη δημιουργία ενός Κέντρου Αριστείας, το οποίο θα ενεργεί ανεξάρτητα και με πλήρη αυτονομία και στόχος του θα είναι η διαχείριση της υποδομής που είναι απαραίτητη για την αποτελεσματική δικτύωση τέτοιων εθνικών ερευνητικών κέντρων όπως επίσης και η διασφάλιση της ευρείας διάδοσης των ανεξάρτητων ερευνητικών τους αποτελεσμάτων. Η δέσμευση που απαιτείται από τις δημόσιες αρχές συνεπάγεται την παροχή επαρκούς ανεξάρτητης χρηματοδότησης τόσο για τη δημιουργία και τη λειτουργία ενός τέτοιου δικτύου, όσο και για μια νέα προσπάθεια στήριξης δραστηριοτήτων Έρευνας και Ανάπτυξης σε κρίσιμους τομείς.

 

Σε ό,τι αφορά τέλος τα μακροπρόθεσμα σχέδια της ομάδας ειδικών, αυτά αφορούν στην ενίσχυση της ανθεκτικότητας της κοινωνίας απέναντι στην παραπληροφόρηση. Ως εκ τούτου προτείνεται μια δέσμη συμπληρωματικών μέτρων τα οποία αποσκοπούν στη στήριξη της ποικιλομορφίας και της βιωσιμότητας του οικοσυστήματος των ειδησεογραφικών μέσων[14]. Παράλληλα έχουν σχεδιαστεί για την ανάπτυξη κατάλληλων πρωτοβουλιών στον τομέα του «μιντιακού εγγραματισμού»[15], προκειμένου υιοθετηθεί μια υπεύθυνη συμπεριφορά από όλους τους ευρωπαίους πολίτες καθώς και να οξυνθεί η κριτική τους δύναμη και δυνατότητα.

 

 

 

2.2.3 «Αντιμετώπιση της παραπληροφόρησης στο διαδίκτυο: μια Ευρωπαϊκή Προσέγγιση»

 

ΑΝΑΚΟΙΝΩΣΗ ΤΗΣ ΕΠΙΤΡΟΠΗΣ ΠΡΟΣ ΤΟ ΕΥΡΩΠΑΪΚΟ ΚΟΙΝΟΒΟΥΛΙΟ ΚΑΙ ΤΟ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ, Βρυξέλλες, 26.4.2018[16]

 

Η παρούσα ανακοίνωση αφορά στις προκλήσεις που συνδέονται με την παραπληροφόρηση στο διαδίκτυο. Στο κείμενο αυτό περιγράφονται οι κύριες γενικές αρχές, οι οποίες θα πρέπει, σύμφωνα με την Επιτροπή, να καθοδηγούν τις δράσεις για την ευαισθητοποίηση του κοινού σχετικά με την παραπληροφόρηση και την αποτελεσματική αντιμετώπιση του φαινομένου καθώς και τα συγκεκριμένα μέτρα τα οποία προτίθεται να λάβει η Επιτροπή από την άποψη αυτή. Είναι σημαντικό το γεγονός ότι για την Επιτροπή το πρόβλημα αποκτά νέες διαστάσεις καθώς οι νεότεροι χρήστες, ιδίως, στρέφονται πλέον προς τα ηλεκτρονικά μέσα του διαδικτύου ως κύρια πηγή της ενημέρωσής τους, τα οποία εν συγκρίσει με τα παραδοσιακά μέσα ενημέρωσης δεν υπόκεινται σε τόσο αυστηρούς κανόνες όσον αφορά την αμεροληψία, τον πλουραλισμό, τη πολιτισμική ποικιλομορφία, το επιβλαβές περιεχόμενο, τη διαφήμιση και το επιχορηγούμενο περιεχόμενο. Βέβαια, η εύκολη διαθεσιμότητα ενημέρωσης ποικίλης ποιότητας καθιστά τις δημοκρατικές διαδικασίες πιο συμμετοχικές και συμπεριληπτικές·ωστόσο, αυτή η διαθεσιμότητα ενημέρωσης συνοδεύεται και από την διάχυση της παραπληροφόρησης σε τέτοια κλίμακα και με άνευ προηγουμένου ταχύτητα και ακρίβεια της στόχευσης. Αναφέρεται, μάλιστα, ότι το 2014, το Παγκόσμιο Οικονομικό Φόρουμ συμπεριέλαβε τη ραγδαία εξάπλωση της παραπληροφόρησης στο διαδίκτυο στις 10 κορυφαίες τάσεις στις σύγχρονες κοινωνίες. Ακόμη, μολονότι, όπως προαναφέρθηκε, οι επιγραμμικές πλατφόρμες που διανέμουν περιεχόμενο, ιδίως τα μέσα κοινωνικής δικτύωσης, οι υπηρεσίες ανταλλαγής βίντεο και οι μηχανές αναζήτησης, διαδραματίζουν σημαίνοντα ρόλο στη διασπορά και ενίσχυση της παραπληροφόρησης στο διαδίκτυο, επισημαίνεται ότι οι πλατφόρμες αυτές δεν έχουν ενεργήσει αναλόγως ως τώρα και ότι υπήρξαν ανεπαρκείς ως προς την πρόκληση που θέτει η παραπληροφόρηση και η χειριστική χρήση των υποδομών των πλατφορμών. Συνεπώς, σύμφωνα με την Επιτροπή, η διασυνοριακή διάσταση της παραπληροφόρησης στο διαδίκτυο καθιστά επιβεβλημένη μια ευρωπαϊκή προσέγγιση, προκειμένου να εξασφαλιστεί αποτελεσματική και συντονισμένη δράση και να προστατευτούν η ΕΕ, οι πολίτες της, οι πολιτικές και οι θεσμοί της.

 

Αναφορικά με το πεδίο εφαρμογής της ανακοίνωσης (και αξιοσημείωτο σε επίπεδο ορισμών) τονίζεται ότι η παραπληροφόρησηνοείται ως επαληθεύσιμα ψευδής ή παραπλανητική πληροφορία που δημιουργείται, παρουσιάζεται και διαδίδεται για οικονομικό όφελος ή για την εσκεμμένη εξαπάτηση του κοινού και μπορεί να προκαλέσει δημόσια ζημία. Η δημόσια ζημία περιλαμβάνει τις απειλές για τις δημοκρατικές πολιτικές και τις διαδικασίες χάραξης πολιτικής καθώς και για τα δημόσια αγαθά, όπως η προστασία της υγείας των πολιτών της ΕΕ, του περιβάλλοντος ή της ασφάλειας. Η παραπληροφόρηση δεν περιλαμβάνει την αναφορά λαθών, τη σάτιρα και την παρωδία ή τις σαφώς προσδιορισμένες κομματικές απόψεις και τον σχολιασμό.

 

Ειδική μνεία γίνεται και στο πλαίσιο και τις κύριες αιτίες της παραπληροφόρησης, με την έμφαση να δίνεται σε τρεις καθοριστικούς παράγοντες:

•Πρώτον, κοινωνικά φαινόμενα όπως η οικονομική ανασφάλεια, η άνοδος του εξτρεμισμού και οι πολιτισμικές μετατοπίσεις προκαλούν άγχος και προσφέρουν γόνιμο έδαφος για εκστρατείες παραπληροφόρησης, ώστε να ενθαρρυνθούν οι κοινωνικές εντάσεις, η πόλωση και η δυσπιστία.

•Δεύτερον, ο τομέας των μέσων ενημέρωσης υπόκειται σε εκ βάθρων μεταμόρφωση, κυρίως λόγω της ανάπτυξης των πλατφορμών επικοινωνίας και δικτύωσης.

•Τρίτον, οι τεχνολογίες κοινωνικής δικτύωσης χειραγωγούνται, προκειμένου να διανέμουν την παραπληροφόρηση μέσω μιας σειράς διαδοχικών σταδίων: (i) δημιουργία· (ii) ενίσχυση μέσω των μέσων κοινωνικής δικτύωσης και άλλων μέσων του διαδικτύου· και (iii) διάδοση από τους χρήστες.

 

Σχετικά με την αντιμετώπιση της παραπληροφόρησης υποστηρίζεται ότι δεν θα πρέπει να υπάρχει προσδοκία ότι μια ενιαία λύση θα μπορούσε να αντιμετωπίσει όλες τις σχετικές προκλήσεις.

 

Κατά την άποψη της Επιτροπής, οι ακόλουθες θεμελιώδεις αρχές και στόχοι θα πρέπει να καθοδηγούν τη δράση για την αντιμετώπιση της παραπληροφόρησης:

 

1) βελτίωση της διαφάνειας όσον αφορά την προέλευση των πληροφοριών και τον τρόπο παραγωγής, χορηγίας, διάδοσης και στόχευσής τους,

 

2) προώθηση της ποικιλομορφίας των πληροφοριών,

 

3) προώθηση της αξιοπιστίας των πληροφοριών,

 

4) ευαισθητοποίηση, περισσότερη παιδεία σχετικά με τα μέσα επικοινωνίας, ευρεία συμμετοχή των ενδιαφερομένων μερών και συνεργασία των δημόσιων αρχών, των επιγραμμικών πλατφορμών, των διαφημιστών, των αξιόπιστων επισημάνσεων, των δημοσιογράφων και των ομίλων μέσων ενημέρωσης.

 

Το πρώτο σημείο εστίασης των δράσεων αφορά στη δημιουργία ενός περισσότερο διαφανούς, αξιόπιστου και υπεύθυνου επιγραμμικού οικοσύστηματος. Οι μηχανισμοί που επιτρέπουν τη δημιουργία, την ενίσχυση και τη διάδοση της παραπληροφόρησης στηρίζονται σε έλλειψη διαφάνειας και ιχνηλασιμότητας στο υφιστάμενο οικοσύστημα της πλατφόρμας και στον αντίκτυπο των αλγορίθμων και των υποδειγμάτων διαφήμισης στο διαδίκτυο. Συνεπώς, είναι απαραίτητο να προωθηθούν επαρκείς αλλαγές στη συμπεριφορά των πλατφορμών, ένα περισσότερο υπεύθυνο οικοσύστημα ενημέρωσης, ενισχυμένες δυνατότητες ελέγχου των γεγονότων και συλλογική γνώση σχετικά με την παραπληροφόρηση και τη χρήση των νέων τεχνολογιών, προκειμένου να βελτιωθεί ο τρόπος που παράγονται και διανέμονται οι πληροφορίες στο διαδίκτυο.

 

Επιπρόσθετα, οι επιγραμμικές πλατφόρμες δεν θα πρέπει να συμμορφώνονται μόνο με τις νομικές υποχρεώσεις που απορρέουν από την ΕΕ και το εθνικό δίκαιο, αλλά και να ενεργούν με την κατάλληλη υπευθυνότητα σε σχέση με τον πρωταγωνιστικό τους ρόλο, προκειμένου να εξασφαλίζεται ένα ασφαλές επιγραμμικό περιβάλλον. Η αυτορρύθμιση εν προκειμένω μπορεί να συνεισφέρει σε αυτές τις προσπάθειες, υπό την προϋπόθεση ότι όντως εφαρμόζεται και παρακολουθείται. Για τον σκοπό αυτό, η Επιτροπή θα υποστηρίξει την ανάπτυξη ενός φιλόδοξου Κώδικα Δεοντολογίας[17]βάσει των βασικών αρχών που προτείνονται από την οµάδα εμπειρογνωμόνων υψηλού επιπέδου (HLEG) προκειμένου να επιτευχθούν οι ακόλουθοι στόχοι: ο έλεγχος των τοποθετήσεων διαφημίσεων, η διαφάνεια σχετικά με το επιχορηγούμενο περιεχόμενο και ιδίως η πολιτική διαφήμιση και η διαφήμιση βάσει θέματος, η αντιμετώπιση των ψευδών λογαριασμών, η διευκόλυνση της αξιολόγησης του περιεχομένου μέσω δεικτών της αξιοπιστίας των πηγών, η καθιέρωση ευκρινών συστημάτων σήμανσης και κανόνων για τα bots, η ενίσχυση των χρηστών με κατάλληλα εργαλεία, η εξασφάλιση του γεγονότος ότι οι διαδικτυακές υπηρεσίες περιλαμβάνουν, από τον σχεδιασμό τους, εγγυήσεις κατά της παραπληροφόρησης και τέλος η παροχή πρόσβασης σε αξιόπιστους οργανισμούς επαλήθευσης και ακαδημαϊκούς φορείς στα δεδομένα των πλατφορμών (κυρίως μέσω διεπαφών προγραμμάτων εφαρμογής), με σεβασμό της ιδιωτικής ζωής, του εμπορικού απορρήτου και της πνευματικής ιδιοκτησίας των χρηστών, δίνοντάς τους έτσι τη δυνατότητα να κατανοούν καλύτερα τη λειτουργία των σχετικών αλγορίθμων και να αναλύουν και να παρακολουθούν καλύτερα τη δυναμική της παραπληροφόρησης και τον αντίκτυπό της στην κοινωνία.

 

Ομοίως, η Επιτροπή θεωρεί κομβική την ενίσχυση του ελέγχου των γεγονότων, της συλλογικής γνώσης και της ικανότητας παρακολούθησης της παραπληροφόρησης. Ένα πυκνό δίκτυο ισχυρών και ανεξάρτητων ελεγκτών γεγονότων αποτελεί ουσιαστική απαίτηση για ένα υγιές ψηφιακό οικοσύστημα, όπως επίσης και η συλλογή και ανάλυση δεδομένων από τους επαληθευτές γεγονότων και τους ακαδημαϊκούς ερευνητές. Οι επαληθευτές γεγονότων και οι ακαδημαϊκοί ερευνητές θα πρέπει να εμπλέκονται σε μια διαδικασία ανταλλαγής γνώσης με τα νέα μέσα επικοινωνίας, τις πλατφόρμες και τις δημόσιες αρχές προκειμένου να ενισχυθεί η ευαισθητοποίηση του κοινού σχετικά με την παραπληροφόρηση. Σε ό,τι αφορά στο κομμάτι αυτό η Επιτροπή θα στηρίξει τη δημιουργία ενός ανεξάρτητου ευρωπαϊκού δικτύου ελέγχου γεγονότων και ως δεύτερο βήμα θα δρομολογήσει μια ασφαλή ευρωπαϊκή επιγραμμική πλατφόρμα για την παραπληροφόρηση.

 

Επιπλέον, η Επιτροπή προκρίνει την προώθηση της λογοδοσίας στο διαδίκτυο. Ο εντοπισμός της πηγής της παραπληροφόρησης με την εξασφάλιση της ιχνηλασιμότητας της σε όλα τα στάδια της διάδοσής της είναι ουσιώδης για τη λογοδοσία, καθώς και για την αύξηση της εμπιστοσύνης σε αναγνωρίσιμους προμηθευτές πληροφοριών και την ενθάρρυνση πιο υπεύθυνης συμπεριφοράς στο διαδίκτυο. Για τον σκοπό αυτό η Επιτροπή παραπέμπει στον Κανονισμό 910/2014 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 23ης Ιουλίου 2014, σχετικά με την ηλεκτρονική ταυτοποίηση και τις υπηρεσίες εμπιστοσύνης για τις ηλεκτρονικές συναλλαγές στην εσωτερική αγορά και την κατάργηση της οδηγίας 1999/93/ΕΚ.

 

Επιπροσθέτως, η Επιτροπή τονίζει ότι οι αναδυόμενες τεχνολογίες έχουν τη δυνατότητα να διαδραματίσουν πρωταγωνιστικό ρόλο στην αντιμετώπιση της παραπληροφόρησης μακροπρόθεσμα. Η επιστράτευση της τεχνητής νοημοσύνης, των γνωστικών αλγορίθμων, της τεχνολογίας σειράς καταχωρίσεων “blockchain” μπορεί να συνδράμει αποφασιστικά στην επαλήθευση, τον εντοπισμό και την επισήμανση της παραπληροφόρησης.

 

Το δεύτερο σημείο εστίασης των δράσεων αφορά στην ασφάλεια και την ανθεκτικότητα των εκλογικών διαδικασιών[18]. Η ασφάλεια των εκλογικών διαδικασιών, η βάση για τη δημοκρατία, απαιτεί ιδιαίτερη προσοχή καθότι τα πρόσφατα χρόνια έχουν εντοπιστεί τακτικές χειραγώγησης στο διαδίκτυο και παραπληροφόρησης κατά τη διάρκεια εκλογών σε τουλάχιστον 18 χώρες. Ως εκ τούτου, η Επιτροπή θα δρομολογήσει έναν συνεχή διάλογο για να στηρίξει τα κράτη μέλη κατά τη διαχείριση των κινδύνων για τη δημοκρατική εκλογική διαδικασία από επιθέσεις στον κυβερνοχώρο και από την παραπληροφόρηση, ιδίως ενόψει των διαδικασιών αυτών στα κράτη μέλη και τις ευρωπαϊκές εκλογές του 2019.

 

Το τρίτο σημείο εστίασης των δράσεων αφορά στην προώθηση της εκπαίδευσης και της παιδείας για τα μέσα επικοινωνίας. Η Επιτροπή θεωρεί επείγουσα την ανάγκη ανάπτυξης ενός συνδυασμού δεξιοτήτων και ικανοτήτων για όλους τους μαθητές αλλά και εν γένει τους χρήστες,  από την ενημέρωση έως τις στοιχειώδεις γνώσεις σχετικά με τα δεδομένα, τη δημιουργία ψηφιακού περιεχομένου, την ασφάλεια στο διαδίκτυο και την ευημερία. Ο μακροπρόθεσμος στόχος είναι η υιοθέτηση κριτικής επίγνωσης του ψηφιακού περιβάλλοντος από τους πολίτες. Η Επιτροπή, επομένως, ενθαρρύνει τα κράτη μέλη να κινητοποιήσουν πόρους και να συμπεριλάβουν στις εκπαιδευτικές τους πολιτικές την ψηφιακή ιθαγένεια, την παιδεία στα μέσα επικοινωνίας, την ανάπτυξη δεξιοτήτων κριτικής σκέψης για το διαδικτυακό περιβάλλον και τις δραστηριότητες ευαισθητοποίησης σχετικά με την παραπληροφόρηση και τις τεχνικές ενίσχυσης στο διαδίκτυο. Η υποστήριξη για τους διδάσκοντες, συμπεριλαμβανομένης της κατάρτισης και της ανταλλαγής καλών πρακτικών, είναι ζωτική από αυτήν την άποψη.

 

Το τέταρτο σημείο εστίασης αφορά στην υποστήριξη της ποιοτικής δημοσιογραφίας ως αναγκαίου στοιχείου της δημοκρατικής κοινωνίας. Τα ποιοτικά ειδησεογραφικά μέσα ενημέρωσης -συμπεριλαμβανομένων των δημόσιων μέσων ενημέρωσης- και η δημοσιογραφία διαδραματίζουν σημαντικό ρόλο στην παροχή ποικιλόμορφης και υψηλής ποιότητας ενημέρωσης στους πολίτες. Εξασφαλίζοντας ένα πλουραλιστικό και ποικιλόμορφο περιβάλλον μέσων ενημέρωσης, μπορούν να αποκαλύψουν, να αντισταθμίσουν και να αραιώσουν την παραπληροφόρηση. Μάλιστα, σε ένα εξελισσόμενο ψηφιακό περιβάλλον, υπάρχει ανάγκη να γίνουν επενδύσεις στην υψηλής ποιότητας δημοσιογραφία, να ενισχυθεί η εμπιστοσύνη στον βασικό κοινωνικό και δημοκρατικό ρόλο της ποιοτικής δημοσιογραφίας τόσο εκτός σύνδεσης στο διαδίκτυο όσο και επιγραμμικά, και να ενθαρρυνθεί η ποιότητα των μέσων ενημέρωσης για την εξερεύνηση καινοτόμων μορφών δημοσιογραφίας. Υπάρχει επίσης ανάγκη να εξισορροπηθεί εκ νέου η σχέση μεταξύ των μέσων ενημέρωσης και των επιγραμμικών πλατφόρμων. Αυτό θα διευκολυνθεί με την ταχεία έγκριση της μεταρρύθμισης της ΕΕ για τα δικαιώματα πνευματικής ιδιοκτησίας. Οι δημοσιογράφοι και οι επαγγελματίες των μέσων μαζικής επικοινωνίας θα πρέπει επίσης να αξιοποιήσουν περαιτέρω τις ευκαιρίες που προσφέρουν οι νέες τεχνολογίες και να αναπτύξουν τις απαραίτητες ψηφιακές δεξιότητες. Παράλληλα η Επιτροπή υπογραμμίζει πως η δημόσια στήριξη των μέσων ενημέρωσης και των δημόσιων υπηρεσιών ενημέρωσης είναι πολύ σημαντική για την παροχή υψηλής ποιότητας ενημέρωσης και την προστασία της δημοσιογραφίας προς το δημόσιο συμφέρον.

 

Τέλος, το πέμπτο σημείο εστίασης των δράσεων συνίσταται στην καταπολέμηση των εσωτερικών και εξωτερικών απειλών παραπληροφόρησης μέσω στρατηγικής επικοινωνίας. Η επικοινωνία και η ευαισθητοποίηση από τις δημόσιες αρχές αποτελούν αναπόσπαστο μέρος της απόκρισης στην παραπληροφόρηση. Πέραν της ανίχνευσης και της ανάλυσης δεδομένων, η στρατηγική ανάλυση απαιτεί τις κατάλληλες δραστηριότητες προβολής προκειμένου να αντιμετωπιστούν οι ψευδείς περιγραφές. Η Επιτροπή προτείνει διάφορα μέτρα που πραγματοποιούν την ανίχνευση και την ανάλυση της παραπληροφόρησης στο διαδίκτυο ακριβέστερα και πιο έγκαιρα και που διευκολύνουν τη στρατηγική επικοινωνία σχετικά με την Ευρώπη και τις πολιτικές της ΕΕ.

 

 

 

2.2.4 Κώδικας ορθής πρακτικής της Ευρωπαϊκής Ένωσης υπογεγραμμένος τον Οκτώβριο του 2018[19]

 

Εκπρόσωποι διαδικτυακών πλατφορμών, κοινωνικών δικτύων, διαφημιστών και διαφημιστικής βιομηχανίας (Facebook, Google, Mozilla, Twitter, Youtubeκ.λπ.) συμφώνησαν σε έναν κώδικα ορθής πρακτικής με αυτορρυθμιστικό χαρακτήρα για την αντιμετώπιση της εξάπλωσης της διαδικτυακής παραπληροφόρησης και των ψευδών ειδήσεων. Είναι η πρώτη φορά παγκοσμίως που οι εταιρείες πληροφορικής συμφωνούν, σε εθελοντική βάση, με τα πρότυπα αυτορρύθμισης για την καταπολέμηση της παραπληροφόρησης. Ο κώδικας περιλαμβάνει ένα παράρτημα που προσδιορίζει τις βέλτιστες πρακτικές που θα εφαρμόσουν οι υπογράφοντες κατά την υλοποίηση των δεσμεύσεων του κώδικα.

 

Ο κώδικας ορίζει την παραπληροφόρηση ως επαληθεύσιμα ψευδείς ή παραπλανητικές πληροφορίες, οι οποίες, αθροιστικά, (α) δημιουργούνται, παρουσιάζονται και διαδίδονται για οικονομικό όφελος ή για να εξαπατήσουν εσκεμμένα το κοινό και (β) μπορεί να προκαλέσουν δημόσια βλάβη, συνιστούν απειλές για τις δημοκρατικές διαδικασίες και τα δημόσια αγαθά.

 

Στο κείμενο αναγνωρίζεται ότι η διάδοση της παραπληροφόρησης έχει πολλές πτυχές, διευκολύνεται από και επηρεάζει ένα ευρύτατο τμήμα δρώντων (actors) του οικοσυστήματος, εξ’ ού και όλοι οι εμπλεκόμενοι έχουν το δικό τους ρόλο να διαδραματίσουν στην αντιμετώπιση της εξάπλωσης της.

 

Πριν απαριθμήσουμε τις δεσμεύσεις να πούμε ότι οι υπογράφοντες του Κώδικα δεν υποχρεώνονται να εγγραφούν σε κάθε δέσμευση, διότι διάφοροι υπογράφοντες λειτουργούν διαφορετικά, με διαφορετικούς σκοπούς, τεχνολογίες και κοινό και ως εκ τούτου ο Κώδικας επιτρέπει διαφορετικές προσεγγίσεις για την επίτευξη του πνεύματος των διατάξεών του. Επίσης, ο κώδικας εφαρμόζεται στο πλαίσιο των υφιστάμενων νόμων της ΕΕ και των κρατών μελών της και δεν πρέπει να λογίζεται με κανένα τρόπο ως αντικατάσταση ή ερμηνεία του υφιστάμενου νομικού πλαισίου. Κύριο μέλημά του είναι να προτείνει τις ενέργειες εκείνες που θα μπορούσαν να υλοποιήσουν οι υπογράφοντες προκειμένου να αντιμετωπίσουν τις προκλήσεις που σχετίζονται με την παραπληροφόρηση. Οι υπογράφοντες δεσμεύονται να συντάσσουν ετήσια δημόσια έκθεση, όπου παρουσιάζουν τις ενέργειές τους και την πρόοδο που έχουν σημειώσει για την αντιμετώπιση της παραπληροφόρησης και η οποία θα μπορεί να ελεγχθεί από τρίτο μέρος (thirdparty).

 

Όσον αφορά τις δεσμεύσεις των υπογραφόντων μερών, αναπτύσσονται στις εξής πέντε κατηγορίες:

 

Α.  Έλεγχος της τοποθέτησης των διαφημίσεων

 

Οι υπογράφοντες αναγνωρίζουν την ανάγκη να βελτιωθεί σημαντικά ο έλεγχος της τοποθέτησης των διαφημίσεων, ιδίως για να διαταραχθούν τα οικονομικά κίνητρα και μειωθούν τα έσοδα όσων προμηθεύουν (purveyors) και διαδίδουν την παραπληροφόρηση. Συνεπώς πρέπει να ελέγχεται και να περιορίζεται η τοποθέτηση διαφημίσεων σε λογαριασμούς και ιστότοπους που ανήκουν σε προμηθευτές παραπληροφόρησης. Οι σχετικοί (relevant) υπογράφοντες δεσμεύονται να αναπτύξουν πολιτικές και διαδικασίες που μπορούν να περιλαμβάνουν, για παράδειγμα, τον περιορισμό των διαφημιστικών υπηρεσιών ή τον περιορισμό της τοποθέτησης επί πληρωμή (paidplacement), και θα μπορούσε ενδεχομένως να πραγματοποιηθεί σε συνεργασία με οργανισμούς ελέγχου γεγονότων.

 

Β. Πολιτική διαφήμιση και διαφήμιση με βάση το θέμα

 

Όλες οι διαφημίσεις θα πρέπει να διακρίνονται ευκρινώς από τα δημοσιογραφικά περιεχόμενα, ανεξάρτητα από τη μορφή τους και ανεξάρτητα από το χρησιμοποιούμενο μέσο. Όταν μια διαφήμιση εμφανίζεται σε ένα μέσο που περιέχει ειδήσεις ή συντακτικά θέματα, πρέπει να παρουσιάζεται με τέτοιο τρόπο ώστε να είναι εύκολα αναγνωρίσιμη ή να επισημαίνεται ως τέτοια. Στο συγκεκριμένο κομμάτι προτείνεται και η ενεργοποίηση της δημοσιοποίησης της πολιτικής διαφήμισης, ώστε να καταδειχθούν η πραγματική ταυτότητα των χορηγών και τα δαπανημένα ποσά. Στην ενότητα αυτή, υπογραμμίζεται επίσης και η αναγκαιότητα της διαμόρφωσης ενός ορισμού για τη διαφήμιση με βάση το θέμα, που δεν θα περιορίζεται στην πολιτική συζήτηση αλλά και δεν θα αφορά στη εμπορική διαφήμιση.

 

Γ.  Ακεραιότητα των υπηρεσιών

 

Τα κύρια ζητήματα σε αυτή τη θεματική είναι το κλείσιμο των ψεύτικων λογαριασμών, όπως επίσης και η κρισιμότητα της καθιέρωσης συστημάτων σήμανσης και κανόνων για τα botsπροκειμένου να εξασφαλιστεί ότι οι δραστηριότητές τους διακρίνονται από τις ανθρώπινες αλληλεπιδράσεις. Επομένως, οι υπογράφοντες δεσμεύονται να θέσουν σε εφαρμογή σαφείς πολιτικές σχετικά με την ταυτότητα και την κατάχρηση αυτοματοποιημένων botsκαι να επιβάλουν αυτές τις πολιτικές εντός της ΕΕ. Ομοίως, οι σχετικοί υπογράφοντες δεσμεύονται να θέσουν σε εφαρμογή πολιτικές σχετικά με το τι συνιστά μη επιτρεπτή χρήση αυτοματοποιημένων συστημάτων και να καθιστούν αυτή την πολιτική διαθέσιμη στο κοινό και προσιτή στους χρήστες της ΕΕ.

 

Δ. Ενδυνάμωση των καταναλωτών

 

Στην ενότητα αυτή τονίζεται ότι σύμφωνα με το άρθρο 10 της Ευρωπαϊκής Σύμβασης των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου και την αρχή της ελευθερίας της γνώμης, οι υπογράφοντες δεν πρέπει να υποχρεώνονται από τις κυβερνήσεις ούτε να υιοθετούν πολιτικές εθελοντικά για να διαγράφουν ή να αποτρέπουν την πρόσβαση σε καθόλα νόμιμα περιεχόμενα ή μηνύματα μόνο επί τη βάση ότι πιστεύεται πως είναι «ψευδή». Ακόμη πρέπει να διασφαλιστεί η βελτίωση της ευρεσιμότητας έμπιστων περιεχομένων, όπως και ότι οι χρήστες είναι εφοδιασμένοι με εύχρηστα εργαλεία για να αναφέρουν (report) περιστατικά παραπληροφόρησης. Επιπλέον, προτεινόμενο μέτρο για την ενδυνάμωση των χρηστών είναι η αξιολόγηση του περιεχομένου μέσω δεικτών αξιοπιστίας (της πηγής, του ιδιοκτήτη του εν λόγω μέσου κ.ο.κ.). Αυτοί οι δείκτες θα πρέπει να βασίζονται σε αντικειμενικά κριτήρια και να επικυρώνονται από τις ενώσεις των μέσων ενημέρωσης, σύμφωνα με τις δημοσιογραφικές αρχές και διαδικασίες. Συνεπώς οι σχετικοί υπογράφοντες δεσμεύονται να επενδύσουν σε προϊόντα, τεχνολογίες και προγράμματα τα οποία θα βοηθούν τα άτομα να λαμβάνουν τεκμηριωμένες αποφάσεις όταν συναντούν ειδήσεις στο διαδίκτυο που ενδέχεται να είναι ψευδείς, όπως επίσης σε τεχνολογικά μέσα που θα συντελέσουν στο να δίνεται προτεραιότητα στης αυθεντικές και αξιόπιστες πληροφορίες, σε εργαλεία και λειτουργίες που διευκολύνουν τους χρήστες να συλλέγουν περισσότερες προοπτικές για το ίδιο και το αυτό θέμα και σε εργαλεία που βοηθούν τους χρήστες να κατανοήσουν γιατί τους εμφανίζονται συγκεκριμένες διαφημίσεις. Η ενδυνάμωση των καταναλωτών φυσικά σχετίζεται και με την ανάπτυξη της κριτικής σκέψης και τον ψηφιακό εγγραματισμό, οπότε οι υπογράφοντες οφείλουν εν προκειμένω να συνεργάζονται με την κοινωνία των πολιτών, τις κυβερνήσεις, τα εκπαιδευτικά ιδρύματα και τα άλλα ενδιαφερόμενα μέρη προκειμένου να επέλθουν οι εν λόγω αλλαγές στο γνωστικό και νοητικό υπόβαθρο των χρηστών.

 

Ε. Ενδυνάμωση της ερευνητικής κοινότητας

 

Στην ενότητα αυτή αναφέρεται ότι οι σχετικοί υπογράφοντες δεσμεύονται να υποστηρίξουν τις ανεξάρτητες καλόπιστες προσπάθειες για την παρακολούθηση της παραπληροφόρησης και την κατανόηση του αντικτύπου της, συμπεριλαμβανομένου του ανεξάρτητου δικτύου των επαληθευτών γεγονότων (factcheckers), το έργο του οποίου διευκολύνεται από την Ευρωπαϊκή Επιτροπή. Εδώ επίσης εντάσσονται προσπάθειες ανταλλαγής δεδομένων που προστατεύονται από το ιδιωτικό απόρρητο, ανάληψης έρευνας από κοινού, συνεργασίας με ακαδημαϊκούς και οργανώσεις της κοινωνάς των πολιτών. Ακόμη, οι σχετικοί υπογράφοντες δεσμεύονται όχι μόνο να μην απαγορεύουν ή αποθαρρύνουν την έρευνα πάνω στην παραπληροφόρηση και την πολιτική διαφήμιση στις πλατφόρμες τους, αλλά να συμβάλλουν και στην προώθησή της. Τέλος προτείνεται στους σχετικούς υπογράφοντες να διεξάγουν ετήσιες εκδηλώσεις για την προαγωγή των συζητήσεων στο μεταξύ της ακαδημαϊκής κοινότητας, της κοινότητας επαλήθευσης των γεγονότων και των μελών της αλυσίδας αξίας (valuechain)[20].

 

 

3.ΔΙΕΘΝΗ ΚΕΙΜΕΝΑ

 

Κοινή Διακήρυξη για τα “fakenews", την παραπληροφόρηση και την προπαγάνδα[21][Γενεύη / Βιέννη (3 Μαρτίου 2017)]

 

Κορυφαίοι εκπρόσωποι οργανισμών οι οποίοι υπερασπίζονται την ελευθερία έκφρασης σε όλο τον κόσμο εξέδωσαν την κοινή διακήρυξη για την ελευθερία της έκφρασης, εστιάζοντας στις λεγόμενες ψευδείς ειδήσεις, στην παραπληροφόρηση και την προπαγάνδα. Τη διακήρυξη αυτή υπέγραψαν ο Ειδικός Εισηγητής των Ηνωμένων Εθνών για την Ελευθερία της Γνώμης και της Έκφρασης με τον εκπρόσωπο του Οργανισμού για την Ασφάλεια και τη Συνεργασία στην Ευρώπη (ΟΑΣΕ) για την ελευθερία των μέσων ενημέρωσης, τον Ειδικό Εισηγητή του Οργανισμού Αμερικανικών Κρατών (OAS) για την Ελευθερία της Έκφρασης και τον Ειδικό Εισηγητή της Αφρικανικής Επιτροπής Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων και των Λαών (ACHPR) για την ελευθερία έκφρασης και πρόσβαση στην πληροφόρηση.

 

Από την αρχή του κειμένου τονίζεται ότι οι απαγορεύσεις που αφορούν στην παραπληροφόρηση ενδέχεται να παραβιάζουν τις διεθνείς προδιαγραφές για τα ανθρώπινα δικαιώματα, ενώ ταυτόχρονα δεν περιλαμβάνουν τη διάδοση εν γνώσει ή απερίσκεπτα ψευδών ειδήσεων από επίσημους ή κρατικούς φορείς. Επίσης, αναγνωρίζεται ο μετασχηματιστικός ρόλος που διαδραματίζει το Διαδίκτυο και άλλες ψηφιακές τεχνολογίες στη στήριξη της δυνατότητας των ατόμων να έχουν πρόσβαση και να διαδίδουν πληροφορίες και ιδέες, γεγονός που επιτρέπει τόσο την αντιμετώπιση της παραπληροφόρησης όσο και της προπαγάνδας, διευκολύνοντας συγχρόνως την κυκλοφορία τους. Ακόμη, το πνεύμα της διακήρυξης αντιτίθεται ρητά σε πρακτικές και νομοθετικά μέτρα κυβερνήσεων που στοχεύουν εν τέλει στο να καταργήσουν τη διαφωνία και τις διαφορετικές φωνές και να ελέγξουν τις δημόσιες επικοινωνίες.

 

Εν συνεχεία, προτείνονται ορισμένες γενικές αρχές προς υιοθέτηση, οι οποίες παρατίθενται συνοπτικά παρακάτω. Τα κράτη μπορούν να επιβάλλουν περιορισμούς στο δικαίωμα της ελευθερίας της έκφρασης μόνο αν προβλέπονται από τον νόμο, εξυπηρετούν κάποιο από τα νόμιμα συμφέροντα που αναγνωρίζονται από το διεθνές δίκαιο και είναι αναγκαία και αναλογικά προς την προστασία αυτού του συμφέροντος. Αυτή η αρχή χαίρει εφαρμογής ανεξαρτήτως συνόρων, ούτως ώστε να ελέγχονται οι περιορισμοί όχι μόνο εντός δικαιοδοσίας, αλλά και εκείνοι που επηρεάζουν τα μέσα μαζικής επικοινωνίας και άλλα συστήματα επικοινωνιών που λειτουργούν εκτός της δικαιοδοσίας ενός κράτους, καθώς και εκείνα που η εμβέλειά τους φθάνει σε πληθυσμούς κρατών πέραν του κράτους προέλευσης. Επιπλέον, οι ενδιάμεσοι (intermediaries) δεν πρέπει ποτέ να είναι υπεύθυνοι για οποιοδήποτε περιεχόμενο τρίτων μερών, εκτός εάν παρεμβαίνουν συγκεκριμένα σε αυτό το περιεχόμενο ή αρνούνται να τηρήσουν εντολή που εκδόθηκε σύμφωνα με τις εγγυήσεις περί δίκαιης διαδικασίας από ανεξάρτητο, αμερόληπτο, έγκυρο όργανο εποπτείας (όπως δικαστήριο) για να το αφαιρέσουν, εφόσον έχουν την τεχνική ικανότητα να το κάνουν. Ακόμη, πρέπει να ληφθούν τα κατάλληλα μέτρα ώστε να  προστατευτούν οι χρήστες από τα να θεωρούνται υπεύθυνοι αν διαμοιράζουν ή προωθούν περιεχόμενο, το οποίο δεν έχουν γράψει ή τροποποιήσει οι ίδιοι. Παράλληλα, πρέπει να αποφεύγονται κυβερνητικά επιβαλλόμενα συστήματα φιλτραρίσματος περιεχομένων, καθώς και το μπλοκάρισμα ιστοσελίδων, IPδιευθύνσεων, πρωτοκόλλων δικτύων κ.λπ., όταν διενεργείται από τις κυβερνήσεις, συνιστά ακραίο μέτρο που δικαιολογείται σε πολύ ειδικές περιπτώσεις (οι οποίες αναγράφονται στο κείμενο). Τέλος, το δικαίωμα στην ελευθερία της έκφρασης ισχύει ανεξάρτητα από τα σύνορα και η παρεμπόδιση των σημάτων από έναν ραδιοτηλεοπτικό οργανισμό που ανήκει σε άλλη δικαιοδοσία ή η απόσυρση των δικαιωμάτων αναμετάδοσης σε σχέση με τα προγράμματα του εν λόγω οργανισμού είναι νόμιμες μόνο αν συντρέχουν αυστηρές προϋποθέσεις, που απαριθμούνται στο κείμενο.

 

Σχετικά με τη δεύτερη ενότητα του κειμένου, όπου αναφέρονται οι προδιαγραφές (standards) που αφορούν στην παραπληροφόρηση και την προπαγάνδα, σημαντική είναι η απόρριψη ασαφών και αμφίσημων όρων όπως «ψευδείς ειδήσεις» και «μη αντικειμενική πληροφόρηση».

 

Στην τρίτη ενότητα, η οποία καταπιάνεται με το ζήτημα της διαμόρφωσης ενός κατάλληλου περιβάλλοντος για την ελευθερία της έκφρασης, δηλώνεται ότι τα κράτη έχουν υποχρέωση να συνδράμουν στην προώθηση ενός ελεύθερου, ανεξάρτητου και ποικιλόμορφου περιβάλλοντος επικοινωνιών.Τα κράτη, επίσης, οφείλουν να θεσπίσουν ένα σαφές ρυθμιστικό πλαίσιο για τους ραδιοτηλεοπτικούς φορείς, το οποίο εποπτεύεται από φορέα που προστατεύεται από πολιτικές και εμπορικές παρεμβολές ή πιέσεις και προωθεί έναν ελεύθερο, ανεξάρτητο και διαφοροποιημένο τομέα ραδιοτηλεοπτικών μεταδόσεων. Ομοίως, πρέπει να προωθούν την πολυμορφία των μέσων, να διασφαλίσουν την παρουσία ενός ανεξάρτητου, ισχυρού και επαρκώς τροφοδοτούμενο δημόσιου μέσου μαζικής ενημέρωσης, να προωθήσουν το μιντιακό και ψηφιακό εγγραματισμό, την ισότητα, την αποφυγή διακρίσεων, τη διαπολιτσμική κατανόηση και άλλες δημοκρατικές αξίες. Τέλος, πρέπει να παρέχουν επιδοτήσεις ή άλλες μορφές οικονομικής ή τεχνικής υποστήριξης για την παραγωγή ποικίλου και ποιοτικού μιντιακού περιεχομένου, να θεσπίσουν κανόνες που απαγορεύουν την αδικαιολόγητη συγκέντρωση της ιδιοκτησίας των ΜΜΕ και κανόνες που απαιτούν από τα μέσα μαζικής ενημέρωσης να είναι διαφανή σχετικά με τις δομές ιδιοκτησίας τους.

 

Στην τέταρτη ενότητα που αφορά στους διαμεσολαβητές (intermediaries) και τις πολιτικές που σχετίζονται με το περιορισμό του περιεχομένου, τονίζεται ότι οι πολιτικές αυτές πρέπει να βασίζονται σε αντικειμενικά δικαιολογημένα κριτήρια και όχι σε ιδεολογικούς ή πολιτικούς στόχους και, όπου είναι δυνατόν, να υιοθετούνται μετά από διαβούλευση με τους χρήστες τους. Επίσης, πρέπει να διασφαλίσουν ότι οι χρήστες τους μπορούν να έχουν πρόσβαση στο να γνωρίσουν και να κατανοήσουν επαρκώς τις πολιτικές και τις δράσεις τους. Ακόμη, πρέπει να ενημερώνουν άμεσα τους χρήστες όταν το περιεχόμενο που δημιούργησαν, ανεβάζουν ή φιλοξενούν ενδέχεται να υπόκειται σε ενέργεια περιεχομένου και να δίνουν στον χρήστη τη δυνατότητα να αμφισβητήσει την ενέργεια αυτή (υπό την επιφύλαξη νόμιμων ή εύλογων πρακτικών περιορισμών), να εξετάζουν προσεκτικά τους εν λόγω ισχυρισμούς και τις αξιώσεις πριν από τη λήψη μέτρων και να εφαρμόζουν με συνέπεια τα μέτρα. Επιπρόσθετα, πρέπει να ελέγξουν και να επανεξετάσουν τα μοντέλα διαφήμισής τους για να διασφαλίσουν ότι δεν θα επηρεάσουν αρνητικά την ποικιλία απόψεων και ιδεών. Τέλος πρέπει να στηρίζουν την έρευνα και την ανάπτυξη των κατάλληλων τεχνολογικών λύσεων για την παραπληροφόρηση και την προπαγάνδα, τις οποίες οι χρήστες θα έχουν την επιλογή να εφαρμόσουν εθελοντικά.

 

Εν κατακλείδι, η διακήρυξη τονίζει ότι οι δημοσιογράφοι και τα ΜΜΕ πρέπει να υποστηρίξουν αποτελεσματικά συστήματα αυτορρύθμισης (π.χ. όργανα καταγγελίας, δημόσιους συντάκτες κ.λπ.) που περιλαμβάνουν πρότυπα για την επίτευξη της ακρίβειας στις ειδήσεις, όπως και να συμπεριλάβουν την κριτική κάλυψη (criticalcoverage) της παραπληροφόρησης και της προπαγάνδας στις ειδησεογραφικές υπηρεσίες τους. Όλα τα προαναφερθέντα μέτρα θα ευδοκιμήσουν μονάχα με την συντονισμένη δράση και συνεργασία των ενδιαφερόμενων μερών (διαμεσολαβητές, ΜΜΕ, κοινωνία των πολιτών, ακαδημαϊκή κοινότητα), όπως υπογραμμίζεται στο τέλος του κειμένου.

 

 

4.ΚΑΤΑΛΗΚΤΙΚΑ ΠΟΡΙΣΜΑΤΑ

 

Συνοψίζοντας, θα λέγαμε ότι συγκρίνοντας τον πρώτο Κανονισμό με τα υπόλοιπα κείμενα διεθνούς ενδιαφέροντος για την καταπολέμηση της παραπληροφόρησης εντοπίζεται μια ουσιώδης διαφορά. Ενώ στον Κανονισμό διατηρείται ο όρος «ψευδείς» ενδείξεις ή πληροφορίες στα υπόλοιπα κείμενα υπερτονίζεται η ανεπάρκεια του εν λόγω όρου και προκρίνεται ως πληρέστερος και ασφαλέστερος ο όρος «παραπληροφόρηση». Χαρακτηριστικό στοιχείο αυτής της διαφοροποίησης αναφορικά με την μελλοντική πορεία του δικαίου είναι ότι σε επίπεδο θετού δικαίου (Κανονισμός, ως ανωτέρω) ισχύει ακόμη ο όρος «ψευδείς ειδήσεις» ενώ ο όρος «παραπληροφόρηση» ανευρίσκεται σε εκθέσεις ανακοινώσεις και κείμενα ήπιου / «άγουρου» δικαίου (softlaw).

 

 

 

Εν συνεχεία, αποτιμώντας συγκριτικά τα ευρωπαϊκά και διεθνή κείμενα softlawμπορούμε να παρατηρήσουμε ορισμένες συγκλίσεις.

 

Αρχικά, αναφορικά με το ορολογικό ζήτημα της παραπληροφόρησης τα κείμενα αναφέρουν πως ο προηγούμενος όρος «ψευδείς ειδήσεις», είχε υιοθετηθεί και χρησιμοποιηθεί παραπλανητικά για να λογοκριθούν περιεχόμενα μόνο και μόνο γιατί εξέφραζαν αντίθετες απόψεις. Η παραπληροφόρηση από την άλλη περιλαμβάνει όλες τις μορφές ψευδών, ανακριβών ή παραπλανητικών πληροφοριών που έχουν σχεδιαστεί, παρουσιαστεί και προωθηθεί για να προκαλέσουν σκόπιμα δημόσια βλάβη ή να αποφέρουν κέρδος.

 

Αναφορικά με τα προτεινόμενα προληπτικά μέτρα, σε όλα ανεξαιρέτως τα κείμενα διατηρούνται ρητές επιφυλάξεις ως προς την ποινική πρόληψη και θεωρείται ότι οι νομοθετικές ρυθμίσεις λειτουργούν ανασταλτικά και σε σχέση με το δικαίωμα της ελευθερίας της έκφρασης και σε σχέση με την εύρυθμη λειτουργία του διαδικτύου. Απεναντίας, προτείνεται μια πληθώρα μέτρων περιστασιακής πρόληψης, τα οποία στοχεύουν σε άμεσα αποτελέσματα αλλά και κοινωνικής πρόληψης, για την γνωστική, ηθική και πνευματική ενδυνάμωση των πολιτών και την ανθεκτικότητα των κοινωνιών απέναντι στην παραπληροφόρηση. Επίσης, σε όλα τα κείμενα υπογραμμίζεται η σημασία της έλευσης του διαδικτύου και των μέσων κοινωνικής δικτύωσης για την ποσοτική και ποιοτική διαφοροποίηση του φαινομένου των “fakenews”, το οποίο, αν και διόλου νεοφανές, αποκτά άνευ προηγουμένου διαστάσεις.

 

Τέλος, στα κείμενα αυτά απορρίπτονται κατηγορηματικά οι μονόπλευρες και απλοϊκές απαντήσεις και καλούνται όλοι οι σχετιζόμενοι φορείς (νομοθέτες, ερευνητές, τεχνολόγους, κοινωνία των πολιτών, εκπαιδευτικά ιδρύματα, φορείς χρηματοδότησης, δημοσιογράφους, οργανισμούς επαλήθευσης γεγονότων κ.ά.) να συνεργαστούν, συμβάλλοντας από κοινού στην προσπάθεια αντιμετώπισης του ζητήματος.

 

Οι κοινές οπτικές για το «δέον γενέσθαι» που αποτυπώνονται στα ανωτέρω παρατεθέντα κείμενα – τα οποία εκφράζουν ενδεχομένως διαφορετικούς συντάκτες και συμμετέχοντες – θα αποτελέσει προφανώς τον οδηγό για την κατεύθυνση σχετικά με τη μετεξέλιξη της νομοθεσίας αναφορικά με τα ζητήματα της παραπληροφόρησης και των “fakenews”.

 

Δρ. Φώτιος Σπυρόπουλος

πηγή: crimetimes.gr