Σχέση γλώσσας-νόησης

Με μεγάλη χαρά διαπιστώνω, πραγματοποιώντας τα μαθήματα στο Κέντρο Μελέτης του Εγκλήματος, ότι οι εκπαιδευόμενοι πάντα ενδιαφέρονται και ζητούν να εμβαθύνουμε στα γλωσσικά
μας ζητήματα. Η αλήθεια είναι ότι το υλικό στη θεματική “Φυλακή και Γλώσσα” είναι εκτενές και θα χρειαζόμασταν ένα εξάμηνο για να το παρουσιάσουμε όλο και να μπορέσουμε να εμβαθύνουμε στις σημαντικές πτυχές των γλωσσικών μας ζητημάτων. Ωστόσο, εν όψει του προγραμματισμού των μαθημάτων μας και της έναρξής τους στις 7 Νοεμβρίου στη θεματική “Φυλακές: Έρευνα και Γλωσσικά Ζητήματα”, αποφάσισα να ετοιμάσω σε επίπεδο αρθρογραφίας ορισμένες θεματικές ενότητες για ζητήματα γλώσσας. Θα ξεκινήσω με τη σχέση γλώσσας-νόησης και το επόμενο χρονικό διάστημα θα συζητήσουμε για τη σχέση γλώσσας-κοινωνίας.
Γλώσσα-Νόηση
Η γλώσσα αποτελεί μία μοναδικής μορφής επικοινωνία και ταυτόχρονα εξυπηρετεί μία εξίσου σημαντική λειτουργία που εντοπίζεται στην οργάνωση της ανθρώπινης γνώσης και εμπειρίας. Αυτό σημαίνει ότι οι άνθρωποι όχι μόνο επικοινωνούν με τη γλώσσα αλλά τουλάχιστον σε μεγάλο βαθμό σκέπτονται διά μέσου της γλώσσας. Αναμφίβολα η σχέση γλώσσας-νόησης είναι ένα ζήτημα με πολλές και συμβολικές προεκτάσεις, το οποίο απασχόλησε τους μεγαλύτερους διανοητές, από την αρχαιότητα μέχρι σήμερα.
Το ερώτημα στο οποίο επικέντρωσαν το ενδιαφέρον τους οι μελετητές ήταν εάν η σκέψη είναι αυτή που καθορίζει τη γλώσσα ή, αντίστροφα, εάν η γλώσσα καθορίζει τη σκέψη. Οι απόψεις που διατυπώθηκαν είναι πολλές και συχνά αντικρουόμενες μεταξύ τους. Δύσκολα θα μπορούσε να δοθεί μία κατηγορηματική απάντηση στο συγκεκριμένο ερώτημα, γιατί οι δύο όροι είναι πολύσημοι και οι θεωρίες πολυάριθμες. Αξίζει ωστόσο να καταγράψουμε ορισμένες από τις σπουδαιότερες απόψεις που έχουν παίξει καταλυτικό ρόλο στην πορεία των ερευνών σε παγκόσμιο επίπεδο, χωρίς να παραγνωρίζουμε ότι το θέμα είναι ανεξάντλητο και δεν μπορεί να αναλυθεί σε λίγες γραμμές.
Σύμφωνα με τον Καθηγητή Μπαμπινιώτη (1), ο όρος «νόηση» σημαίνει την ικανότητα να αντιλαμβάνεται κανείς την πραγματικότητα με τη βοήθεια της λογικής και όχι των αισθήσεων και του ενστίκτου, αξιοποιώντας τα δεδομένα της πείρας του και του περιβάλλοντός του, καθώς επίσης να διακρίνει τις σχέσεις μεταξύ γεγονότων και εννοιών, να παράγει κρίσεις, συλλογισμούς, να διατυπώνει συμπεράσματα και να επιτελεί ένα πλήθος ακόμα διεργασιών που απαιτούν τη χρήση του νου. Σε γενικές γραμμές, ο εν λόγω όρος παραπέμπει σε κάθε παραστατική, φαντασιακή, νοητική αντίληψη και σε κάθε εμπειρία που ο άνθρωπος ως ιστορικό και κοινωνικό ον σχηματίζει για τον εαυτό του, την κοινωνία και τον κόσμο που τον περιβάλλει (2).
Δεν είναι τυχαίο ότι στην αρχαία και νέα ελληνική χρησιμοποιήθηκε η λέξη «λόγος» για να ορίσει τόσο τη γραπτή όσο και την προφορική επικοινωνία. Το γεγονός αυτό αποδεικνύει ότι οι Έλληνες διαπίστωσαν πολύ νωρίς τη στενή σχέση ανάμεσα στη γλώσσα και τη νόηση. Οι Ρωμαίοι χρησιμοποίησαν το oratio, «γλώσσα, λόγος» (από το ρήμα oro «προσεύχομαι, παρακαλώ, επικοινωνώ με τον Θεό») και το sermo. Από ρίζες που σήμαιναν «μιλώ» ή «λέγω» προήλθαν τα αγγλικά speech, γερμανικά sprache, ολλανδικά spraak κ.λπ.(3).
Ακολούθως, διακρίνουμε τις θεωρίες σε τρεις μεγάλες κατηγορίες: α) θεωρίες που πρεσβεύουν ότι η νόηση είναι αυτή που διαμορφώνει τη γλώσσα και τη χρήση της, β) θεωρίες που πρεσβεύουν ότι η γλώσσα είναι αυτή που διαμορφώνει τη σκέψη και γ) θεωρίες που υπογραμμίζουν την αλληλεπίδραση γλώσσας-νόησης. Ένα από τα κριτήρια παράθεσης θεωριών είναι και η χρονολογική σειρά διατύπωσής τους. Ξεκινάμε, δηλαδή, από την αρχαιότητα και φτάνουμε στη νεότερη και σύγχρονη εποχή, καταγράφοντας ορισμένες απόψεις που διαδραμάτισαν σημαίνοντα ρόλο στο ερευνητικό πεδίο.
α) αρχαιότητα
Στο περίφημο έργο του Κρατύλος ο Πλάτων εξετάζει τη σχέση ανάμεσα στο «όνομα» και το «πράγμα» που ονομάζεται και θέτει το καίριο ερώτημα εάν τα ονόματα (οι λέξεις) προέρχονται από την ίδια τη φύση των πραγμάτων ή εάν αποτελούν προϊόν κοινωνικής σύμβασης. Καταλήγει στο συμπέρασμα ότι η ορθότητα των ονομάτων για όλα τα πράγματα προέρχεται από την ίδια τη φύση τους και ότι δεν είναι όνομα αυτό με το οποίο μπορούν ορισμένοι να αποκαλούν τα πράγματα μετά από συμφωνία, ονομάζοντάς τα με κάποιους δικούς τους ήχους. Μάλιστα, ισχυρίζεται ότι υπάρχει εγγενής ορθότητα στα ονόματα, η οποία είναι κοινή τόσο για τους Έλληνες όσο και για τους βάρβαρους. Στο Σοφιστή ο Πλάτων κάνει μία σημαντική διάκριση ανάμεσα στο «λέγειν» και το «ονομάζειν» και διατείνεται ότι η ουσία της γλώσσας βρίσκεται μέσα στην πρόταση (4).

Κατά συνέπεια, παρατηρούμε ότι κατά την άποψη του Πλάτωνα η γλώσσα δεν παίζει ρόλο στη γνωστική διαδικασία, αφού γλώσσα, πραγματικότητα και κόσμος των ιδεών, διαχωρίζονται αυστηρά, καθώς η γλώσσα διαστρέφει μάλλον παρά αντανακλά την αληθινή φύση των πραγμάτων. Το παραπάνω ζήτημα απασχολεί και το μεγάλο φιλόσοφο Αριστοτέλη, μαθητή του Πλάτωνα, ο οποίος δανείζεται από το δάσκαλό του τη φιλοσοφία των ιδεών.
Ο Αριστοτέλης υπογραμμίζει ότι σκέψη και γλώσσα ανάγονται στις ίδιες νοητικές λειτουργίες. Πρωταρχική θέση του είναι ότι τα πράγματα του εξωτερικού κόσμου υπάρχουν ανεξάρτητα από τη γλώσσα και ότι εκ των υστέρων δίνουμε σε αυτά ονόματα, γιατί γι’ αυτόν τα ονόματα είναι πεπερασμένα, ενώ τα πράγματα απειράριθμα. Με άλλα λόγια, το όνομα είναι ήχος που έχει νόημα χάρη σε κάποια σύμβαση μεταξύ των ανθρώπων. Επιπλέον, πιστεύει ότι τα ονόματα έχουν νόημα ακόμα κι αν δεν αναφέρονται σε υπαρκτά πράγματα αλλά σε αντικείμενα της σκέψης, όπως π.χ. η πλατωνική ιδέα. Στο περίφημο έργο του Μετά τα Φυσικά καθίσταται εμφανές ότι η γλώσσα είναι ο «καθρέπτης» του κόσμου (5).
Προτού ολοκληρώσουμε αυτή την ενότητα σχετικά με την αρχαιότητα, αξίζει να αναφερθούμε στα φιλοσοφικά συστήματα του στωικισμού και του επικουρισμού, γιατί αποτέλεσαν τους κύριους εκφραστές του φιλοσοφικού στοχασμού κατά τη διάρκεια των ελληνιστικών χρόνων. Σύμφωνα με την επικούρεια φιλοσοφία (6), η οποία διαδραμάτισε σημαίνοντα ρόλο στην εξελικτική πορεία της σκέψης, ο άνθρωπος με τη δύναμη της φωνής και της γλώσσας «σημάδεψε» τα πράγματα με λέξεις ανάλογα με το έθνος στο οποίο ανήκε, τα ιδιαίτερα αισθήματα που του προκαλούσαν και τις παραστάσεις του. Επίσης, όταν συνειδητοποίησε κάποια πράγματα που δεν τα έβλεπαν όλοι, τα πρόβαλε στους υπόλοιπους προφέροντας συγκεκριμένες λέξεις. Επομένως, και ο Επίκουρος και οι υποστηρικτές του δίνουν μεγάλη έμφαση στην επίδραση της σκέψης στο σύστημα της γλώσσας (7).
Αντίθετα οι στωικοί φιλόσοφοι (8), που ανέπτυξαν τις απόψεις τους μετά τον Πλάτωνα και τον Αριστοτέλη και στις αρχές των οποίων στηρίχτηκε το φιλοσοφικό ρεύμα του νομιναλισμού, εξάρτησαν εξ ολοκλήρου τη σκέψη από τη γλώσσα. Με τις θέσεις τους επηρέασαν την επιστημονική και φιλοσοφική σκέψη του τέλους του 17ου και των αρχών του 20ου αιώνα. Κέντρο του φιλοσοφικού στοχασμού των στωικών είναι ότι τα πράγματα διακρίνονται για την αυτοτέλεια και εξατομίκευσή τους.
β) νεότερη εποχή
Οι παραπάνω απόψεις επηρέασαν βαθύτατα το φιλοσοφικό στοχασμό της νεότερης εποχής, στο πλαίσιο της οποίας διατυπώθηκαν νέες θέσεις που στηρίχτηκαν, άλλοτε σε μεγάλο και άλλοτε σε μικρότερο βαθμό, στις σημαντικές ιδέες των αρχαίων φιλοσόφων. Αναλυτικότερα, ο Chomsky (9) σημειώνει εμφατικά ότι τα άτομα κάθε γλωσσικής κοινότητας είναι βιολογικά καθορισμένα να μιλήσουν, καθώς ο εγκέφαλος έχει την ιδιότητα που αποκαλεί γλωσσική ικανότητα (language faculty). Οι S.K. Levinson (10) και M. Bowerman (11) υποστηρίζουν ότι συγκεκριμένες δομές (συντακτικές και λεξικές) ορισμένων γλωσσών επιδρούν με τρόπο καταλυτικό στην εννοιολογική ανάπτυξη· έδειξαν επίσης ότι οι εννοιολογικές δομές επιδρούν σε πρακτικές δραστηριότητες προσανατολισμού στο χώρο, άρα κατ’ αυτούς η γλώσσα καθορίζει τη σκέψη και μάλιστα με πρακτικό τρόπο. Η αντίληψη την οποία μοιάζουν να επιβεβαιώνουν οι μελέτες των Levinson και Bowerman είναι πολύ παλιά.

Ήδη το 1911 ο Franz Boas (12) διατύπωνε την άποψη ότι η γλώσσα αντανακλά τη σκέψη και πιο συγκεκριμένα, ότι οι ποικιλίες μεταξύ των γλωσσών αντανακλούν τις διαφορετικές ιστορικές εμπειρίες των ομιλητών κάθε λάου. Εξίσου και ο Benjamin Lee Whorf (13), μαθητής του Edward Sapir (14), διατύπωσε την άποψη ότι η γλώσσα διαμορφώνει τη σκέψη. Σύμφωνα με τη θεώρησή του, η σημασιολογική ανάπτυξη μπορεί να επιφέρει καταλυτικές αλλαγές και στη νοητική ανάπτυξη.
Ειδικότερα, ο Whorf ασχολήθηκε με το «εννοιολογικό περιεχόμενο» (conceptual content), δηλαδή με την καθημερινή σκέψη των ομιλητών, το «μικρόκοσμο» που κουβαλάει κάθε άνθρωπος, μέσω του οποίου κατανοεί ολόκληρο το σύμπαν, όπως χαρακτηριστικά γράφει. Ουσιαστικά ο Whorf υιοθετεί και διευρύνει τις ιδέες των Boas και Sapir. Ο Sapir ωστόσο, εν αντιθέσει με τον Boas, τόνισε ότι η γλώσσα ως ένα ολοκληρωμένο, τέλειο σύστημα οδηγεί σε συστηματική ανασυγκρότηση της πραγματικότητας.
Πολλοί όμως είναι οι μελετητές που πρεσβεύουν ότι η γλώσσα στηρίζεται στην αλληλεπίδραση των μελών της. Οι Erving Goffman (15) και George Herbert Mead (16), ισχυρίζονται ότι, κατά τη διάρκεια της αλληλεπίδρασης μεταξύ των ατόμων μίας γλωσσικής κοινότητας, κάθε άτομο εκφράζει μέσω της γλώσσας τη σκέψη του, η οποία κατ’ ουσίαν πηγάζει από τη γλώσσα. Αντιμετωπίζουν με άλλα λόγια τη γλώσσα ως το κύριο συστατικό από το οποίο απορρέει η σκέψη.
Στην παρούσα θεματική ενότητα πρεσβεύουμε μία τρίτη άποψη, γιατί είναι αδιαμφισβήτητο ότι τόσο οι θεωρίες που εξαρτούν μόνο τη γλώσσα από τη σκέψη όσο και οι θεωρίες που εξαρτούν μόνο τη σκέψη από τη γλώσσα είναι μονομερείς, εφόσον κατ’ ουσίαν σκέψη και γλώσσα βρίσκονται σε μία διαρκή σχέση αλληλεπίδρασης και αλληλεξάρτησης. Αυτό σημαίνει ότι δεν μπορεί να νοηθεί και να πραγματωθεί το πολυσύνθετο γλωσσικό φαινόμενο χωρίς την πολύτιμη στήριξη της σκέψης και ταυτόχρονα το σύνολο των συναισθημάτων, φαντασιώσεων, ιδεών, προτάσεων και γενικότερων προβληματισμών, που πηγάζουν από τη σκέψη, λαμβάνουν συγκεκριμένη μορφή μόνο όταν εκφράζονται με τη γλώσσα.
Αξίζει να αναφερθούμε στις απόψεις αξιόλογων μελετητών σχετικά με το θέμα, οι οποίες καταστούν ακόμα πιο σαφή την αδιάσπαστη σχέση γλώσσας-σκέψης. Κατ’ αναλογία με τον πατέρα της γλωσσολογίας, Ferdinand de Saussure (17), ο οποίος τόνισε ότι σκέψη και ήχος είναι οι δύο πιο σημαντικές όψεις του γλωσσικού φαινομένου από τις οποίες δεν μπορεί να διαχωριστεί, πιστεύουμε ότι γλώσσα και σκέψη αποτελούν τις όψεις του ίδιου νομίσματος. Εν κατακλείδι, η αλληλεπίδραση γλώσσας-νόησης αφορά όλες τις δραστηριότητες της ζωής μας, γεγονός που επιβεβαιώνει τη σπουδαιότητά της.