Ντίνος Γιαγτζόγλου: Δήλωση στη δικαστήριο για την αυτόφωρη σύλληψη

Αναδημοσιεύουμε από το Indymedia: Βάλτε υποθετικά πενήντα χιλιάδες ενόπλους από τη μια μεριά και τον ίδιο αριθμό από την άλλη∙ αφήστε τους να συναντηθούν στη μάχη, με τη μια πλευρά να
μάχεται για να διατηρήσει την ελευθερία της και την άλλη να θέλει να της την πάρει∙ ποιοι, αν μαντεύατε, θα έβγαιναν νικητές; Ποιοι πιστεύετε ότι θα πορευτούν πιο γενναία στη μάχη; Θα είναι εκείνοι που προσδοκούν σαν ανταμοιβή των πόνων τους τη διατήρηση της ελευθερίας τους ή εκείνοι που δεν μπορούν να περιμένουν κανένα άλλο βραβείο για τα χτυπήματα που ανταλλάσσουν από την υποδούλωση των άλλων; Η μια πλευρά θα έχει μπροστά στα μάτια της τις ευλογίες του παρελθόντος και την ελπίδα μιας παρόμοιας χαράς στο μέλλον∙ οι σκέψεις τους θα βρίσκονται λιγότερο στον συγκριτικά σύντομο πόνο της μάχης παρά σε αυτά που πιθανώς θα πρέπει να υπομείνουν για πάντα, αυτοί, τα παιδιά τους και όλοι τους οι απόγονοι. Η άλλη πλευρά δεν έχει τίποτα να της εμπνεύσει θάρρος εκτός από την αδύναμη παρόρμηση της απληστίας, η οποία ξεθωριάζει μπροστά στον κίνδυνο και η οποία ποτέ δεν μπορεί να είναι τόσο έντονη, έτσι μου φαίνεται, ώστε να μην πτοηθεί με την ελάχιστη σταγόνα αίματος από τις πληγές. Σκεφτείτε τις δικαίως διάσημες μάχες του Μιλτιάδη, του Λεωνίδα, του Θεμιστοκλή, ακόμη φρέσκιες σήμερα στην καταγεγραμμένη ιστορία και στα μυαλά των ανθρώπων σαν να είχαν συμβεί μόλις χθες, μάχες που δόθηκαν στην Ελλάδα για την ευημερία των Ελλήνων και σαν παράδειγμα για όλη την ανθρωπότητα. Ποια δύναμη πιστεύετε ότι έδωσε σε μια τέτοια μικρή χούφτα ανδρών εκείνο το θάρρος, που υπερέβαινε την ισχύ της, να αντισταθεί στην επίθεση ενός στόλου τόσο τεράστιου που ακόμη και οι θάλασσες δεν μπορούσαν να τον σηκώσουν, και να νικήσει τις στρατιές τόσων πολλών εθνών, στρατιές τόσο πελώριες που μόνο οι αξιωματικοί τους ξεπερνούσαν ολόκληρη την ελληνική δύναμη; Τι άλλο ήταν πέρα από το γεγονός ότι, εκείνες τις ένδοξες ημέρες, αυτός ο αγώνας δεν αντιπροσώπευε τόσο μια μάχη των Ελλήνων εναντίον των Περσών, όσο μια νίκη της ελευθερίας επί της κυριαρχίας, της ελευθερίας επί της απληστίας;
Μας καταπλήσσει όταν ακούμε αφηγήσεις για τη γενναιότητα που η ελευθερία γεννάει στις καρδιές των υπερασπιστών της∙ αλλά ποιος θα μπορούσε να πιστέψει τις αναφορές για το τι συμβαίνει καθημερινά ανάμεσα στους κατοίκους κάποιων χωρών, ποιος στ’ αλήθεια θα μπορούσε να πιστέψει ότι ένας μόνο άνθρωπος μπορεί να ταλαιπωρεί εκατοντάδες χιλιάδες και να τους στερεί την ελευθερία τους; Ποιος θα έδινε βάση σε μια τέτοια αναφορά αν απλώς την άκουγε, χωρίς να είναι μάρτυρας του συμβάντος; Κι αν αυτή η συνθήκη υπήρχε μόνο σε μακρινά εδάφη και σε μας απλώς την ανέφεραν, ποιος ανάμεσά μας δεν θα τη θεωρούσε ιστορία που κάποιος την φαντάστηκε ή την εφηύρε, και όχι πραγματικά αληθινή; Προφανώς δεν υπάρχει λόγος να αγωνιστεί κάποιος για την ανατροπή αυτού του μεμονωμένου τυράννου, αφού θα ηττηθεί αυτομάτως εφόσον η χώρα αρνηθεί να συναινέσει στη ίδια της τη σκλαβιά: δεν είναι απαραίτητο να του στερήσουμε κάτι, αλλά απλώς να μην του δώσουμε τίποτα∙ δεν είναι απαραίτητο η χώρα να προσπαθήσει να κάνει κάτι για την ίδια, αρκεί να μην κάνει τίποτα εις βάρος της. Είναι, συνεπώς, οι ίδιοι οι κάτοικοι που επιτρέπουν, ή μάλλον επιφέρουν, την ίδια τους την υποτέλεια, αφού σταματώντας να υποτάσσονται, θα έθεταν τέρμα στη δουλεία τους. Ένας λαός σκλαβώνεται μόνος του, κόβει τον ίδιο του το λαιμό, όταν, έχοντας να επιλέξει ανάμεσα στο να είναι υποτελής και στο να είναι ελεύθερος, εγκαταλείπει τις ελευθερίες και αποδέχεται το ζυγό, συναινεί στην ίδια του τη δυστυχία, ή μάλλον, όπως φαίνεται την καλωσορίζει. Εάν κοστίζει κάτι στους ανθρώπους η ανάκτηση της ελευθερίας τους, δεν θα χρειαζόταν να προτρέψω προς τη δράση για αυτόν τον σκοπό, αν και δεν υπάρχει τίποτα που ένα ανθρώπινο ον θα έπρεπε να αγαπήσει περισσότερο από την αποκατάσταση του δικού του φυσικού δικαιώματος, για να μεταμορφωθεί από ένα κτήνος με πλάτη σκυφτή σε άνθρωπο, για να το πούμε έτσι. Δεν έχω την απαίτηση τέτοιας τόλμης απ’ τους ανθρώπους – αφήστε τους να προτιμούν την αμφίβολη ασφάλεια της άθλιας ζωής όπως επιθυμούν. Τότε τι; Εάν προκειμένου να έχει την ελευθερία δεν χρειάζεται τίποτα περισσότερο από το να την επιθυμεί, εάν αρκεί μόνο μια απλή πράξη της θέλησης, υπάρχει κανένα έθνος στον κόσμο που να θεωρεί πως μια απλή επιθυμία έχει τόσο υψηλό τίμημα προκειμένου να ανακτήσει δικαιώματα, τα οποία οφείλει να είναι έτοιμο να διασώσει με κόστος το αίμα του, δικαιώματα τέτοια που η απώλειά τους πρέπει να υποβιβάζει όλους τους τίμιους ανθρώπους μέχρι το σημείο που να νιώθουν τη ζωή αφόρητη και τον ίδιο το θάνατο σαν σωτηρία;
Όλοι γνωρίζουν ότι η φωτιά που ξεκινά από μια μικρή σπίθα θα μεγαλώσει και θα γίνει πυρκαγιά όσο βρίσκει ξύλο να κάψει∙ όμως χωρίς να σβηστεί με νερό, αλλά απλώς μη βρίσκοντας άλλο καύσιμο να τροφοδοτηθεί, θα καταλαγιάσει, αφού δεν θα έχει κάτι άλλο να κάψει, θα εξασθενήσει και δεν θα είναι πια φλόγα. Παρομοίως, όσο περισσότερο λεηλατούν οι τύραννοι, τόσο περισσότερο λαχταρούν, απαιτούν και καταστρέφουν∙ όσα περισσότερα τους παραχωρεί κάποιος και τους υπακούει, τόσο πιο ισχυροί και πιο ανυπέρβλητοι γίνονται, τόσο πιο έτοιμοι να αφανίσουν και να καταστρέψουν. Όμως αν τίποτα δεν τους παραχωρείται, αν, χωρίς καμιά βία, απλώς κανείς δεν υπακούει, απογυμνώνονται και εκμηδενίζονται, ακριβώς όπως όταν η ρίζα του δέντρου δεν τρέφεται, το κλαδί μαραίνεται και πεθαίνει.
Για να καρπωθούν το καλό που επιθυμούν, οι τολμηροί δεν φοβούνται τον κίνδυνο∙ οι έξυπνοι δεν αρνούνται να υποφέρουν τα βάσανα. Είναι οι δειλοί και οι οκνηροί που ούτε είναι σε θέση να υπομείνουν τις ταλαιπωρίες, ούτε να διεκδικήσουν τα δικαιώματά τους∙ σταματούν απλώς στην επιθυμία γι’ αυτά και χάνουν μέσω της ατολμίας τη γενναιότητα που πηγάζει από την προσπάθεια διεκδίκησης των δικαιωμάτων τους, παρόλο που η επιθυμία να τα απολαύσουν παραμένει ακόμα ως μέρος της φύσης τους. Μια κοινή λαχτάρα στους σοφούς και στους χαζούς, στους θαρραλέους και στους δειλούς, είναι αυτή η λαχτάρα για όλα εκείνα τα πράγματα, τα οποία, μόλις αποκτηθούν, τους κάνουν ευτυχισμένους και ικανοποιημένους. Όμως φαίνεται να λείπει ένα στοιχείο. Δεν γνωρίζω πώς συμβαίνει η φύση να αποτυγχάνει να τοποθετήσει στις καρδιές των ανθρώπων μια φλογερή επιθυμία για ελευθερία, μια ευλογία τόσο σπουδαία και επιθυμητή που μόλις χάνεται, από εκεί κι έπειτα, ακολουθούν όλα τα κακά, και ακόμη κι οι ευλογίες που απομένουν είναι άγευστες και άνοστες λόγω της διάβρωσής τους από τη δουλεία. Η ελευθερία είναι η μοναδική χαρά στην οποία οι άνθρωποι δεν φαίνεται να επιμένουν∙ γιατί σίγουρα εάν πράγματι την ήθελαν θα την είχαν. Προφανώς αρνούνται αυτό το θαυμάσιο προνόμιο γιατί το αποκτούν τόσο εύκολα.”
Αυτά τα λόγια δεν ανήκουν σε κάποιον αντάρτη, ούτε σε κάποιον αναρχικό στοχαστή. Είναι ένα απόσπασμα από την «Πραγματεία περί εθελοδουλείας», το έργο ενός έφηβου φοιτητή νομικής και μετέπειτα δικαστή και διπλωμάτη ενός συστήματος εξουσίας, ενός λειτουργού, δηλαδή, του μοναρχικού καθεστώτος της Γαλλίας του 16ου αιώνα. Αυτό που περιγράφει τόσο γλαφυρά ο Ετιέν ντε Λα Μποεσί, επί της ουσίας, είναι οι ρίζες της κοινωνικής ανισότητας και της ανθρώπινης δυστυχίας. Δικαίως, κατά τη γνώμη πολλών, ο ίδιος θεωρήθηκε ένας από τους προδρόμους του Διαφωτισμού αλλά και σημαντική επιρροή της αναρχικής σκέψης. Προφανώς οι συνθήκες σκλαβιάς στη σημερινή κοινωνία διαφέρουν πάρα πολύ από το 16ο αιώνα, όμως ο Λα Μποεσί, μέσα από τη διιστορικότητα των ερωτημάτων του, θέτει ένα κομβικό και διαχρονικό ζήτημα: την αντίθεση ανάμεσα στην υπεράσπιση της αξίας της ελευθερίας και την ηθική απαξία της εθελοδουλείας. Αφενός, διερωτάται γιατί η ανθρώπινη κοινωνία διαιρείται σε κυρίαρχους και κυριαρχούμενους, σε εκείνους που διατάζουν και σε εκείνους που υπακούν στις διαταγές, με αποτέλεσμα να επικρατεί η παρακμή και η δυστυχία, και, αφετέρου, πώς είναι δυνατόν οι άνθρωποι να απαρνούνται την ελευθερία και να εξακολουθούν να διαιωνίζουν αυτή την κοινωνική διαίρεση και αυτόν τον αφύσικο τρόπο ζωής. Στο πρώτο ερώτημα δεν απαντά, αλλά στο δεύτερο δίνει μια ανθρωπολογικού τύπου απάντηση σύμφωνα με την οποία ο άνθρωπος, ο οποίος εκ φύσεως θα έπρεπε να επιθυμεί την ελευθερία, έχοντας απαρνηθεί την ίδια του τη φύση, πλέον επιθυμεί να υπηρετεί την εξουσία των τυράννων, επιθυμεί τις σχέσεις εξουσίας, είναι υποταγμένος επειδή το θέλει και όχι επειδή εξαναγκάζεται, τρομάζει ή φοβάται το θάνατο… Ένα κοινό στοιχείο της σημερινής κοινωνίας με αυτήν που ζούσε ο νεαρός Λα Μποεσί είναι ότι – αντί να εγκωμιάζεται και να εξυψώνεται – το πνεύμα της εξέγερσης καταστέλεται, διώκεται και φυλακίζεται. Όταν όμως η επιθυμία για ελευθερία υπάρχει στην καρδιά και στο μυαλό των ανθρώπων δεν μπορεί να φυλακιστεί.
Επέλεξα να ξεκινήσω την πρώτη μου δήλωση, σε αυτή τη δίκη, με αυτά τα λόγια ούτως ώστε να δώσω ένα στίγμα της επί αιώνες εξελισσόμενης μάχης ανάμεσα στη δύναμη και το ένστικτο της ελευθερίας από τη μία και τις επιθυμίες της καταπίεσης και της υποταγής από την άλλη. Στη δική μου αντίληψη, αυτό που στη γλώσσα της Δημοκρατίας ονομάζεται κοινωνική ειρήνη ήταν και είναι ένας διαρκής και ακατάπαυστος πόλεμος των επιταγών και των δολοφονικών δυνάμεων της πολιτισμένης τάξης εναντίον της φυσικής ισορροπίας και της χαοτικής αρμονίας, ένας πόλεμος της κυριαρχίας εναντίον της ελευθερίας. Η σύλληψή μου, λοιπόν, στο κέντρο της Αθήνας τον Οκτώβριο του 2017, ήταν ένα στιγμιότυπο αυτού του πολύμορφου και πολυεπίπεδου κοινωνικού πολέμου. Ενός πολέμου που διεξάγεται ανάμεσα στους καταπιεστές αυτού του κόσμου και στους καταπιεσμένους που εξεγείρονται από καταβολής της οργανωμένης εξουσίας. Ενός πολέμου στον οποίο ακόμη και όσοι μένουν αδρανείς και αμέτοχοι έχουν ήδη πάρει θέση. Τα τελευταία 10 χρόνια, από την ηλικία των 20 ετών, αμέσως μετά τη δολοφονία του αναρχικού μαθητή Αλέξανδρου Γρηγορόπουλου επέλεξα συνειδητά να βρίσκομαι και να συμμετέχω ενεργά στα χαρακώματα αυτού του πολέμου μέσα από τις γραμμές του αναρχικού κινήματος. Γι’ αυτό και τώρα δεν είμαι ένας κοινός παραβάτης του νόμου που βρίσκεται στη φυλακή, αλλά ένας αναρχικός αιχμάλωτος πολέμου. Ένας πολέμιος όσων υπηρετούν και προστατεύουν τους δυνάστες και ένας σύμμαχος όσων παλεύουν για την ολική απελευθέρωση στο εδώ και στο τώρα. Εχθρός της κοινωνικής αλλοτρίωσης αλλά και φίλος των άγριων ενστίκτων και των συνειδητών αδάμαστων επιθυμιών κάθε ανθρώπου που υφίσταται την καταπίεση και την εκμετάλλευση παρά τη θέλησή του. Ένας εχθρός του κράτους και της εξουσίας αλλά και ένας φίλος της εξέγερσης και της ουτοπίας.
Από την πρώτη στιγμή έχω αποδεχθεί και έχω αναλάβει την ευθύνη της ενοικίασης του σπιτιού της οδού Αλκαμένους στα τέλη του 2015, τοποθετώντας την αξιακά και κοινωνικά στο πλαίσιο της επαναστατικής αλληλεγγύης, ώστε να βοηθήσω ένα διωκόμενο σύντροφο που βρισκόταν σε ανάγκη. Το μόνο που έκανα από εκεί και πέρα ήταν να πηγαίνω σε αυτό το σπίτι κάθε τρεις μήνες για να πληρώνω το ενοίκιο, τους λογαριασμούς και τα κοινόχρηστα. Δεν γνώριζα τι ακριβώς υπήρχε μέσα στο σπίτι και τίποτα απ’ όσα βρέθηκαν σε αυτό ή στα σακίδια που προσπάθησα να μεταφέρω την ημέρα της σύλληψης δεν μου ανήκε. Η μόνη μου σχέση με τα αντικείμενα αυτά έγκειται στο γεγονός ότι, όταν έλαβα γνώση της ύπαρξής τους, ήθελα να τα πάρω από το σπίτι προκειμένου να το ξενοικιάσω και να απεμπλακώ από αυτή την κατάσταση. Προς το παρόν, θέλω απλώς να επισημάνω – όπως εξάλλου έχω υποστηρίξει από την πρώτη στιγμή – ότι δεν αποδέχομαι τη συσχέτισή μου με καμία εκ των πράξεων που μου αποδίδονται και φέρονται να έχουν τελεστεί στο πλαίσιο δράσης «τρομοκρατικής» οργάνωσης. Αρνούμαι κατηγορηματικά την κατηγορία περί ένταξης και συμμετοχής σε ένοπλη οργάνωση, για την οποία, καθώς και για όλες τις άλλες κατηγορίες που καλούμαι να αντιμετωπίσω σε αυτό το πλαίσιο, θα τοποθετηθώ αναλυτικά στο τέλος της διαδικασίας. Ωστόσο, δεδομένου ότι σε αυτή την υπόθεση έχουν συρθεί και άλλοι άσχετοι άνθρωποι τους οποίους δεν έχω συναντήσει ποτέ στη ζωή μου – δεν τους γνωρίζω και δεν με γνωρίζουν – θα ήθελα να αναφερθώ επιγραμματικά μόνο στην κατηγορία που αντιμετωπίζουμε από κοινού. Η κατηγορία της χρηματοδότησης «τρομοκρατικής» οργάνωσης δεν έχει καμία σχέση με την πραγματικότητα. Πρόκειται για χρήματα που οφείλονταν σε Σύριο πρόσφυγα ο οποίος είχε αποδράσει από τις φυλακές και λόγω της κατάστασης αυτής και της έλλειψης νομιμοποιητικών εγγράφων αντιμετώπιζε σοβαρότατο πρόβλημα διαβίωσης. Λόγω του προβλήματος αυτού, ανέλαβα να του παράσχω βοήθεια ανοίγοντας ένα λογαριασμό στη Western Union και παραλαμβάνοντας τα χρηματικά μικροποσά τα οποία ο ίδιος κανόνιζε να κατατίθενται εκεί. Ως εκ τούτου τα χρήματα αυτά δεν είχαν καμία σχέση ούτε με την Αλκαμένους, ούτε με τα αντικείμενα που βρέθηκαν απάνω μου, ούτε και με κανένα άλλο πρόσωπο παρά μόνο με τον προαναφερθέντα. Τονίζω λοιπόν, εκ των προτέρων, ότι η αβασιμότητα της εν λόγω υπόθεσης πρέπει να θεωρηθεί αυτονόητη και πρέπει άμεσα να δοθεί ένα τέλος στην ταλαιπωρία όλων των συγκατηγορουμένων μου με την απαλλαγή τους από τη συγκεκριμένη κατηγορία η οποία δεν έχει καμία λογική βάση. Αυτά είχα να πω, εισαγωγικά, ως προς το σκέλος των κατηγοριών και των πραγματικών περιστατικών.
Κλείνοντας, ακριβώς επειδή αντιλαμβάνομαι αυτή τη δίκη και ως ένα βήμα προπαγάνδισης και γνωστοποίησης των ερεισμάτων του αγώνα μου, θα ήθελα να κάνω μια σύντομη αναφορά στην επικαιρότητα και σε ένα φαινόμενο που μας αγγίζει όλους ανεξαιρέτως∙ ένα φαινόμενο τις συνέπειες του οποίου βιώνουν όλοι οι κάτοικοι του πλανήτη ανεξαιρέτως, είτε το αντιλαμβάνονται είτε όχι. Αναφέρομαι φυσικά στην οικολογική κρίση για την οποία ευθύνεται αποκλειστικά ο βιομηχανικός πολιτισμός και το υπάρχον σύστημα κυριαρχίας και εκμετάλλευσης του ανθρώπου και του φυσικού περιβάλλοντός του. Τα καθημερινά και νόμιμα εγκλήματα αυτού του συστήματος, το οποίο ούτε θεραπεύεται ούτε εξανθρωπίζεται, δεν δύνανται να ξεπλυθούν με καμία «πράσινη» ανάπτυξη και καμία φιλελεύθερη κρατική οικολογία. Χαιρετίζω λοιπόν, μέσα από αυτό το δικαστήριο, όλες και όλους όσους συμμετείχαν στην παγκόσμια εβδομάδα και απεργία (20-27 Σεπτεμβρίου) ενάντια στην κλιματική αλλαγή, με τα αυτόνομα χαρακτηριστικά του καθημερινού αντικαπιταλιστικού, αντικρατικού και αναρχικού αγώνα γιατί αυτός είναι ο μόνος δρόμος για να ξεφύγουμε, μια για πάντα, από τα αδιέξοδα της αυτοκαταστροφικής τεχνο-βιομηχανικής κοινωνίας και του δικτύου της Κυριαρχίας που, ανελλιπώς και ανηλεώς, λεηλατεί τις ζωές μας.
Κορυδαλλός, 15 Οκτωβρίου 2019