1971: Έγκλημα για το κομπόδεμα στο Κιλκίς

Η μικρή κοινωνία του Κιλκίς αναστατώθηκε το φθινόπωρο του 1971 από ένα άγριο έγκλημα. Ο 80χρονος έμπορος δημητριακών Μάρκος Συρίγος είχε βρεθεί στραγγαλισμένος μέσα στο χαμόσπιτό
του και όλοι πίστεψαν ότι το κίνητρο του δολοφόνου ήταν το κομπόδεμά του. Οι γείτονες τον είδαν για τελευταία φορά το πρωί της Κυριακής 3 Οκτωβρίου, λίγες ώρες πριν δολοφονηθεί. Το πτώμα του αποκαλύφθηκε πέντε ημέρες αργότερα από την έντονη δυσοσμία που προερχόταν από το πλινθόκτιστο σπίτι της οδού Έβρου 3. Ο δολοφόνος το είχε τυλίξει με δύο σακιά και το είχε σκεπάσει με κουρέλια, πριν εξαφανιστεί στο σκοτάδι.
Ο Μάρκος Συρίγος καταγόταν από την Σαντορίνη και ήταν ναυτικός. Το 1957 τα άφησε όλα πίσω του και εγκαταστάθηκε στο Κιλκίς. Νοίκιασε αντί 150 δραχμών το μήνα ένα παλιό σπίτι, ένα δωμάτιο ουσιαστικά, στην οδό Έβρου 1 -που από την παλαιότητα γύρευε αφορμή να πέσει- και ασχολήθηκε με το εμπόριο δημητριακών. Λίγες ημέρες πριν βρεθεί νεκρός, ο ιδιοκτήτης τού ζήτησε να βρει αλλού να μείνει, γιατί ήθελε να επεκτείνει το σπιτάκι και εκείνος δεν αρνήθηκε. Μάζεψε τα υπάρχοντά του σε ένα τενεκεδένιο μπαούλο και μια μικρή βαλίτσα και μετακόμισε ακριβώς δίπλα, σε ένα πλινθόκτιστο, σχεδόν ερειπωμένο σπίτι, όπου θα ασφυκτιούσαν ακόμη και ζώα.

Το σκηνικό μέσα στον οποίο τον βρήκαν νεκρό οι χωροφύλακες παρέπεμπε σε αβάσταχτη φτώχεια και μιζέρια. Ένα μικρό δωμάτιο, γεμάτο καδρόνια και κουρέλια, με ένα μικρό παράθυρο, απ’ όπου με δυσκολία περνούσαν οι ακτίνες του ήλιου και δίπλα η «κρεβατοκάμαρα», με ένα παλιό μεταλλικό κρεβάτι και ένα τραπέζι. Αυτό ήταν το «σπιτικό» του ηλικιωμένου εμπόρου. Οι γείτονες ήξεραν ότι έβγαζε πολλά λεφτά από το εμπόριο σίτου, αλλά επειδή δεν ενοχλούσε κανέναν, δεν τους πείραζε που ήταν κλειστός άνθρωπος και σφιχτός με τις οικονομίες του. Απόρησαν, βέβαια, όταν τον είδαν να μετακομίζει στο παλιό πλινθόκτιστο σπίτι, αλλά εκείνος έδειχνε ικανοποιημένος και δεν τους έπεφτε λόγος.
Όταν εκείνη την Κυριακή δεν τον είδαν να επιστρέφει στο σπίτι, πίστεψαν ότι ίσως είχε φύγει για την Αθήνα, για να δει τα αδέλφια του. Μια προμηθεύτρια σιταριού, στην οποία ο 80χρονος άνδρας χρωστούσε χρήματα, τον αναζήτησε την επόμενη ημέρα και με τη βοήθεια ενός χωροφύλακα μπήκαν στο σπίτι. Όμως δεν φαντάστηκαν ότι το τσουβάλι που ήταν πεταμένο κάτω από τα καδρόνια έκρυβε το μακάβριο μυστικό και έφυγαν. Όταν η δυσοσμία έγινε αφόρητη, οι γείτονες ειδοποίησαν πάλι την Χωροφυλακή και το άγριο έγκλημα αποκαλύφθηκε. Ο ιατροδικαστής στη Θεσσαλονίκη διαπίστωσε ότι ο άτυχος έμπορος είχε στραγγαλιστεί.

Οι αξιωματικοί που ανέλαβαν την υπόθεση χρειάστηκαν οκτώ ημέρες ερευνών για να ρίξουν φως στην υπόθεση. Ο 51χρονος Γιώργος Μεζάρης, οδοκαθαριστής του δήμου, πατέρας πέντε παιδιών και σύζυγος μιας τυφλής γυναίκας, ήταν ένας από τους 45 κατοίκους του Κιλκίς που κλήθηκαν για κατάθεση και από τους κύριους υπόπτους για το έγκλημα. Μετά από εξαντλητική ανάκριση, κατά τη διάρκεια της οποίας άλλοτε ομολογούσε και την επόμενη στιγμή ανακαλούσε, παραδέχθηκε τελικώς ότι αυτός ήταν ο δράστης.
Στην αναπαράσταση περιέγραψε κάθε λεπτομέρεια της δολοφονίας. Κίνητρό του ήταν η ληστεία, αλλά, όπως είπε, βρήκε και πήρε μόνο έντεκα δεκάρες, που έπεσαν από την τσέπη του θύματός του… «Το βράδυ της Κυριακής είδα το Συρίγο και του έδωσα ένα δέμα με ρούχα, αλλά εκείνος μου είπε να πάμε μέσα στο σπίτι του για να τα δει καλύτερα», είπε με ψυχραιμία και κυνικότητα. Μόνο τα φλας των φωτορεπόρτερ διέκοψαν για λίγο τη σκέψη του και συνέχισε: «Κάθισε σε μια καρέκλα στη μέση του δωματίου κι εγώ στάθηκα όρθιος μπροστά του. Ξαφνικά κάτι με έπιασε και τον χτύπησα με γροθιά στο κεφάλι. Πέφτοντας στο πάτωμα, χτύπησε στη γωνία του τοίχου και έμεινε ακίνητος. Τον έβαλα πάνω στο κρεβάτι, βρήκα κάτω από το στρώμα ένα κουρέλι και το έσφιξα γύρω από το λαιμό του. Όταν συνειδητοποίησα ότι ήταν νεκρός, έπρεπε κάτι να κάνω. Του πέρασα ένα σακί από το κεφάλι και άλλο ένα από τα πόδια και τα έσφιξα στη μέση με ένα σχοινί. Την ώρα που τον κουβαλούσα έπεσαν από την τσέπη του μια δραχμή και μια δεκάρα και τα πήρα. Έβαλα κάτι καδρόνια όρθια πάνω από το πτώμα για να μην φαίνεται απ’ έξω, το σκέπασα με κουρελόπανα, καθάρισα τα αίματα και έφυγα, κλείνοντας την πόρτα με ένα σύρμα».

Ο 51χρονος οδοκαθαριστής πίστευε ότι η «λεία» του από τη ληστεία του εμπόρου θα ήταν πλούσια. Τον έβλεπε συχνά, όπως είπε, με το πουγκί κρεμασμένο στο λαιμό, αλλά δεν ήξερε ότι έκρυβε τα χρήματα πότε μέσα στα τσουβάλια και πότε στο σωρό του σιταριού. Μιλούσε με περιφρόνηση για το θύμα του, που «δεν άξιζε περισσότερο από μια κότα», αλλά χωρίς αιτία και αφορμή, αφού παραδέχθηκε ότι δεν είχε διαφορές μαζί του. Αυτό που τον πρόδωσε ήταν ένα μικρό κομμάτι χαρτί, που έγραφε το όνομα «Γουγλίδης». Βρέθηκε στο δέμα με τα ρούχα, το οποίο «ξεφορτώθηκε» 500 μέτρα από το σπίτι του Συρίγου. Ο Γουγλίδης ήταν υπαρκτό πρόσωπο από το Κιλκίς και κατέθεσε ότι είχε χαρίσει τα ρούχα στον οδοκαθαριστή. Από εκείνη τη στιγμή ήταν θέμα χρόνου η εξιχνίαση του εγκλήματος.
Τον Ιούνιο του 1972 ο Μεζάρης καταδικάστηκε σε κάθειρξη 18 ετών, καθώς το Μικτό Ορκωτό Δικαστήριο Θεσσαλονίκης τον έκρινε ένοχο για ανθρωποκτονία εκ προθέσεως εν βρασμώ ψυχικής ορμής, παρά το γεγονός ότι ο ίδιος αρνήθηκε τα πάντα.