Παγκόσμια Ημέρα κατά της Θανατικής Ποινής: Ποιοι και πόσοι εκτελέστηκαν στη χώρα μας

Η 10η Οκτωβρίου είναι Παγκόσμια Ημέρα κατά της Θανατικής Ποινής, που θεσπίστηκε το 2002 από τον Παγκόσμιο Συνασπισμό για την Κατάργηση της Θανατικής Ποινής. Σύμφωνα με τη Διεθνή
Αμνηστία, 140 κράτη ανά τον κόσμο έχουν καταργήσει είτε δια νόμου είτε στην πράξη τη θανατική ποινή. Ωστόσο, 58 κράτη τη διατηρούν ακόμη. Σύμφωνα με έκθεση της Διεθνούς Αμνηστίας, στις περισσότερες χώρες που υποστηρίζεται η θανατική ποινή, η εφαρμογή της βασίζεται σε ομολογίες που προέκυψαν έπειτα από βασανιστήρια. Επιπλέον, χρησιμοποιείται κυρίως εναντίον μειονοτήτων, χαμηλών οικονομικών στρωμάτων και μελών εθνικών και θρησκευτικών ομάδων.
Η Ελλάδα κατάργησε τυπικά τη θανατική ποινή το 1993, από την κυβέρνηση του Ανδρέα Παπανδρέου. Ουσιαστικά έπαψε να εφαρμόζεται από το 1972, αλλά η συνταγματική θέσπιση της κατάργησης έγινε το 2001, σε συνταγματική αναθεώρηση. Ο τελευταίος θανατοποινίτης που στήθηκε στο εκτελεστικό απόσπασμα ήταν ο Βασίλης Λυμπέρης.
Ο Βασίλης Λυμπέρης
«…Και μην ξεχνάς μητέρα ότι ο Θεός επιτρέπει τον πόνο και την θλίψιν, χαρίζει όμως και υπόσχεται την ελπίδα και υπομονή. Υπομονή, λοιπόν, μητέρα και θα δοξάσουμε όλοι τον Θεό μια μέρα».
Ήταν οι τελευταίες γραμμές από ένα σημείωμα που είχε αφήσει ο 27χρονος Βασίλης Λυμπέρης στο κελί του στις φυλακές της Νέας Αλικαρνασσού. Λίγες ώρες αργότερα η καμιονέτα θα τον οδηγούσε στο εκτελεστικό απόσπασμα, στο πεδίο βολής της Σχολής Εφέδρων Αξιωματικών Πεζικού έξω από το Ηράκλειο. Με την πρώτη αχτίδα του ήλιου ο Λυμπέρης θα περνούσε στην ιστορία ως ο τελευταίος θανατοποινίτης που εκτελέστηκε στην Ελλάδα. Ήταν 25 Αυγούστου 1972.

Στο πεδίο βολής έφτασαν εκείνο το ξημέρωμα η μητέρα του Λυμπέρη, Σοφία και ο αδελφός του, Δημήτρης, ενώ στην Κρήτη βρισκόταν και ο πατέρας του, ο οποίος όμως δεν βρήκε τη δύναμη να παρακολουθήσει την διαδικασία. Μόλις ο Λυμπέρης έφτασε στον τόπο της εκτέλεσης, τον πλησίασε ο εισαγγελέας. «Θέλεις να πεις κάτι; Έχεις καμιά τελευταία επιθυμία;», τον ρώτησε. «Όχι, τίποτα», απάντησε ο Λυμπέρης. Ο επικεφαλής υπολοχαγός του σκέπασε τα μάτια με ένα λευκό μαντήλι. Δύο χωροφύλακες τον οδήγησαν, με τα χέρια δεμένα πίσω από την πλάτη, σε έναν μικρό λόφο στην άκρη του πεδίου βολής. «Πυρ!» και όλα τελείωσαν…

Η πορεία του Βασίλη Λυμπέρη προς το εκτελεστικό απόσπασμα είχε ξεκινήσει οκτώ μήνες νωρίτερα, στις 5 Ιανουαρίου 1972. Τότε που συνελήφθη με την κατηγορία ότι έκαψε ζωντανή την 24χρονη σύζυγό του Βασιλική, την 55χρονη μητέρα της Αντιγόνη, την δυόμισι ετών κόρη του και τον ενός έτους γιο του, μέσα στο σπίτι τους στο Χαλάνδρι. Για συνεργούς είχε τρεις φίλους του. Ένας απ’ αυτούς, ο Παύλος Αγγελόπουλος, ήταν ο πρώτος που απέφυγε τη θανατική ποινή λόγω του νεαρού της ηλικίας του. Ήταν 18 χρόνων και η ποινή του μετατράπηκε σε ισόβια κάθειρξη.
Η υπόθεση Κασόλα
Ο 58χρονος Γιώργος Κασόλας ήταν ο προτελευταίος θανατοποινίτης που εκτελέστηκε στη χώρα μας, πριν από τον Βασίλη Λυμπέρη. «Δικαιολογημένα», είπε η κοινή γνώμη. Είχε βιάσει την ίδια του την κόρη ένα καλοκαίρι στο χωριό, αλλά η οικογένειά του δεν είπε κουβέντα γιατί έτρεμε στην ιδέα «τι θα πει η γειτονιά». Προσπάθησε και πάλι να της επιτεθεί με ανήθικο σκοπό, στο σπίτι τους στο Περιστέρι, αλλά υποσχέθηκε να μην το ξανακάνει και όλα ξεχάστηκαν. Όμως η τρίτη φορά ήταν και η μοιραία για την 20χρονη Ειρήνη Κασόλα. Την ώρα που η μητέρα της είχε πάει για ψώνια στη λαϊκή, ο πατέρας της άρχισε πάλι τα ίδια. Και όταν εκείνη αντέδρασε, την έσφαξε με ένα σουγιά στην κουζίνα του σπιτιού τους. Η δικαιοσύνη τον έστειλε στο εκτελεστικό απόσπασμα. Η αίτηση αναίρεσης απορρίφθηκε και στις 26 Ιουνίου 1972 εκτελέστηκε στον Άγιο Ιωάννη Κέρκυρας.
Ντουφτ – Μπασενάουερ
Ο 31χρονος Χέρμαν Ντουφτ και ο συνομήλικός του Χανς Μπασενάουερ σκότωσαν εν ψυχρώ, μέσα σε μόλις 37 ημέρες, έξι άτομα για να τα ληστέψουν, την άνοιξη του 1969. Ο τύπος της εποχής αφιέρωσε σελίδες επί σελίδων για τη δράση των δύο Γερμανών και η κοινή γνώμη παρακολουθούσε φοβισμένη τα αλλεπάλληλα εγκλήματα. Οι εθνικές οδοί ερήμωναν, τα βενζινάδικα έκλειναν μόλις έπεφτε το σκοτάδι και οι άνθρωποι κλείνονταν στα σπίτια τους.

Οι ίδιοι δήλωναν υδραυλικοί. Ο Ντουφτ ήταν ήδη σεσημασμένος από την Ιντερπόλ για κλοπές και ληστείες όχι μόνο στην πατρίδα του, αλλά και στη Γαλλία και την Ιταλία. Ο Μπασενάουερ ήταν ήδη πατέρας τριών παιδιών και ζούσε σε διάσταση με την σύζυγό του. Εκτός από τις ληστείες, ήρθε στην Ελλάδα και για ένα… προξενιό, που του είχε κάνει ένας συγγενής μιας 24χρονης κοπέλας από τη Λιβαδειά, ο οποίος τον είχε γνωρίσει στη Γερμανία!

Τον Ιούλιο του 1969 οι δύο «λύκοι» άκουσαν με ψυχραιμία την ποινή που τους επιβλήθηκε, πεντάκις εις θάνατον, από τον πρόεδρο του Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών. Στις 15 Δεκεμβρίου οδηγήθηκαν στο εκτελεστικό απόσπασμα, ο Ντουφτ στην Κέρκυρα και ο Μπασενάουερ στην Αίγινα. Με τη δράση τους άνοιγε και η «αυλαία» του «εισαγόμενου» εγκλήματος στην Ελλάδα.
Ο Άρης Παγκρατίδης
Ένας «δράκος» έριξε την εφιαλτική του σκιά πάνω από τη Θεσσαλονίκη, τους πρώτους μήνες του 1959. Η τοπική κοινωνία, που παρακολουθούσε τρομαγμένη τις βίαιες επιθέσεις του και διπλοκλείδωνε τις πόρτες όταν έπεφτε το σκοτάδι, ήταν έτοιμη να υποδεχθεί την εξιχνίαση των εγκλημάτων του με οποιοδήποτε τίμημα. Σε καμία, ίσως, υπόθεση στα εγκληματολογικά χρονικά, δεν υπάρχουν τόσες αμφιβολίες εάν αποδόθηκε δικαιοσύνη και εάν ο Αριστείδης Παγκρατίδης, που στήθηκε στο εκτελεστικό απόσπασμα ένα χειμωνιάτικο πρωί του 1968, καταδικασμένος για τρεις δολοφονίες και δύο απόπειρες, ήταν πράγματι ο «δράκος του Σέιχ Σου».

Πολλοί είπαν ότι ένας αλητάκος, που πουλούσε το κορμί του για 15 δραχμές, λειτουργώντας ως σκεύος ηδονής για τον υπόκοσμο της πόλης, ήταν το εύκολο θύμα και ιδανική περίπτωση για να αποσπαστεί το ενδιαφέρον του κόσμου από την πρόσφατη δολοφονία Λαμπράκη.

O Aριστείδης Παγκρατίδης έμεινε δύο χρόνια στο Γεντί Kουλέ, έως το ξημέρωμα της 6ης Φεβρουαρίου 1968, όταν οδηγήθηκε στο Σέιχ Σου, το δάσος με το οποίο είχε συνδεθεί. Ποτέ δεν έπαψε να φωνάζει για την αθωότητά του. Oι τελευταίες φράσεις του με τα μάτια δεμένα, λίγο πριν ακουστούν οι ριπές του εκτελεστικού αποσπάσματος, ήταν «μανούλα μου γλυκιά, είμαι αθώος». Εκείνη, όμως, δεν ήταν εκεί για να τον ακούσει. H οικογένειά του δεν είχε καν ειδοποιηθεί για την εκτέλεση…
Με τσεκούρι
Δύο βρέφη, πριν ακόμη συμπληρώσουν δύο χρόνια ζωής, έγιναν αυτόπτες μάρτυρες της δολοφονίας της μητέρας τους από τον ίδιο τους τον πατέρα. Το έγκλημα έγινε στο χωριό Περδίκα Πτολεμαϊδας, με δράστη τον 30χρονο Χαρίλαο Βίρλιο. «Με όψη κυνηγημένου σαρκοβόρου θηρίου», όπως έγραψαν οι εφημερίδες, ο φτωχός αγρότης, που είχε παντρευτεί το πλουσιοκόριτσο του χωριού, την 35χρονη Ιωάννα, παραδόθηκε την επόμενη ημέρα στις αρχές, αφού περιπλανήθηκε επί ώρες στα χωράφια της περιοχής. «Η γυναίκα μου μού επιτέθηκε πρώτη, ενώ ξεκουραζόμουν στην αυλή και, αμυνόμενος, άρπαξα το τσεκούρι και την σκότωσα», είπε στους αστυνομικούς. Οι μαρτυρίες, όμως, ήταν από την αρχή εναντίον του. Το έγκλημά του χαρακτηρίστηκε ως ιδιαζόντως ειδεχθές και ο ίδιος πέρασε στο πάνθεον της εγκληματολογικής ιστορίας.
Στις 28 Μαρτίου 1968 οδηγήθηκε στο εκτελεστικό απόσπασμα στο δάσος του Σέιχ Σου στη Θεσσαλονίκη. Ήταν ψύχραιμος και δεν θέλησε να του δέσουν τα μάτια. «Είμαι αθώος, έκανα το έγκλημα εν βρασμώ ψυχής, τα παιδιά μου λυπάμαι», είπε μόνο στον βασιλικό επίτροπο, μετά την ανάγνωση της απόφασης και του έδωσε ένα σημείωμα, για να το παραδώσει σε αυτούς που τα φρόντιζαν. Το μεγάλο βρισκόταν ήδη στο ορφανοτροφείο της Κοζάνης και το μικρότερο στους γονείς της Ιωάννας, η οποία ήταν έγκυος στο τρίτο τους παιδί…
Το άγριο έγκλημα στην Αμοργό
Η αγριότητα του δολοφόνου της Αμοργού συγκλόνισε όχι μόνο τη μικρή κοινωνία του νησιού, που ερχόταν για πρώτη φορά αντιμέτωπη με τόσο ειδεχθές έγκλημα, αλλά όλη την Ελλάδα. Ο 25χρονος Νίκος Θεολογίτης, που δούλευε στα κτήματα του κοινοτάρχη Λαγκάδας, σκότωσε την κόρη του εργοδότη του, Πιπίτσα, που αντέδρασε όταν προσπάθησε να την βιάσει, μέσα στο σπίτι της. Της έκοψε με τα δόντια τις θηλές και το δεξί μάγουλο, της έβγαλε το αριστερό μάτι, της έσπασε το χέρι και την αποτελείωσε χτυπώντας την με ένα μεγάλο διακοσμητικό κοχύλι. Η ισόβια κάθειρξη που του επιβλήθηκε από το δικαστήριο δεν αρκούσε στην κοινή γνώμη και τον τύπο, που αξίωναν την εσχάτη των ποινών. Έτσι κι έγινε. Ο εισαγγελέας έκανε αίτηση αναίρεσης και τελικώς ο νεαρός καταδικάστηκε σε θάνατο.

Η αίτηση αναίρεσης που κατέθεσε στον Άρειο Πάγο απορρίφθηκε και στις 17 Απριλίου 1965 εκτελέστηκε κοντά στις φυλακές Καλαμίου Χανίων.
Υπόθεση Ζουρνατζή
Μια σχισμένη επιστολή, που οι αστυνομικοί μάζεψαν κομμάτι – κομμάτι από το δάσος του Σέιχ Σου πάνω από την Τριανδρία, αποκάλυψε το δολοφόνο της 19χρονης Κωνσταντινιάς Γατέλα από την Καβάλα, που είχε βρεθεί το Πάσχα του 1960. Ήταν το γράμμα που της είχε στείλει ο αρραβωνιαστικός της, ο έφεδρος λοχίας Στάθης Ζουρνατζής, ο οποίος υπηρετούσε στη Θεσσαλονίκη, με την οποία της ξεκαθάριζε ότι δεν θα την παντρευόταν. Ο νεαρός υπαξιωματικός κοιμόταν στη μονάδα του, όταν λίγες ημέρες αργότερα οι αστυνομικοί του πέρασαν χειροπέδες και τον οδήγησαν στην Ασφάλεια. Έως εκείνη τη στιγμή η κοινωνία της Θεσσαλονίκης παρακολουθούσε μουδιασμένη τις έρευνες για την εξιχνίαση του άγριου εγκλήματος, που παρέπεμπε σε ένα ακόμη χτύπημα του «δράκου του Σέιχ Σου».

Στο διαρκές στρατοδικείο Θεσσαλονίκης, όπου έγινε η δίκη του, υποστήριξε ότι από την ημέρα που ολοκλήρωσαν τη σχέση τους, η Κωνσταντινιά «δεν χρησιμοποίησε τίμια μέσα για να τον κατακτήσει». Και πρόσθεσε ότι οι δικοί της κατήγγειλαν στην Αστυνομία ότι «διέφθειρε το παιδί τους», παρ΄ όλο που δεν αρνήθηκε να την αποκαταστήσει. Απέδωσε το θάνατό της σε ατύχημα, αλλά δεν έπεισε κανέναν. Κρίθηκε ομόφωνα ένοχος και άκουσε ψύχραιμος την ποινή του θανάτου. Δευτερόλεπτα αργότερα αγκάλιασε τον αδελφό του και ξέσπασε σε λυγμούς. Στις 10 Αυγούστου 1962 οδηγήθηκε στο εκτελεστικό απόσπασμα πίσω από τις φυλακές του Επταπυργίου. Εκτελέστηκε με την πρώτη αχτίδα του ήλιου, στις 5.38 το πρωί.
Η πρώτη γυναίκα στα απόσπασμα
Από το 1960 έως τη στιγμή που η εκτέλεση της θανατικής ποινή καταργήθηκε, δηλαδή το 1972, 39 κατηγορούμενοι οδηγήθηκαν στο εκτελεστικό απόσπασμα. Ανάμεσά τους τέσσερις γυναίκες.
Η 62χρονη Σταυρούλα Γκουβούση από το Λεωνίδιο Αρκαδίας έμεινε στην εγκληματολογική ιστορία της χώρας μας ως η πρώτη γυναίκα που εκτελέστηκε για ποινικό αδίκημα. Την ανατολή της 26ης Αυγούστου 1960 οδηγήθηκε στην περιοχή του Αγίου Ιωάννου του Θεολόγου στους πρόποδες του Υμηττού, όπου εκτελέστηκε από 12μελές απόσπασμα, το οποίο προερχόταν από την Ανωτέρα Στρατιωτική Διοίκηση Αττικής και Νήσων.

Η γυναίκα είχε σκοτώσει τη νύφη της Μεταξία, με τη βοήθεια του 22χρονου γιου της Δημήτρη, πετώντας την, δεμένη με ένα σκοινί, στη στέρνα του σπιτιού τους. Στην αρχή προσπάθησαν να σκηνοθετήσουν αυτοκτονία, αλλά τα στοιχεία ήταν συντριπτικά σε βάρος τους. Όταν συνελήφθησαν, άρχισαν να ρίχνουν τις ευθύνες ο ένας στον άλλο. Και οι δύο καταδικάστηκαν εις θάνατον.

Μία εβδομάδα μετά την εκτέλεση της Σταυρούλας Γκουβούση, την ίδια τύχη είχε και ο γιος της, ο οποίος εκτελέστηκε στο πεδίο βολής των Αλυκών, κοντά στην πόλη της Κέρκυρας, μαζί με άλλους δύο θανατοποινίτες: τον 38χρονο Χαρίλαο Κουστένη, ο οποίος σκότωσε τον Δεκέμβριο του 1958 στη Δημητσάνα έναν 82χρονο και την 65χρονη οικονόμο του με στόχο το κομπόδεμα του γέροντα και τον 27χρονο Ιωάννη Νικολακόπουλο, ο οποίος τον Ιανουάριο του 1959 στραγγάλισε την 24χρονη σύζυγό του στο χωριό Τρυπητή Ολυμπίας.
Θρησκόληπτη
Ήταν μια γυναίκα πολύ θρησκόληπτη η 52χρονη νοσοκόμα Αθανασία Αγγελινού. Το βράδυ της 23ης Ιουνίου 1960, όπως κάθε βράδυ, είχε ετοιμάσει το πρωινό στον σύζυγό της, που ξυπνούσε πολύ νωρίς για δουλειά στο λεωφορείο. Όταν ξάπλωσαν να κοιμηθούν, εκείνη δεν είχε ύπνο. Ήπιε ηρεμιστικά χάπια, αλλά δεν την «έπιασαν». Γύρω στις 3 τα ξημερώματα, όταν ο Νίκος Αγγελινός -που ήταν και εξάδελφός της- είχε πέσει σε βαθύ ύπνο, σηκώθηκε και πήρε μια αξίνα που είχε κρύψει στην ντουλάπα. Άρχισε να τον χτυπάει δυνατά στο κεφάλι και δεν σταμάτησε ούτε όταν ο 51χρονος άνδρας ξύπνησε ζαλισμένος και προσπάθησε να αμυνθεί. Όταν τον βρήκαν, ήταν παραμορφωμένος…
Η δίκη της Αθανασίας Αγγελινού έγινε τον Ιανουάριο του 1961 στο Κακουργιοδικείο Πειραιώς. Το παραπεμπτικό βούλευμα ανέφερε ότι «προέβη εις την πράξη της διότι ο σύζυγος επροτίθετο να ακυρώσει πράξιν υιοθεσίας της θυγατέρας της Μαρίας Αγγελινού, ο οποία προήρχετο από τον πρώτο της γάμο και να αποστερήσει αυτήν εκ της κληρονομίας του μεριδίου του επί λεωφορείου ανήκοντος εις το 2ον ΚΤΕΛ Αθηνών». Το ίδιο θέμα ανέφερε ως κίνητρο της δολοφονίας και ο αδελφός του θύματος, ο οποίος κατέθεσε ότι η κόρη της Αγγελινού από τον πρώτο της γάμο, που ήταν πλέον 30 ετών, είχε παντρευτεί με έναν Ιταλό και ζούσε μαζί του στην Αθήνα. Ένας συνάδελφος του Αγγελινού κατέθεσε ότι η κατηγορούμενη είχε προσπαθήσει και στο παρελθόν να τον σκοτώσει, αλλά τη στιγμή που τον περιέλουζε με πετρέλαιο, ξύπνησε και εκείνη ισχυρίστηκε ότι αστειευόταν.
«Κύριοι δικαστές, τιμωρήστε με. Τον σκότωσα γιατί μου είχε κάνει τη ζωή μαρτύριο», ήταν τα τελευταία λόγια της κατηγορούμενης, η οποία καταδικάστηκε σε θάνατο και εκτελέστηκε στον Άγιο Ιωάννη τον Θεολόγο, το πρωί της 10ης Αυγούστου 1962.
Ο “σώγαμπρος”
Ήταν 18 Οκτωβρίου 1960 όταν οι κάτοικοι του μικρού χωριού δίπλα στην λίμνη Τριχωνίδα αναστατώθηκαν από την είδηση του θανάτου του Χρήστου Πρεβέντζα. Ο 28χρονος αγρότης είχε πέσει ξαφνικά νεκρός στο χωράφι του, μπροστά στα μάτια της συζύγου του, με την οποία είχαν παντρευτεί από έρωτα, μόλις έξι μήνες νωρίτερα. Η γυναίκα ειδοποίησε έντρομη την Αστυνομία και έδειχνε απαρηγόρητη. Όμως οι γονείς του Χρήστου Πρεβέντζα, που ήξεραν ότι οι σχέσεις του ζευγαριού δεν ήταν οι καλύτερες το τελευταίο διάστημα, ήταν δύσπιστοι.
Οι αστυνομικοί έστειλαν τα σπλάχνα του θύματος στα αρμόδια εργαστήρια στην Αθήνα, ώστε να γίνει τοξικολογική εξέταση και κράτησαν τη δικογραφία ανοιχτή. Τα αποτελέσματα έδειξαν ότι ο Χρήστος Πρεβέντζας είχε αφήσει την τελευταία του πνοή από ισχυρή δόση παραθείου. Αξιωματικοί της Χωροφυλακής προσήγαγαν τη σύζυγο του θύματος και τους γονείς της, Αντώνη και Αλεξάνδρα και τους εξέτασαν εξαντλητικά επί ένα 24ωρο. Η 62χρονη γυναίκα «έσπασε» και ομολόγησε τελικώς ότι αυτή είχε ρίξει το δηλητήριο στο φαγητό του γαμπρού της, επειδή, όπως ισχυρίστηκε, «τους είχε αποξενώσει από το παιδί τους». Μάλιστα προσπάθησε να καλύψει την κόρη της, λέγοντας ότι δεν ήξερε τίποτα.

Το Κακουργιοδικείο Αμαλιάδας καταδίκασε την 62χρονη γυναίκα στην ποινή του θανάτου, ενώ αθώωσε την κόρη της, ξεσηκώνοντας «θύελλα» αντιδράσεων από τους συγγενείς του Χρήστου Πρεβέντζα. Ωστόσο η απόφαση για την 27χρονη Μαρία κηρύχθηκε πεπλανημένη και η υπόθεση παραπέμφθηκε να εκδικαστεί για δεύτερη φορά, στο Κακουργιοδικείο Πατρών, που την κήρυξε ένοχη για συνέργεια σε ανθρωποκτονία και την καταδίκασε σε κάθειρξη 15 ετών.
Η «πεθερά με το παραθείο», όπως χαρακτηρίστηκε, κατέθεσε αίτηση αναίρεσης της απόφασης στον Άρειο Πάγο, η οποία απορρίφθηκε τον Οκτώβριο του 1961. Στις 5.40 το πρωί της 4ης Σεπτεμβρίου 1962 εκτελέστηκε στην περιοχή του Αγίου Ιωάννη Θεολόγου στον Υμηττό.
Η δηλητηριάστρια της Μάνης
«Ήμουν μια φτωχή γυναίκα που την εγκατέλειψε ο άνδρας της και έπρεπε να ζήσω το μικρό μου κοριτσάκι. Tη μητέρα μου και τον αδερφό μου τους σκότωσα γιατί με κακομεταχειρίζονταν. Με πίεζαν να κάνω όλες τις δουλειές, αν και ήξεραν πως είμαι άρρωστη κι έπασχα από την καρδιά μου. Κάθε ώρα μου έλεγαν να φύγω από το σπίτι. Έτσι κι εγώ τους εκδικήθηκα»! Ήταν η κυνική ομολογία της 42χρονης Αικατερίνης Δημητρέα από τη Στούπα της Μεσσηνιακής Μάνης, λίγο μετά την σύλληψή της, στις 10 Σεπτεμβρίου 1962. Μέσα σε τρεισήμισι μήνες προκάλεσε τον βασανιστικό θάνατο τεσσάρων συγγενών της, «κερνώντας» τους παραθείο.

Ο εισαγγελέας την χαρακτήρισε «ύαινα της κόλασης», που έχει σώας τας φρένας και το δικαστήριο την καταδίκασε τέσσερις φορές σε θάνατο και κάθειρξη 15 ετών, για τέσσερις ανθρωποκτονίες και μία απόπειρα. Σχεδόν δύο χρόνια αργότερα, στις 10 Απριλίου 1965, η Αικατερίνη Δημητρέα θα στεκόταν μπροστά στο εκτελεστικό απόσπασμα στου Γουδή, αρνούμενη να της δέσουν τα μάτια, περνώντας στην εγκληματολογική ιστορία ως η «δηλητηριάστρια της Μάνης» και η τελευταία γυναίκα που εκτελέστηκε στην Ελλάδα.
Νίκος Τσέφλιος