1996: Αιματηρή συμπλοκή στο θεραπευτήριο “Υγεία”

Ο Παύλος Κερεμίδης ήταν κακοποιός παλαιάς… κοπής. Δραπέτης και ποιητής, έμπορος ναρκωτικών και επαναστάτης, ληστής και λάτρης του ωραίου φίλου. Έως τη στιγμή που οδηγήθηκε στις
φυλακές, ήταν μπλεγμένος με εμπόριο κοκαΐνης και ακάλυπτες επιταγές από μια κάβα που είχε ανοίξει και δεν πήγε καλά. Όμως αρίστευσε στο «σχολείο της φυλακής». Αν και του έμενε λίγος καιρός για να αποφυλακιστεί, συμμετείχε στην αιματηρή απόδραση από τις φυλακές Νεάπολης Λασιθίου και τότε ο δρόμος δεν είχε επιστροφή. Συμπλοκή, απόδραση, ληστείες τραπεζών, απαγωγή, πιστολίδια και το μοιραίο τέλος, ένα απομεσήμερο στο θεραπευτήριο «Υγεία», με εννιά σφαίρες.
Ήταν 21 Οκτωβρίου 1996, όταν πήγε να δει την 37χρονη φίλη του Ελένη Ανδριοπούλου, την οποία είχε τραυματίσει με μια σφαίρα στο πόδι το προηγούμενο ξημέρωμα, σε ένα τσακωμό τους μέσα στο αυτοκίνητο και αφού είχαν κάνει και οι δύο χρήση ναρκωτικών. Ήταν καταζητούμενος από τον Ιούλιο του 1995, όταν απέδρασε από τις φυλακές Τρικάλων, αλλά ήταν συνηθισμένος να φλερτάρει με το θάνατο κι έτσι την μετέφερε ο ίδιος στο θεραπευτήριο και την άφησε στο προαύλιο.
Όμως ο επικεφαλής ασφαλείας είδε έναν κάλυκα να πέφτει από το παλτό της γυναίκας και ειδοποίησε την Αστυνομία. H ίδια υποστήριξε ότι την πυροβόλησε κάποιος άγνωστος, ενώ περίμενε σε στάση λεωφορείου στη Nέα Mάκρη, αλλά δεν έγινε πιστευτή. Οι αξιωματικοί της Ασφάλειας δεν άργησαν να μάθουν ότι ήταν η φίλη του Παύλου Κερεμίδη, με τον οποίο συζούσε σε ένα διαμέρισμα στο Χολαργό, που είχε νοικιάσει ο 45χρονος δραπέτης με ψεύτικα στοιχεία. Είχαν γνωριστεί σε μια μεταγωγή, καθώς ήταν και εκείνη στη φυλακή για ναρκωτικά.

Οι αξιωματικοί της Ασφάλειας ήταν σίγουροι ότι θα επέστρεφε στο «Υγεία», είτε για να την πιέσει να μην μιλήσει, είτε για να την φυγαδεύσει. Έζωσαν το θεραπευτήριο και περίμεναν να εμφανιστεί. Και πράγματι, δεν έκαναν λάθος. Το μεσημέρι ο Παύλος Κερεμίδης έφτασε με έναν φίλο και συνεργό του και πήγε στο δωμάτιο για να την δει. Βγαίνοντας λίγη ώρα αργότερα, οι αστυνομικοί τον κάλεσαν να παραδοθεί, αλλά εκείνος ήταν έτοιμος για «μάχη». «Π…δες θα σας φάω όλους», φώναξε, τρέχοντας να καλυφθεί πίσω από το νοικιασμένο τζιπ του και άρχισε να πυροβολεί εναντίον τους.
Πριν προλάβει να τραβήξει την περόνη της χειροβομβίδας που έβγαλε από το σάκο του, τον «γάζωσαν» και τον έριξαν νεκρό. Ο ιατροδικαστής Χρήστος Λευκίδης μέτρησε στο σώμα του εννιά σφαίρες. Οι αστυνομικοί βρήκαν στο σάκο άλλο ένα πιστόλι, σφαίρες, μικροποσότητα χασίς και ηρωίνης και 1.132.000 δραχμές. Στο αυτοκίνητο και στο σπίτι του στο Χολαργό βρέθηκαν άλλο ένα πιστόλι, διαρρηκτικά εργαλεία, ένα αλεξίσφαιρο γιλέκο, κουκούλες, γάντια, ένα πλαστό δίπλωμα και άλλα τρία εκατομμύρια δραχμές από τις ληστείες τραπεζών.
Ο Παύλος Κερεμίδης γεννήθηκε στη Δράμα και μεγάλωσε μαζί με τα έξι αδέλφια του μέσα στη φτώχεια. Εγκατέλειψε νωρίς το σχολείο, αν και όπως έλεγαν οι δικοί του, είχε δίψα για μάθηση. Όταν ήταν 15 χρόνων η οικογένεια μετακόμισε στην Αθήνα, σε ένα σπιτάκι στα Σπάτα. Όμως ο πατέρας του πέθανε, η μάνα του έμεινε κατάκοιτη και τα αδέλφια σκόρπισαν. Δούλεψε σε διάφορες δουλειές και αργότερα άνοιξε μια κάβα στο Παγκράτι. Παντρεύτηκε, απέκτησε ένα κοριτσάκι, αλλά ξανοίχτηκε με τις δουλειές και τον «έπνιξαν» οι ακάλυπτες επιταγές. Πήρε για πρώτη φορά το δρόμο της φυλακής και όλα χάθηκαν.
Του έμεινε μόνο η Δέσποινα, που μόλις είχε επιστρέψει μετά από έναν αποτυχημένο γάμο στο Βέλγιο και του στάθηκε τις δύσκολες ώρες. Τρεις μήνες μετά τη μεταγωγή του στις φυλακές της Νεάπολης η μάνα του πέθανε, αλλά δεν του έδωσαν άδεια να πάει στην κηδεία. Όταν έμαθε ότι ετοιμαζόταν απόδραση από κάποιους συγκρατούμενούς του, δεν έκανε πίσω, αν και πλησίαζε η ώρα της αποφυλάκισής του.

Η «επιχείρηση ασπιρίνη» έγινε το βράδυ της 8ης Ιουνίου 1989. Ο 32χρονος κρατούμενος Νίκος Βασιλακάκης πήγε στο γραφείο των φρουρών προφασιζόμενος ότι είναι άρρωστος. Την ώρα που του έδιναν ασπιρίνες, εισέβαλαν ξαφνικά 7-8 συγκρατούμενοί του, που ακινητοποίησαν τους δύο σωφρονιστικούς υπαλλήλους, Μιχάλη Τσίχλη και Μανόλη Τσαγκουρνή. Τους έδεσαν, τους φίμωσαν, ξήλωσαν το καλώδιο του τηλεφώνου, τους έσυραν στο χώρο του επισκεπτηρίου και έφυγαν με τα κλειδιά. Βγήκαν στην εξωτερική αυλή, σκαρφάλωσαν στην ταράτσα και επιτέθηκαν στους δύο εξωτερικούς φρουρούς.
Ο 42χρονος Σαράντος Σακκάς και ο 35χρονος Νίκος Κοκολάκης δεν πρόλαβαν να αντιδράσουν. Οι κρατούμενοι τους απέσπασαν τα όπλα και τους σκότωσαν εν ψυχρώ. Ο σωφρονιστικός υπάλληλος Νίκος Ροβίθης 29 χρόνων πήδηξε από ύψος έξι μέτρων για να εμποδίσει την απόδραση και τραυματίστηκε στα πόδια. Ανάμεσα στους οκτώ δραπέτες, εκτός του Κερεμίδη και του Νίκου Βασιλακάκη, ήταν ο 34χρονος Κώστας Μπατζακάκης, ο 35χρονος Χρήστος Ρουμελιανάκης, ο Βρετανός Άντονι Μπάρτλεϊ, ο Ιρακινός Ζάνε Ορμίζι, ο Κούρδος Τζόν Μοχάμεντ και ο Τανζανός Ιμπραήμ Λουμόνε. Οι έξι μπήκαν στο “Opel Kadett” του Τσαγκουρνή και τράπηκαν σε φυγή. Ο Κούρδος και ο Ιρακινός το έβαλαν στα πόδια.

Ακολούθησε γιγαντιαία επιχείρηση σε όλη την Κρήτη για τον εντοπισμό των δραπετών, που επικηρύχθηκαν από το υπουργείο Δημόσιας Τάξης με 50 εκατομμύρια δραχμές. Μία εβδομάδα αργότερα ένας Βολιώτης εμπορικός αντιπρόσωπος ειδοποίησε την Αστυνομία, αναφέροντας ότι οι δραπέτες επιβιβάστηκαν με την απειλή όπλων στο αυτοκίνητό του, όταν ένας απ΄ αυτούς, ντυμένος αστυνομικός, τον σταμάτησε δήθεν για έλεγχο. Τον υποχρέωσαν να τους μεταφέρει μέχρι τη Σούγια, αλλά, επειδή δεν χωρούσαν, σταμάτησαν με τον ίδιο τρόπο ένα Γάλλο τουρίστα κοντά στο χωριό Ροδάκινο. Έτσι με τα δύο αυτοκίνητα κατευθύνθηκαν προς τα νότια παράλια των Χανίων, όπου άφησαν ελεύθερους τους δύο οδηγούς, ξημερώματα σε μια ερημιά.
Στις 19 Ιουνίου 1989 οι δραπέτες εντοπίστηκαν κοντά στο χωριό Κακοδίκι. Ακολούθησε «μάχη», από την οποία έπεσε νεκρός ο 32χρονος Νίκος Βασιλακάκης, ο οποίος είχε συλληφθεί στο παρελθόν μαζί με τον Μπατζακάκη, για τη ληστεία στο Βενιζέλειο Νοσοκομείο Ηρακλείου, με «λεία» 17 εκατομμύρια δραχμές. Από την ανταλλαγή των πυροβολισμών τραυματίστηκαν ο διοικητής της ΕΚΑΜ Γιάννης Κοκκινάκης και ο υποδιοικητής της Αστυνομικής Διεύθυνσης Χανίων Άγγελος Σταμόπουλος.

Τρεις ημέρες αργότερα εντοπίστηκε και ο Κερεμίδης κοντά στο χωριό Φλώρια, άοπλος και τραυματισμένος από την προηγούμενη συμπλοκή. Μεταφέρθηκε στην Αθήνα και εισήχθη στο Γενικό Κρατικό Νοσοκομείο Πειραιά. Άλλοι τρεις δραπέτες, ο Μπατζακάκης, ο Βρετανός και ο Τανζανός εντοπίστηκαν τις επόμενες ώρες εξουθενωμένοι και συνελήφθησαν χωρίς να προβάλουν καμία αντίσταση.
Ο Παύλος Κερεμίδης, όπως και ο Μπατζακάκης, καταδικάστηκε σε ισόβια κάθειρξη για τη δολοφονία των δύο φρουρών στη Νεάπολη, αν και φώναζε από την πρώτη στιγμή ότι δεν είχε εμπλακεί. Επί έξι χρόνια «σωφρονιζόταν» στις τέχνες της παρανομίας, διαβάζοντας παράλληλα Καρυωτάκη και γράφοντας γράμματα στην αγαπημένη του Ελένη. Στις 30 Ιουλίου 1995 απέδρασε από τις φυλακές Τρικάλων, μαζί με άλλους οκτώ κρατούμενους. Κατά τη διάρκεια του βραδινού συσσιτίου έριξαν βόμβες μολότοφ για αντιπερισπασμό στο προαύλιο και αιφνιδίασαν τους φρουρούς, τραυματίζοντας δύο απ’ αυτούς. Παρά το γεγονός ότι είχε σημάνει συναγερμός, κατάφεραν να εξαφανιστούν. Από τότε ο δραπέτης από τη Δράμα το έριξε στις ληστείες τραπεζών. Η τελευταία ήταν τέσσερις ημέρες πριν πέσει νεκρός στο «Υγεία», όταν χτύπησε το υποκατάστημα της Γενικής τράπεζας στο Φάληρο και έφυγε με 6.530.000 δραχμές. Αν και η μοτοσικλέτα που οδηγούσε συγκρούστηκε με απορριμματοφόρο, την εγκατέλειψε και το έβαλε στα πόδια.
Στο μεταξύ, κατηγορήθηκε, μαζί με τον «φαντομά» Βασίλη Παλαιοκώστα, για την απαγωγή του βιομήχανου Αλέκου Χαϊτογλου, τον Δεκέμβριο του 1995. Tότε είχε μιλήσει τηλεφωνικά σε τηλεοπτικό σταθμό, φωνάζοντας ότι δεν είχε καμία σχέση. «Οι μπάτσοι περιμένουν τη στιγμή να με σκοτώσουν. Mε ανακατεύουν στην απαγωγή γι’ αυτόν ακριβώς το λόγο. Δεν σκοπεύω να παραδοθώ, γιατί δεν εμπιστεύομαι τη δικαιοσύνη», είπε, αλλά δεν πρόλαβε να αποδείξει τους ισχυρισμούς του…