Λέρος: Στο μικροσκόπιο το παρελθόν της ναυτικής βάσης που κλάπηκε πολεμικό υλικό

Φόβους για προσπάθεια τροφοδοσίας ενόπλων οργανώσεων με όπλα και εκρηκτικά ή υπόθεση λαθρεμπορίας οπλισμού ακόμη και από στρατιωτικούς εκφράζουν αξιωματικοί της ΕΛ.ΑΣ. για
την κλοπή οπλισμού από την αποθήκη της βάσης του Πολεμικού Ναυτικού στη Λέρο που ανακαλύφθηκε το βράδυ της Δευτέρας. Χωρίς ωστόσο να εντοπίζονται ίχνη διάρρηξης ή άλλες ενδείξεις εισβολής αγνώστων στην αποθήκη που είχε πολλά μέτρα ασφαλείας.
Τα στελέχη της λεωφόρου Κατεχάκη εκτιμούν ότι το κλειδί της υπόθεσης ίσως βρίσκεται εντός της ναυτικής βάσης και στις προηγούμενες απογραφές του οπλισμού της ίσως και σε περίπτωση απώλειας - προ τριετίας - καυσίμων από τον ίδιο στρατιωτικό χώρο. Τα ίδια στελέχη υπενθυμίζουν τουλάχιστον τέσσερις υποθέσεις κλοπών πυρομαχικών από στρατόπεδα ή σχεδίων για αρπαγή οπλισμού (Συκούριο, Ελευθερούπολη, Κυλλήνη, Σέρρες κ.λπ.) από ελληνικές οργανώσεις αντάρτικου πόλης. Ωστόσο οι ίδιες πηγές επισήμαναν ότι έχουν καταγραφεί κι άλλες τουλάχιστον έξι - επτά περιπτώσεις κλοπών από στρατιωτικές βάσεις (κυρίως στα Δωδεκάνησα, στη Χίο και σε άλλα γειτονικά νησιά) που συνδέθηκαν με άλλου είδους συμφέροντα και οικονομικές συναλλαγές κρατικών υπαλλήλων και ιδιωτών.
Ακόμη σημειώνουν ότι στα νησιά αυτά έχουν καταγραφεί τα τελευταία χρόνια τρεις υποθέσεις κατασκοπείας αλλοδαπών με παράνομες φωτογραφίσεις στρατιωτικών εγκαταστάσεων. Μάλιστα, σημαντική αρπαγή οπλισμού είχε σημειωθεί το 2012 και στην Αστυνομική Διεύθυνση Κω για την οποία είχε ερευνηθεί αν εμπλέκονται αστυνομικοί. Η υπόθεση της Λέρου παρουσιάζει πολλές ομοιότητες με την κλοπή σε στρατόπεδο της Κω στις 3 Αυγούστου του 2002 (με τη μέθοδο του ριφιφί, καθώς οι άγνωστοι δράστες τρύπησαν τον τοίχο διπλανής αποθήκης ιματισμού όταν τότε εκλάπησαν τρία οπλοπολυβόλα, 17 45άρια και τρία αυτόματα G3) που είχε επιχειρηθεί να συνδεθεί με την εξάρθρωση εκείνες τις ημέρες της 17Ν. Ομως τελικά αποδόθηκε σε αγνώστους δράστες.
Την υπόθεση της εξαφάνισης του οπλισμού ερευνά κλιμάκιο της Αντιτρομοκρατικής Υπηρεσίας αλλά και αρμόδια στελέχη του υπουργείου Εθνικής Αμύνης.
Η απώλεια του στρατιωτικού υλικού εντοπίστηκε μετά την αλλαγή διαχειριστή στην Υπηρεσία Ναυτικών Τεχνικών Εγκαταστάσεων Λέρου (ΥΝΤΕΛ) και αρχικά ερευνώνται τα δεδομένα αυτών των απογραφών και αν έχουν γίνει «λογιστικά λάθη». Η ΥΝΤΕΛ, που ήταν παλιά νατοϊκή βάση και παραδόθηκε στο Πολεμικό Ναυτικό το 1983, παρέχει στα πολεμικά πλοία λιμενικές ευκολίες, τεχνική υποστήριξη και εφοδιασμό σε υλικά. Η προηγούμενη απογραφή οπλισμού φερόταν να είχε γίνει - σύμφωνα με τα επίσημα παραστατικά - στις 31 Δεκεμβρίου 2018 και ήδη αναζητείται αν ήταν πραγματική ή υπήρξε τυπική διαδικασία χωρίς καταμέτρηση. Ακόμη έρευνα γίνεται στις διαδικασίες πρόσβασης στο εσωτερικό της αποθήκης, στις κάμερες που υπάρχουν κ.λπ. Προκειμένου έτσι να εντοπισθεί ο χρόνος που σημειώθηκε η απώλεια του στρατιωτικού υλικού η οποία ανακαλύφθηκε τις τελευταίες ώρες. Επιπλέον, συνεκτιμάται ότι τον Ιανουάριο 2016 στο πλαίσιο καθιερωμένων ετησίων ελέγχων του φόρτου καυσίμων του Πολεμικού Ναυτικού σε βάσεις ανά την Ελλάδα φέρεται να είχε διαπιστωθεί στην εν λόγω βάση της Λέρου σημαντικό έλλειμμα πετρελαίου της τάξης των 284.000 λίτρων και υπήρξε μάλιστα αδυναμία τροφοδοσίας με καύσιμα και πολεμικών πλοίων. Μάλιστα, για αυτή την υπόθεση φέρεται να σχηματίστηκε δικογραφία σχετικά και με άλλες ποσότητες «απολεσθέντων» καυσίμων και αφορά πολλούς στρατιωτικούς από τη Λέρο. Σημειώνεται ότι τα τελευταία χρόνια έχουν υπάρξει καταγγελίες για λαθρεμπόριο καυσίμων στις ένοπλες δυνάμεις της τάξης των 500.000.000 ευρώ ετησίως.
Το βασικό ζητούμενο για την ΕΛ.ΑΣ. είναι αν ο «χαμένος οπλισμός» της ναυτικής βάσης στη Λέρο μπορεί να αφορά προσπάθεια εξοπλισμού ένοπλης οργάνωσης ή ακόμη και ξένων οργανώσεων (στην Τουρκία κ.λπ.). Αστυνομικοί πάντως ανέφεραν ότι την τελευταία 20ετία τα περισσότερα μέλη ενόπλων οργανώσεων αναζητούν οπλισμό είτε από κυκλώματα λαθρεμπόρων, από ποινικούς ή από αποθήκες λατομείων.
Κλοπές και συλλήψεις
Σημειώνεται ότι παραμονές Χριστουγέννων του 1977 ομάδα αγνώστων εισήλθε από αφύλακτη μάντρα σε στρατόπεδο της Ελευθερούπολης Καβάλας (στρατόπεδο Νάτσιου) και έκλεψε 36 αχρησιμοποίητα 45άρια. Τον Νοέμβριο του 1986 αποκαλύφθηκε εξαιτίας μιας πλημμύρας η γιάφκα της οργάνωσης Αντικρατική Πάλη της οδού Καλαμά 25, στα Σεπόλια, όπου βρέθηκε τμήμα του κλεμμένου οπλισμού. Στις 24 Δεκεμβρίου 1989 πολυμελής ομάδα της «17 Νοέμβρη» μετά από πολύμηνη παρακολούθηση εισέβαλε σε δύο αποθήκες πυρομαχικών και απέσπασε με πάσα ευκολία 113 ρουκέτες των 2,36 και 3,5 ιντσών, επτά χιλιάδες φυσίγγια και χειροβομβίδες. Ο οπλισμός αυτός χρησιμοποιήθηκε σε επιθέσεις της οργάνωσης που ανέλαβε και την ευθύνη για την επιδρομή. Ακόμη σε γιάφκες αντιεξουσιαστών στην οδό Μαυρικίου στα Εξάρχεια, σε κατοχή ενόπλων κ.λπ. είχαν βρεθεί σχεδιαγράμματα στρατοπέδων στην Ηλεία, στην Κεντρική Μακεδονία κ.λπ. Ομως υπήρξαν κι άλλα σχετικά περιστατικά χωρίς τελικά «άρωμα τρομοκρατίας».
Ογδόντα χειροβομβίδες και περίπου 1.500 σφαίρες ήταν η λεία από τη διάρρηξη αποθηκών το 1991 σε στρατόπεδο στη Μαυροπλαγιά Κιλκίς και ακολούθησαν συλλήψεις ιδιωτών. Το 1992 κλάπηκε σε στρατόπεδο της Χίου μεγάλος αριθμός ρουκετών (μαζί με άλλο πολεμικό υλικό και ιματισμό). Οι ρουκέτες βρέθηκαν μερικές ώρες αργότερα σε κοντινή περιοχή και ακολούθησαν συλλήψεις λαθρεμπόρων.
Τον Απρίλιο του 1994 υπήρξε η κλοπή περίπου επτά χιλιάδων πυροκροτητών από το 80ό Τάγμα Εθνοφυλακής της Κω που αποδόθηκε σε λαθραλιείς. Τον Ιανουάριο του 1995 άγνωστοι δράστες έκλεψαν τέσσερα όπλα από τις αποθήκες αεροπορικής βάσης στο Ακτιο της Πρέβεζας και εξαφανίστηκαν χωρίς να γίνουν αντιληπτοί. Εναν χρόνο αργότερα εκλάπησαν έξι ακόμα πολεμικά τυφέκια και περίπου 500 φυσίγγια από στρατιωτική μονάδα της Ικαρίας, τα οποία εντοπίστηκαν. Τέσσερις αντιαρματικές νάρκες (αλλά και δεκάδες χειροβομβίδες, εκατοντάδες σφαίρες και φωτοβολίδες) εκλάπησαν τον Οκτώβριο του 1998 από στρατιωτική μονάδα καταδρομέων στο Μεγάλο Πεύκο. Στις αρχές Αυγούστου του 2000 σε στρατόπεδο στα Γλυκά Νερά κατά τη διάρκεια καταμέτρησης του οπλισμού ανακαλύφθηκε η απώλεια πέντε πιστολιών που αποδόθηκε σε στρατιωτικούς.

Βασίλης Λαμπρόπουλος