1991: Άγριο έγκλημα με θύμα ιερόδουλη στο Μεταξουργείο

Δεν είχαν περάσει ούτε δύο μήνες από τη δολοφονία της «θρυλικής» Γαβριέλλας, μέσα στο «σπίτι» της στη Νεάπολη Εξαρχείων, όταν η Ασφάλεια Αττικής κλήθηκε να ρίξει φως σε άλλο ένα έγκλημα
με θύμα γυναίκα που έκανε το «αρχαιότερο επάγγελμα», στο κέντρο της Αθήνας.
Η Ανθούλα Σωτήρχου δεν ήταν ιερόδουλη «πολυτελείας», όπως η Γαβριέλλα. Το «σπίτι» της ήταν ένα παλιό, ετοιμόρροπο διώροφο στο Μεταξουργείο και «πελάτες» της «κάθε καρυδιάς καρύδι». Οι αστυνομικοί ερεύνησαν το ενδεχόμενο να είχε δολοφονηθεί από τους ίδιους δράστες, που είχαν βάλει στο «μάτι» τους οίκους ανοχής, αλλά δεν προέκυψε από τις έρευνές τους. Το κίνητρο ήταν και πάλι η ληστεία, ενώ οι δράστες παρέμειναν στο σκοτάδι.

Η Ανθούλα Σωτήρχου είχε βγει από μικρή στο πεζοδρόμιο. Από τα 21 της γνώρισε τον άγριο κόσμο του πληρωμένου έρωτα και παρά το γεγονός ότι έφερε στη ζωή τέσσερα παιδιά, συνέχιζε να εργάζεται σε διάφορους οίκους ανοχής. Ξημέρωνε 10 Οκτωβρίου 1991, όταν βρήκε το θάνατο από το μαχαίρι κάποιου «πελάτη», ο οποίος δεν ζήλεψε τα κάλλη της, αλλά ήθελε τα χρήματά της. Εκείνο το βράδυ ο «υπηρέτης» δεν είχε πάει για δουλειά και την είχε αφήσει μόνη. Όμως η 44χρονη γυναίκα δεν φοβόταν, πάντα είχε τον τρόπο να αντιμετωπίζει τις δυσκολίες. Μόλις πριν από ενάμισι μήνα ο ναυτικός με τον οποίο συζούσε, είχε φύγει από τη ζωή, αλλά εκείνη έπρεπε να συνεχίσει να δουλεύει.
Είχε σχεδόν ξημερώσει όταν ένας νεαρός μπήκε στον οίκο ανοχής της οδού Μεγάλου Αλεξάνδρου 17 στο Μεταξουργείο. «Πάγωσε», όταν είδε τη γυναίκα πεσμένη στην κουζίνα, με αίμα στην πλάτη και την κοιλιά. Φορούσε μόνο τα εσώρουχά της και μια ρόμπα και στο πρόσωπό της ήταν ζωγραφισμένος ο τρόμος. Έφυγε τρέχοντας και πήγε σε έναν άλλο οίκο ανοχής, λίγα μέτρα μακριά, στην οδό Κολωνού, για να ειδοποιήσει.

Λίγο αργότερα έφταναν στη συνοικία με τα «κόκκινα φανάρια» οι αξιωματικοί του τμήματος ανθρωποκτονιών. Ο ιατροδικαστής Μανόλης Νόνας διαπίστωσε ότι ο δολοφόνος είχε σκοτώσει με τέσσερις μαχαιριές την Ανθούλα Σωτήρχου, που δεν μπόρεσε να προβάλει καμία αντίσταση, καθώς δεν βρέθηκαν ίχνη πάλης. Οι τρεις ήταν πισώπλατα και η τέταρτη στην κοιλιά. Προσδιόρισε το χρόνο θανάτου της μεταξύ 2 – 3 τα ξημερώματα.
Όλα τα δωμάτια του «σπιτιού» ήταν αναστατωμένα και οι χώροι ψαγμένοι. Όπως όλα έδειχναν, ο δράστης, πέρα από χρήματα, αναζητούσε και ό,τι πολύτιμο αντικείμενο πιθανόν να υπήρχε στον οίκο ανοχής. Κανείς δεν ήξερε ακριβώς εάν και τι έλειπε. Από ένα σημείωμα στην κουζίνα φαινόταν ότι η άτυχη γυναίκα είχε συνευρεθεί με εννιά πελάτες, δηλαδή είχε εισπράξει 18.000 δραχμές. Την ώρα που ο δολοφόνος άρπαζε τα χρήματα, η 44χρονη ιερόδουλη ψυχορραγούσε επί 20 λεπτά και έσβησε αβοήθητη, όπως είπε ο ιατροδικαστής…
Πέρασαν αρκετές ώρες μέχρι να αποκαλυφθεί το έγκλημα. Ποιος ξέρει πόσοι πελάτες μπήκαν στον οίκο ανοχής και περίμεναν μάταια να δουν την «κοπέλα», αλλά έφυγαν επειδή καθυστερούσε να εμφανιστεί στο δωμάτιο υποδοχής… Όταν ο νεαρός που μπήκε στις 6 και μισή τα χαράματα την βρήκε νεκρή στην κουζίνα, ο δράστης ήταν ήδη μακριά.
Οι αστυνομικοί που ανέλαβαν την υπόθεση δεν είχαν εύκολο έργο. Είχαν ακόμη ανοιχτό τον «φάκελο» της Γαβριέλλας Ουσάκοβα, η οποία είχε δολοφονηθεί περίπου ενάμισι μήνα πριν και η εκδοχή να υπήρχε κοινός παρονομαστής δεν μπορούσε να αποκλειστεί. Η Σήμανση προσπάθησε να εντοπίσει «γνωστά» δακτυλικά αποτυπώματα, για να τα συγκρίνει στα εργαστήρια, αλλά ήταν δεκάδες τα «ορφανά» και αποτέλεσμα δεν βγήκε. Οι καταθέσεις ανθρώπων που γνώριζαν την Ανθούλα Σωτήρχου δεν πρόσφεραν κάτι ουσιαστικό στις έρευνες. Ούτε οι ύποπτοι που προσήχθησαν για να καταθέσουν στην Ασφάλεια. Και αυτό το έγκλημα παρέμεινε ανεξιχνίαστο.
Νίκος Τσέφλιος