Οι εισαγγελείς προτείνουν επαναφορά των ισοβίων για μεγαλοκαταχραστές του Δημοσίου


Τις προτάσεις της Ένωσης Εισαγγελέων Ελλάδος για τους νέους Ποινικούς Κώδικες παρουσιάζει σήμερα το dikastiko.gr. Οι εισαγγελείς ήδη μετά την επανασύσταση των Νομοπαρασκευαστικών
Επιτροπών οι οποίες θα αλλάξουν επιμέρους διατάξεις των κωδίκων που τέθηκαν σε ισχύ την 1η Ιουλίου, με επιστολή τους προς τον Υπουργό Δικαιοσύνης και τα μέλη των επιτροπών υποβάλλουν τις προτάσεις τους.
Μεταξύ αυτών είναι αύξηση των ανωτάτων ορίων των ποινών, η αύξηση του χρόνου έκτισης ποινής για να υποβληθεί αίτηση για υφ’ όρων απόλυση (3/5 για πλημμελήματα και 4/5 για κακουργήματα) καθώς η επαναφορά της δικαστικής απέλασης που  καταργήθηκε κλπ.   Εμβληματική όμως θεωρείται η πρόταση να επανέλθει η ποινή των ισοβίων για τους καταχραστές του δημοσίου χρήματος, όταν το ύψος της ζημίας είναι πάνω από 2 εκατομμύρια ευρώ.
Αναφέρει η Ένωση Εισαγγελέων πως:
«Ενόψει της επικείμενης έναρξης των εργασιών νομοπαρασκευαστικών επιτροπών για την αναμόρφωση διατάξεων του Ποινικού Κώδικα και του Κώδικα Ποινικής Δικονομίας, σας υποβάλλουμε τις προτάσεις της Ένωσης Εισαγγελέων Ελλάδος. Η εργασία αυτή περιλαμβάνει παρατηρήσεις μας που είχαν προηγηθεί της ψήφισης των δύο Κωδίκων αλλά και όσες προέκυψαν από τη μέχρι σήμερα εφαρμογή τους.
Η Ένωση Εισαγγελέων Ελλάδος επαναλαμβάνει την πρόθεσή της να εισφέρει τη γνώση και την εμπειρία των μελών της για τη βελτίωση των διατάξεων του Ποινικού Κώδικα και του Κώδικα Ποινικής Δικονομίας σκοπεύοντας στην ορθή και ταχεία απονομή της Δικαιοσύνης.
 Οι προτάσεις των Εισαγγελέων έχουν ως εξής:
ΠΟΙΝΙΚΟΣ ΚΩΔΙΚΑΣ
ΓΕΝΙΚΟ ΜΕΡΟΣ
ΚΟΙΝΩΦΕΛΗΣ ΕΡΓΑΣΙΑ
Από την επισκόπηση των άρθρων 50, 55, 81, 104Α ΠΚ προκύπτει ερμηνευτική ασάφεια σχετικά με την κοινωφελή  εργασία. Ειδικά σχετικά με την μέγιστη διάρκειά της σε ώρες όταν επιβάλλεται ως υποκατάστατη ποινή (άρθρο 104Α ΠΚ).
Προτείνεται η κοινωφελής εργασία  ως υποκατάστατη ποινή να προσμετράται 2-4 ώρες ανά ημέρα φυλάκισης  με μέγιστο εκτιτέο όριο τις 2.400 ώρες.
Συνεπώς τα άρθρα 55  και 104Α δέον να τροποποιηθούν ως εξής:
«Άρθρο 55
 Παροχή κοινωφελούς εργασίας 
 Η παροχή κοινωφελούς εργασίας δεν μπορεί να έχει διάρκεια ανώτερη των επτακοσίων είκοσι ωρών ούτε να είναι κατώτερη των εκατό ωρών όταν ορίζεται ως κύρια ποινή ενώ σε κάθε άλλη περίπτωση  προσμετράται από 2-4 ώρες ανά ημέρα φυλάκισης με μέγιστο εκτιτέο όριο τις 2.400 ώρες. 
Άρθρο 104Α 
 Μετατροπή της φυλάκισης  σε κοινωφελή εργασία 
  1. Όταν επιβάλλεται φυλάκιση που δεν υπερβαίνει τα τρία έτη και δεν συντρέχει περίπτωση εφαρμογής των άρθρων 99 και 100, η ποινή μετατρέπεται σε παροχή κοινωφελούς εργασίας (άρθρο 81) η διάρκεια της οποίας δεν μπορεί να υπερβαίνει τα 3 έτη,εκτός αν το δικαστήριο κρίνει, με ειδική αιτιολογία, ότι αυτή δεν είναι αρκετή για να αποτρέψει τον δράστη από την τέλεση άλλων εγκλημάτων.
  2. Η μετατροπή δεν είναι εφικτή αν ο καταδικασθείς δεν συναινεί ή δεν είναι παρών. Αν ο καταδικασθείς δεν ήταν παρών, μπορεί να ζητήσει τη μετατροπή της ποινής του σε παροχή κοινωφελούς εργασίας με αυτοτελή αίτησή του. 
  3. Αν επήλθε ουσιώδης αλλαγή των όρων της παραγράφου 1, ο καταδικασθείς μπορεί να ζητήσει νέο υπολογισμό της παρεχόμενης κοινωφελούς εργασίας με αυτοτελή αίτησή του».   
ΧΡΗΜΑΤΙΚΗ ΠΟΙΝΗ
– Στο άρθρο 57. Χρηματική ποινή σε ημερήσιες μονάδες μέγιστο 360Χ 100=36.000 ευρώ. Στο άρθρο 80 ΠΚ θεσπίζεται η επιμέτρηση και η απότιση της χρηματικής ποινής  (δοσοποίηση καταβολής χρηματικής ποινής μέχρι 60 μήνες). Ωστόσο, η απότιση της χρηματικής ποινής δια της βεβαίωσης στην ΔΟΥ εξακολουθεί να προβλέπεται στο άρθρο 553 του ΚΠΔ. Συνεπώς, ο τρόπος έκτισης δια καταβολής ή δοσοποίησης πιθανότατα θα μείνει ανενεργός καθώς η απότιση δια της βεβαίωσης στον πίνακα χρεών και εν συνεχεία η δοσοποίηση σύμφωνα με τις ευνοϊκές ρυθμίσεις της διοικητικής διαδικασίας και χωρίς τον κίνδυνο αντίστροφης  μετατροπής σε φυλάκιση της χρηματικής ποινής  σύμφωνα με το άρθρο 80 παρ.6 ΠΚ. 
Λόγω όμως της μη αναστολής (κατ’ άρθρο 99 ΠΚ) της χρηματικής ποινής αλλά και της αντίστοιχης περιοριστικής της ελευθερίας (άρθρο 80 παρ. 6 ΠΚ) δημιουργείται ζήτημα εκτέλεσης με παραγγελία φυλάκισης για  χαμηλού ύψους χρηματικών ποινών (ή τουλάχιστον κράτησης των καταδικασθέντων μέχρι την έκδοση ΑΦΜ και τη βεβαίωση της Χ.Π στη ΔΟΥ).
Η εναλλακτική κατά πολλούς λύση της πρόβλεψης της αναστολής του 99 ΠΚ στην παρ.6 του άρθρου 80 ΠΚ  θα «ακύρωνε» εν τοις πράγμασι την έννοια της χ.π αφού ουδείς καταδικασθείς θα συναινούσε στην βεβαίωση και πληρωμή της στην ΔΟΥ αλλά θα επιδίωκε την περαιτέρω μετατροπή της σε φυλάκιση και εν συνεχεία αναστολή της με το 99 ΠΚ προκειμένου να μην την εκτίσει.
Εν όψει των παραπάνω προτείνεται:
α) Κατάργηση των άρθρων του νέου Ποινικού Κώδικα σχετικά με το χρηματική ποινή (τρόπος υπολογισμού σε ημερήσιες μονάδες κλπ) και επαναφορά των διατάξεων του προηγούμενου ΠΚ, καθώς επιπρόσθετα δημιουργούνται ερμηνευτικά αλλά και εφαρμοστικά αδιέξοδα τόσο κατά την επιμέτρηση της χρηματικής ποινής σε ημερήσιες μονάδες στους ειδικούς ποινικούς νόμους (σε κάποιους μάλιστα π.χ Ν.4139/13 Κ. Ν. Ναρκωτικών οι προβλεπόμενες χρηματικές ποινές είναι εκτός ορίων ύψους του νέου ΠΚ)  όσο και στον καθορισμό συνολικής χρηματικής ποινής και ειδικά όταν συνυπάρχουν χ.π σε χρήμα του προϊσχύοντος ΠΚ και χ.π σε ημερήσιες μονάδες του νέου ΠΚ.
 β) εναλλακτικά θέσπιση διάταξης συναφούς με το άρθρο 33 παρ.3 Ν.3904/2010  σχετικά με την μη εκτέλεση δια φυλακίσεως σε καταστήματα κράτησης ποινών χρηματικών ποινών ύψους μέχρι 3.000 ευρώ (κατά γινόμενο των ημερησίων μονάδων επί του ύψους κάθε μονάδος). 
ΑΝΑΣΤΟΛΗ του άρθρου 100 ΠΚ 
Η βούληση εν προκειμένω του Νομοθέτη να εκτελούνται πραγματικά οι εν λόγω ποινές (10 ημέρες με 3 μήνες) χωρίς δυνατότητα  μετατροπής (ακόμα και κατόπιν συγχώνευσής τους με βαρύτερες μετατρέψιμες) ή αναστολής τους (ακόμα και κατόπιν εμπρόθεσμης άσκησης έφεσης) πρέπει να ενσωματωθεί στη διάταξη. Συνεπώς προτείνεται η ακόλουθη προσθήκη: 
«Άρθρο 100
  Αναστολή εκτέλεσης μέρους της ποινής 
  1. Αν κάποιος καταδικαστεί σε φυλάκιση που δεν υπερβαίνει τα τρία έτη, το δικαστήριο, εφόσον κρίνει ότι είναι αναγκαία η έκτιση μέρους της στερητικής της ελευθερίας ποινής για να τον αποτρέψει από την τέλεση άλλων αξιόποινων πράξεων, μπορεί να διατάξει την εκτέλεση του μέρους αυτού, η διάρκεια του οποίου δεν μπορεί να είναι κατώτερη των δέκα ημερών ούτε ανώτερη των τριών μηνών και την αναστολή εκτέλεσης του υπολοίπου. Σε κάθε περίπτωση αποκλείεται η μετατροπή ή η αναστολή του ως άνω άμεσα εκτελεστού μέρους ποινής. 
  1. Οι παράγραφοι 2 έως 4 του προηγούμενου άρθρου έχουν και εδώ ανάλογη εφαρμογή».
-Άρθρο 42 ΠΚ (έννοια απόπειρας). Η έκφραση «αρχίζει να εκτελεί» την περιγραφόμενη αξιόποινη πράξη δημιουργεί ερμηνευτικές δυσχέρειες. (π.χ την κλοπή αν ο δράστης καταληφθεί επ’ αυτοφώρω εντός ιδιοκτησίας για να θεωρηθεί απόπειρα θα πρέπει να έχει ξεκινήσει να αφαιρεί αντικείμενα δηλαδή να έχει πραγματώσει δηλαδή τμήμα της αντικειμενικής υπόστασης). Προτείνεται η επαναφορά της διατύπωσης «επιχειρεί πράξη που περιέχει τουλάχιστον αρχή εκτέλεσης».                                                    
– Κατάργηση μέτρου ασφαλείας της δικαστικής απέλασης που προβλεπόταν στο Άρθρο 74 του προϊσχύοντος  ΠΚ, όπως επίσης και το συναφές  άρθρο 182 παρ. 2 ΠΚ (που προέβλεπε αυστηρές ποινικές κυρώσεις για την παραβίασή της πέραν από το ενδεχόμενο έκτισης του υπολοίπου της ποινής στις περιπτώσεις υφ’ όρον απόλυσης).  Η διαδικασία της διοικητικής απέλασης αφενός αναχαιτίζεται ευχερώς ενώπιον των διοικητικών δικαστηρίων, αφετέρου η παραβίασή της (παράνομη επανείσοδος) δεν επιφέρει αυστηρές κυρώσεις που τυχόν θα την απέτρεπαν. Σε κάθε δε περίπτωση η κατάργηση της δικαστικής απέλασης ως μέτρου ασφαλείας καταργεί ταυτόχρονα και τη δυνατότητα του ποινικού δικαστή ως αρμοδιότερου να διαγνώσει τον κίνδυνο του καταδικασθέντος για τη δημόσια ασφάλεια (υπερισχύουσας της δικαστικής απέλασης της διοικητικής). Προτείνεται η επαναφορά σε ισχύ της διάταξης του άρθρου 74 προϊσχύοντος ΠΚ.
-Άρθρο 84 ΠΚ. Ελαφρυντικές περιστάσεις. α) Να απαλειφθεί η παράγραφος 3 της ελαφρυντικής περίπτωσης της υπέρβασης εύλογης διάρκειας δίκης που αποτελεί στοιχείο ex lege αναγνώρισης ελαφρυντικής περίστασης που μειώνει το πλαίσιο ποινής, χωρίς να εξαρτάται από την εκτίμηση της προσωπικότητας και της συμπεριφοράς του δράστη. β) Να αντικατασταθεί στην παρ.2 εδ.α) η λέξη «σύννομα» από τη λέξη «έντιμα» ως στο προισχύον ΠΚ..
-Άρθρο 94 ΠΚ. Προτείνεται να επανέλθουν α) τα εκτιτέα 25 και 10 έτη αντίστοιχα για κακούργημα και πλημμέλημα, β) η δυνατότητα επιβολής συνολικής ποινής 10 ετών σε περιπτώσεις ανθρωποκτονίας εξ αμελείας ως διατυπωνόταν στο άρθρο 94 παρ.2 ΠΚ.
-Άρθρο 105 ΠΚ. (Έκτιση της ποινής στην κατοικία). Προτείνεται να επανέλθει η διατύπωση του άρθρου 56 παρ.2 του προϊσχύοντος σε σχέση με τη διάρκεια της ποινής (με μέγιστο τα δέκα έτη) και το όριο ηλικίας (τα εβδομήντα πέντε έτη) να απαλειφθεί σε κάθε περίπτωση από τη δεύτερη παράγραφο (που αφορά το δικαίωμα κατ οίκον έκτισης για τις μητέρες ανήλικου τέκνου έως 8 ετών) η έκφραση «ανεξαρτήτως ποινής» και να προστεθεί πριν τη λέξη επιμέλεια η λέξη «αποκλειστική» και εν συνεχεία η έκφραση «και δεν δύναται αιτιολογημένα να ανατεθεί η να ασκηθεί από τον έτερο γονέα».
Η προτεινόμενη διάταξη με τις τροποποιήσεις έχει ως εξής:
«1. Όποιος καταδικάστηκε σε ποινή στερητική της ελευθερίας έως δέκα έτη και έχει υπερβεί το εβδομηκοστό πέμπτο έτος της ηλικίας εκτίει την ποινή ή το υπόλοιπο της ποινής στην κατοικία του, εκτός αν το δικαστήριο, με ειδική αιτιολογία, κρίνει ότι η έκτιση της ποινής σε κατάστημα κράτησης είναι απολύτως αναγκαία για να αποτραπεί από την τέλεση άλλων αντίστοιχης βαρύτητας εγκλημάτων. Αν το πιο πάνω όριο ηλικίας έχει συμπληρωθεί κατά την εκδίκαση της υπόθεσης, αποφασίζει το δικαστήριο που επιβάλλει την ποινή. Σε κάθε άλλη περίπτωση αποφασίζει το συμβούλιο πλημμελειοδικών της περιοχής που εδρεύει το δικαστήριο αυτό, μετά από αίτηση του καταδικασθέντος.
  1. Η διάταξη της προηγούμενης παραγράφου ισχύει και για τις μητέρες που έχουν την αποκλειστικήεπιμέλεια ανήλικων τέκνων, τα οποία δεν έχουν συμπληρώσει το όγδοο έτος της ηλικίας τους και δεν δύναται αιτιολογημένα να ανατεθεί ή να ασκηθεί από τον έτερο γονέα».
-Άρθρο 105 Β Απόλυση υπό τον όρο της ανάκλησης. Προτείνεται η αύξηση ορίων για την υφ’ όρον απόλυση (3/5 στα πλημμελήματα και 4/5 στα κακουργήματα) με ταυτόχρονο περιορισμό του ευεργετικού υπολογισμού ημερών εργασίας σε ποσοστό μικρότερο του 100% που προβλέπεται σήμερα.
 -Άρθρο 106 παρ.1 ΠΚ. Να απαλειφθεί το «..Μόνη η επίκληση πειθαρχικού παραπτώματος κατά την έκτιση της ποινής δεν αρκεί για τη μη χορήγηση της απόλυσης…».
ΕΙΔΙΚΟ ΜΕΡΟΣ
-Προτείνεται η επαναφορά του άρθρου 168 παρ.2 ΠΚ (προσβολές κατά του Προέδρου της Δημοκρατίας). 
-Άρθρο 174 παρ.1 ΠΚ (στάση κρατουμένων). Έχει υποβιβαστεί σε πλημμέλημα. Προτείνεται η επαναφορά στην κακουργηματική του μορφή της παρ.1, όπως  ίσχυε.
Κατάργηση των άρθρων 182, 182Α. Προτείνεται να επανέλθουν ως και το  άρθρο 182 παρ.2.  (σε περίπτωση επαναφοράς του προϊσχύοντος άρθρου 74 ΠΚ).
-Άρθρο 216 παρ.3 ΠΚ (πλαστογραφία), άρθρο 386 παρ.1β’ (απάτη), άρθρο 375 παρ.1 ΠΚ (υπεξαίρεση). Με την κατάργηση της κατ’ επάγγελμα τέλεσης και της διακεκριμένης μορφής του ιδιαίτερα μεγάλης αξίας από εντολοδόχο και διαχειριστή ξένης περιουσίας οι ανωτέρω πράξεις εκπίπτουν σε πλημμελήματα. Προτείνεται να επανέλθει η κακουργηματική μορφή  της  κατ’ επάγγελμα τέλεσης σε συνολική αξία  άνω των 60.000 ευρώ που να προσδιορίζει και το αντίστοιχο ύψος της αξίας του αντικειμένου ιδιαίτερα μεγάλης αξίας στο άρθρο 375  ΠΚ.
-Άρθρα 216 παρ.1, 386 παρ.1 ΠΚ. Να εξορθολογιστούν οι ποινές σε «τουλάχιστον 3 μήνες» προκειμένου να είναι δυνατή  η παραγγελία κυρίας ανάκρισης και η επιβολής περιοριστικών όρων (άρθρο 283 παρ.2 ΚΠΔ) για τα ανωτέρω αδικήματα ως συμβαίνει για άλλα αδικήματα ήσσονος απαξίας ως η συκοφαντική δυσφήμηση (άρθρο 363 ΠΚ) που τιμωρείται με ποινή φυλάκισης τουλάχιστον 3 μήνες.
-Άρθρο 236 ΠΚ (Δωροδοκία υπαλλήλου): Προτείνεται να επανέλθει η καταργηθείσα κακουργηματική μορφή της διάταξης.
-Άρθρα 270 εδ. α, 272 παρ.1 ΠΚ. ( έκρηξη, κατοχή εκρηκτικών). Να επανέλθουν στην προγενέστερη μορφή τους ως κακούργημα.
-Άρθρο 299 παρ.1 ΠΚ. Ανθρωποκτονία με δόλο. Προτείνεται να απαλειφθεί η πρόσκαιρη κάθειρξη και η πράξη να τιμωρείται μόνο με ισόβια για το ανέκαθεν σοβαρότερο αδίκημα στην κλίμακα του Π.Κ
-Άρθρο 372 ΠΚ (κλοπή). Προτείνεται να επανέλθουν οι  διακεκριμένες περιπτώσεις της κατ’ επάγγελμα τέλεσης κλοπής και της τέλεσης από δύο ή περισσότερους που έχουν ενωθεί για να διαπράττουν κλοπές (που αφορούν το 95 % των ασκημένων διώξεων διακεκριμένης κλοπής) διαφορετικά  υπάρχει βεβαιότητα ατιμωρησίας καθ’ έξη κακοποιών με ό,τι αυτό συνεπάγεται για τη δημόσια ασφάλεια.
-Άρθρο 405 ΠΚ. Προβλέπεται κατ ’έγκληση δίωξη για τις αξιόποινες πράξεις των άρθρων 390 παρ.1 εδ. α, 386 παρ.1 και 386Α παρ. 1 ΠΚ. Να επανέλθει η αυτεπάγγελτη δίωξη ειδικά σε περιπτώσεις με παθόν το δημόσιο.. Η κατ’ έγκληση δίωξη δημιουργεί θέματα λόγω της ασφυκτικής 3μηνης προθεσμίας και στην νομιμοποίηση παθόντων νομικών προσώπων ή δημοσίου και στην κατ’ εξακολούθηση τέλεση με το 98 παρ.2-1 ΠΚ όταν υπάρχουν πολλοί  παθόντες.
Τέλος, σχετικά με την κατάργηση των διατάξεων του Ν.1608/50 «Περί Καταχραστών του Δημοσίου»:
Επιμέρους διατάξεις των άρθρων 216παρ.4, 242παρ.4, 374 παρ.2, 375παρ.3, 386παρ.2, 386Απαρ.3, 390παρ.2 ΠΚ ορίζουν, πλέον, ότι όταν οι πράξεις αυτές στρέφονται ειδικότερα κατά του Δημοσίου, ΟΤΑ, ΝΠΔΔ, κλπ, με αντικείμενο άνω των 120.000 ευρώ, επιβάλλεται κάθειρξη τουλάχιστον 10 ετών και χρηματική ποινή έως 1.000 ημερήσιες μονάδες, ενώ οι πράξεις αυτές παραγράφονται μετά 20 έτη. Προτείνεται η πρόβλεψη επιβαρυντικής περίστασης που θα επισύρει την ποινή της ισόβιας κάθειρξης σε περιπτώσεις πολύ υψηλής οικονομικής ζημίας του Δημοσίου (πχ που υπερβαίνει τα 2.000.000 ευρώ συνολικά).
ΚΩΔΙΚΑΣ ΠΟΙΝΙΚΗΣ ΔΙΚΟΝΟΜΙΑΣ
1) Απαλείφθηκε  το παράβολο υπέρ Δημοσίου  από το  άρθρο 51 ΚΠΔ, κάτι που ήδη έχει αυξήσει την υποβολή εγκλήσεων για ήσσονος σημασίας αδικήματα και συνακόλουθα τον φόρτο εργασίας αλλά και έχει στερήσει έσοδα από το Δημόσιο από την είσπραξη του παραβόλου. Προτείνεται η διατήρηση του παραβόλου στα αμιγώς διωκόμενα κατ’έγκληση αδικήματα καθώς υπήρξε ανασχετικός παράγοντας για την υποβολή προπετών, αόριστων και προσχηματικών εγκλήσεων. Σε κάθε περίπτωση στα αμιγώς κατ’ έγκληση αδικήματα η αξίωση της ποινικής δίωξης δεν έχει δημόσιο χαρακτήρα και ανήκει αποκλειστικά στον παθόντα ο οποίος ευλόγως επιβαρύνεται με την προκαταβολή μέρους της δημόσιας δαπάνης κίνησης της ποινικής διαδικασίας,
Η προτεινόμενη διάταξη  του άρθρου 51 ΚΠΔ να έχει ως εξής:
«Άρθρο 51. – Έγκληση του παθόντος.
1.Αν ο παθών θέλει να ζητήσει τη δίωξη της αξιόποινης πράξης, υποβάλλει την έγκληση σύμφωνα με όσα ορίζονται στο άρθρο 42 παρ. 2 και 3.
Ο εγκαλών κατά την υποβολή της έγκλησης, για τα απολύτως κατ` έγκληση διωκόμενα εγκλήματα, ενώπιον κάθε αρμόδιας αρχής καταθέτει παράβολο υπέρ του Δημοσίου ποσού εκατό (100) ευρώ. Το ύψος του ποσού αναπροσαρμόζεται με κοινή απόφαση των Υπουργών Οικονομικών και Δικαιοσύνης, Διαφάνειας και Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων. Αν δεν κατατεθεί παράβολο η έγκληση απορρίπτεται ως απαράδεκτη. Εξαιρούνται από την κατάθεση παραβόλου οι δικαιούχοι νομικής βοήθειας, όπως αυτοί προσδιορίζονται στο άρθρο 1 του ν. 3226/2004. Δεν απαιτείται κατάθεση παραβόλου για τα εγκλήματα κατά της γενετήσιας ελευθερίας και οικονομικής εκμετάλλευσης της γενετήσιας ζωής και τα εγκλήματα κατά της ενδοοικογενειακής βίας και τα εγκλήματα ρατσιστικών διακρίσεων και τα εγκλήματα παραβιάσεων της ίσης μεταχείρισης. Για αξιόποινες πράξεις που τελούνται σε βάρος δημοσίων οργάνων και υπαλλήλων κατά την άσκηση των ανατεθειμένων σε αυτούς καθηκόντων, ο παθών υποβάλλει την έγκληση ατελώς και χωρίς την κατάθεση παραβόλου.
  • Ο εισαγγελέας πλημμελειοδικών εξετάζει την έγκληση που έλαβε και αν κρίνει ότι αυτή δεν στηρίζεται στον νόμο ή είναι προφανώς αβάσιμη στην ουσία της ή ανεπίδεκτη δικαστικής εκτίμησης, την απορρίπτει με διάταξή του, η οποία περιλαμβάνει συνοπτική αιτιολογία και επιδίδεται στον εγκαλούντα.
  • Αν ενεργήθηκαν προκαταρκτική εξέταση ή αυτεπάγγελτη προανάκριση κατά το άρθρο 245 παρ. 2 ή ένορκη διοικητική εξέταση και ο εισαγγελέας κρίνει ότι δεν προκύπτουν επαρκείς ενδείξεις για την κίνηση της ποινικής δίωξης, απορρίπτει την έγκληση με αιτιολογημένη διάταξή του.
  • Όσα αναφέρονται στα άρθρα 43 παρ. 1 και 6, 44, 45, 47, 48, 49 και 50 εφαρμόζονται και ως προς την έγκληση».
 Στην παρ. 1 του νέου άρθρου 43 ΚΠΔ επαναφέρεται η υποχρεωτικότητα της προκαταρκτικής εξέτασης, πέραν των κακουργημάτων και επί των πλημμελημάτων αρμοδιότητος Τριμελούς Πλημμελειοδικείου και Εφετείου, πλην εάν έχει ενεργηθεί Αστυνομική προανάκριση η ΕΔΕ ή Έκθεση ελέγχου του ΓΕΔΔ ή ΣΕΔΔ εφόσον όμως η ποινική δίωξη αφορά τις ίδιες πράξεις του πορίσματος. Με την ρύθμιση αυτή θα επιβαρυνθεί χρονικά η διεκπεραίωση δικογραφιών αλλά και ο φόρτος των Εισαγγελικών λειτουργών, για πλημμελήματα ήσσονος σημασίας αρμοδιότητος Τριμελούς Πλημμελειοδικείου. Προτείνεται να απαλειφθεί η ανωτέρω υποχρεωτικότητα και η διενέργεια προκαταρκτικής εξέτασης σε πλημμελήματα αρμοδιότητας Τριμελούς Πλημμελειοδικείου να είναι προαιρετική, επαφιόμενη στην κρίση του Εισαγγελέως.
  1. Στο άρθρο 52 ΚΠΔ( δικαίωμα προσφυγής εγκαλούντος κατά της διάταξης που απορρίπτει την έγκληση ) επαναφέρεται η επίδοση της Εισαγγελικής διάταξης στον εγκαλούντα. Η ισχύουσα ρύθμιση έχει κριθεί επιτυχής δοθέντος ότι είχε μειωθεί ο αριθμός των προσφυγών, ενώ πρέπει να σημειωθεί ότι θα επιβαρυνθούν εκ νέου τα όργανα επίδοσης των Εισαγγελιών καθώς και οι Εισαγγελείς Εφετών δεδομένου ότι με την επίδοση θα αυξηθούν οι προσφυγές. Η διατήρηση της ισχύουσας διάταξης κρίνεται ορθή και επιβεβλημένη τουλάχιστον επί πλημμελημάτων.
  2. Επί του άρθρου 59 ΚΠΔπρέπει να σημειωθεί ότι σημαντικό μέρος των υποβαλλόμενων μηνύσεων και εκκρεμών υποθέσεων ενώπιον του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών αφορά τα αδικήματα των άρθρων 224, 229, 363, 362 ΠΚ.
    Σημειωτέον ότι επί των συγκεκριμένων υποθέσεων βάσει στατιστικής της Εισαγγελίας Πρωτοδικών Αθηνών αφενός μεν μόνο το 10% αρχειοθετείται στην προδικασία, τουτέστιν το 90% παραπέμπεται με κλητήριο θέσπισμα στην ακροαματική διαδικασία, αφετέρου δε στις υποθέσεις που φτάνουν στο ακροατήριο μόνο το 5% καταλήγει σε καταδικαστική τελεσιδίκως απόφαση. Παράλληλα οι υποθέσεις που αφορούν τα εν λόγω αδικήματα «γεννούν» άλλες συναφείς με παρεμφερές περιεχόμενο και χρησιμοποιούνται ως μοχλός ψυχολογικής πίεσης ή εκβιαστική μέθοδος προκειμένου να χειραγωγήσουν ή να ανακόψουν μάρτυρες να καταθέσουν ελεύθερα και ανεπηρέαστα στις κύριες δίκες.
Προτείνεται σε κάθε περίπτωση η αναβολή του άρθρου 59 παρ.2 ΚΠΔ να διατάζεται όχι μετά την ασκηθείσα ποινική δίωξη της αντίθετης ποινικής δικογραφίας αλλά από το στάδιο της προκαταρκτικής εξέτασης όπου αυτή ευρίσκεται αλλά και όταν έχει  ασκηθεί απόλυτα συναφής αγωγή και εκκρεμεί προς εκδίκαση και έκδοση απόφασης, διότι ο δικονομικός αυτός χειρισμός θα μειώσει τον φόρτο των δικογραφιών των Εισαγγελέων, αφού, μέχρι να ασκηθεί η αντίθετη ποινική δίωξη ή να εκδικαστεί τελεσιδίκως η απόλυτα συναφής αστική υπόθεση, οι Εισαγγελείς αποστέλλουν τις δικογραφίες στους προανακριτικούς υπαλλήλους για χορήγηση πιστοποιητικών πορείας της αντίθετης μήνυσης ή αγωγής ενώπιον των αστικών δικαστηρίων  και έτσι μια δικογραφία παραμένει προς επεξεργασία για μεγάλο χρονικό διάστημα στα Εισαγγελικά γραφεία και τρέχει και ο χρόνος παραγραφής της. Ενώ με την προτεινόμενη ρύθμιση η κύρια δικογραφία θα αναβάλλεται αμέσως αναστελλομένης και της παραγραφής,  έως την περάτωση της αντίθετης μήνυσης ή αγωγής. Επομένως η προτεινόμενη ρύθμιση δέον να έχει ως εξής. «Στις περιπτώσεις των άρθρων 224, 225, 229, 362 και 363 ΠΚ, αν για το γεγονός για το οποίο εξετάσθηκε ο διάδικος, ή ο μάρτυρας ή έγινε αναφορά στην αρχή ή καταμήνυση ή ισχυρίσθηκε ή διέδωσε ο υπαίτιος, ασκήθηκε ποινική δίωξη ή  ενεργείται προκαταρκτική εξέταση ή εκκρεμεί προς εκδίκαση και  έκδοση απόφασης αγωγή, ο Εισαγγελέας Πλημμελειοδικών μετά την προκαταρκτική εξέταση αναβάλλει με πράξη του κάθε περαιτέρω ενέργεια έως το πέρας της αντίθετης μήνυσης ή αγωγής, κατόπιν σύμφωνης γνώμης του Εισαγγελέα Εφετών»Αυτή η ρύθμιση θα είναι εναρμονισμένη και με την παράγραφο 2 του άρθρου 113 ΚΠΔ όπου συμπεριλήφθη και η διάταξη του άρθρου 61 ΚΠΔ (αναβολή της ποινική δίκης ένεκα εκκρεμούς συναφούς υπόθεσης πολιτικού δικαστηρίου) ως λόγος αναστολής της παραγραφής.
  1. Άρθρο 110 ΚΠΔ.  Κατ’ ουσίαν καταργήθηκε η αρμοδιότητα του Μονομελούς Εφετείου το οποίο πλέον θα δικάζει αποκλειστικά τα κακουργήματα που αναφέρονται στα άρθρα 301 και 303 ΚΠΔ. Ο θεσμός του Μονομελούς Εφετείου λειτουργεί αποτελεσματικά και έχει συμβάλλει ουσιωδώς στην επιτάχυνση της ποινικής δίκης δίχως ποιοτική υποβάθμιση. Οι υποθέσεις εκδικάζονται από έμπειρους δικαστικούς λειτουργούς με πολυετή εμπειρία και αφορούν αδικήματα υψηλής κοινωνικής απαξίας χωρίς ιδιαίτερη αποδεικτική δυσχέρεια. Η κατάργηση της αρμοδιότητας του Μονομελούς Εφετείου θα επιφέρει καθυστέρηση στην εκδίκαση των υποθέσεων (λόγω της διάθεσης τριπλασίου αριθμού δικαστικών λειτουργών).Προτείνεται η επαναφορά  της αρμοδιότητας του Μονομελούς Εφετείου στην προϋπάρχουσα μορφή,
  2. Με το νέο άρθρο 246ΚΠΔθεσπίζεται για πρώτη φορά υποχρέωση του Εισαγγελέα για σύνταξη γραπτού κατηγορητηρίου μετά την από μέρους του άσκηση ποινικής δίωξης και διαβίβασης της δικογραφίας στον Ανακριτή με εξαίρεση τα αυτόφωρα εγκλήματα για προφανείς λόγους αντικειμενικής αδυναμίας. Στο σημείο αυτό πρέπει να τονισθεί ότι σύνταξη κατηγορητηρίου ιδιαίτερα από τους Εισαγγελείς του Τμήματος Εξωτερικής Ποινικής Δίωξης της Εισαγγελίας Πρωτοδικών Αθηνών είναι ιδιαιτέρως δυσχερής λόγω του όγκου χρέωσης δικογραφιών ( 2.000 περίπου μηνιαίως ) και της αδυναμίας τοποθέτησης περισσοτέρων εισαγγελικών λειτουργών στο τμήμα αυτό λόγω έλλειψης προσωπικού αλλά και από τους Εισαγγελείς Εσωτερικής Ποινικής Δίωξης για τις μη αυτόφωρες υποθέσεις, κάτι που θα επιφέρει καθυστέρηση διεκπεραίωσης των κακουργηματικής φύσεως υποθέσεων λόγω της ανάγκης σύνταξης κατηγορητηρίου, του οποίου η συγκρότηση ποσοτική και ποιοτική, απαιτεί ιδιαίτερη μελέτη και προσοχή. Προτείνεται η απάλειψη της εν λόγω διάταξης, καθώς η αιτιολόγησή της (στην αντίστοιχη αιτιολογική έκθεση του Σχεδίου Κ.Π.Δ, ότι δηλαδή θα εξαλείψει το φαινόμενο άσκοπων διώξεων) αφενός πιθανότατα βασίζεται  σε πλασματικά στατιστικά στοιχεία και αφετέρου προσβάλλει τη φύση του εισαγγελικού λειτουργήματος. Σε κάθε περίπτωση, πέραν της αναφοράς των νομικών διατάξεων,  να  περιλαμβάνει μόνο συνοπτική περιγραφή της κατηγορίας (τόπο, χρόνο, περιστάσεις)  και των προσώπων που τους αποδίδεται  κατά τα πρότυπα του άρθρου 244 παρ.1 εδ.γ’ προκειμένου να υποβοηθείται ο ανακριτής στην σύνταξη του.
 7.Με το άρθρο 303 ΚΠΔ εισάγεται στην ελληνική έννομη τάξη, προς το σκοπό αποσυμφόρησης της ποινικής δικαιοσύνης, ο αγγλοσαξωνικής προελεύσεως θεσμός του plea bargaining (ποινική διαπραγμάτευση) και δη υπό τη μορφή του sentence bargaining (και όχι του charge bargaining), υπό την έννοια ότι αντικείμενο της διαπραγμάτευσης μεταξύ συνηγόρου του κατηγορουμένου και εισαγγελέα είναι η επιβλητέα ποινή. Προς εξάλειψη του κινδύνου αυτοενοχοποίησης ή παράβασης του τεκμηρίου αθωότητας το άρθρο 303 παρ.3 ΚΠΔ αναφέρει «αν δεν επιτευχθεί συμφωνία μεταξύ του Εισαγγελέα και του κατηγορούμενου η ποινική διαδικασία συνεχίζεται κανονικά. Η γραπτή αίτηση του κατηγορουμένου θεωρείται ως ουδέποτε υποβληθείσα, καταστρέφεται με το οικείο υλικό και τυχόν αντίγραφά της δε λαμβάνονται υπόψη σε κανένα στάδιο της δίκης και σε καμία άλλη διαδικασία»,  Διαπραγμάτευση,  όμως, (άρθρο 303 παρ.7 ΚΠΔ) μπορεί να γίνει και στο ακροατήριο του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου μέχρι την έναρξη της αποδεικτικής διαδικασίας με αίτηση του κατηγορουμένου ή του ειδικά εξουσιοδοτημένου συνηγόρου του και διεξάγεται μεταξύ κατηγορουμένου και εισαγγελέα της έδρας. Το άρθρο 344 ΚΠΔ μάλιστα προβλέπει υποχρεωτική υπόδειξη της δυνατότητας από τον διευθύνονται την συζήτηση κατά την έναρξη της. Ερωτάται σχετικά με τον κίνδυνο αυτενοχοποίησης όταν υποβάλλεται το αίτημα ενώπιον του δικαστηρίου με παράλληλη ομολογία του κατηγορουμένου και η ποινική διαπραγμάτευση δεν επιτευχθεί ( το άρθρο αναφέρει ότι εφαρμόζεται αναλογικά η παράγραφος 3 που προβλέπει υποχρέωση καταστροφής του οικείου υλικού). Θα δημιουργούν δυσχέρειες (αιτημάτων αλλαγής σύνθεσης δικαστηρίων που θα έχουν πλέον γνώση της ομολογίας σε περίπτωση μη επίτευξης συμφωνίας, παρελκυστικά αιτήματα με σκοπό την αναβολή της δίκης κλπ). Προτείνεται,  να απαλειφθεί η δυνατότητα υποβολής αιτήματος διαπραγμάτευσης στην ακροαματική διαδικασία.
-άρθρο 303 παρ.6. Επικύρωση Πρακτικού Διαπραγμάτευσης. Στην εν λόγω διάταξη προβλέπεται δέσμια αρμοδιότητα του δικαστηρίου που κατ’ ουσίαν επικυρώνει το πρακτικό διαπραγμάτευσης α) να μην επιβάλλει ποινή μεγαλύτερη από τη συμφωνηθείσα μεταξύ Εισαγγελέα και κατηγορουμένου, β) να μην δύναται να μεταβάλλει το νομικό χαρακτηρισμό της πράξης σε βάρος του κατηγορουμένου. Δεδομένου ότι με την ανωτέρω διατύπωση στην ουσία ένα μονομελές δικαστικό όργανο (ο Εισαγγελέας διαπραγμάτευσης) αποφασίζει αμετακλήτως (με τη συναίνεση του κατηγορουμένου) το μέγιστο ύψος της ποινής ακόμα και για κακουργήματα που επισύρουν ποινές πρόσκαιρης κάθειρξης και προκειμένου να υπάρξει ασφαλιστική δικλείδα (επανάκρισης της υπόθεσης και δικονομικής θεραπείας τυχόν εσφαλμένης δικανικής κρίσης του Εισαγγελέα)  προτείνεται α) να υπάρχει η δυνατότητα αναπομπής της υπόθεσης από το δικαστήριο στην τακτική διαδικασία  (με σύμφωνη γνώμη και του Εισαγγελέα της έδρας) σε περίπτωση διαφωνίας σχετικά με το ύψος της ποινής και το χαρακτηρισμό της πράξης (με παράλληλη καταστροφή του οικείου υλικού της διαπραγμάτευσης).
  1. Άρθρο 308 παρ.1 ΚΠΔ,σύμφωνα με το οποίο η κύρια ανάκριση με ανήλικο κατηγορούμενο, εφόσον αφορά πράξη που αν την τελούσε ενήλικος θα ήταν κακούργημα και για την οποία προβλέπεται η ποινή  του περιορισμού σε σωφρονιστικό κατάστημα κράτησης ανηλίκων, περατώνεται με βούλευμα του συμβουλίου πλημμελειοδικών. Η εν λόγω διαδικασία των δικαστικών συμβουλίων θα δημιουργήσει άσκοπο φόρτο εργασίας για πράξεις που ενέχουν ουσιαστικά  χαρακτήρα πλημμελήματος (άρθρο 18 ΠΚ) και θα κινδυνεύσουν με παραγραφή λόγω πιθανής παρέλευσης 5ετίας. Παράλληλα είναι παράδοξο σε κακουργήματα ενηλίκων όπως οι ληστείες και οι διακεκριμένες κλοπές να περατώνεται η κυρία ανάκριση κατ’ εξαίρεση κατ’ άρθρο 308ΑΚΠΔ με απευθείας κλήση, ενώ για τα αντίστοιχα των ανηλίκων να πρέπει να εκδοθεί βούλευμα. Κατόπιν αυτών θα πρέπει να απαλειφθεί η συγκεκριμένη διάταξη και η κυρία ανάκριση στα κακουργήματα των ανηλίκων να περατώνεται με απευθείας κλήση όπως ισχύει σήμερα, διαδικασία η οποία λειτουργεί  πρωτίστως προς όφελος των ανηλίκων οι οποίοι παραπέμπονται σε δίκη σε πολύ σύντομο χρονικό διάστημα, χωρίς ενδιάμεσες καθυστερήσεις.
9) Άρθρο 309 ΚΠΔ. Προτείνεται η κατάργηση της ενδιάμεσης διαδικασίας των συμβουλίων για όλα τα αδικήματα αρμοδιότητα Εφετείου Κακουργημάτων και προσαρμογή της διάταξης 309 ΚΠΔ ως εξής «1.Στις περιπτώσεις των κακουργημάτων που υπάγονται στην αρμοδιότητα των Εφετείων, μετά την περάτωση της ανάκρισης, η δικογραφία υποβάλλεται από τον Εισαγγελέα Πλημμελειοδικών στον Εισαγγελέα Εφετών……………..». Είναι γεγονός ότι το 90% και πλέον των βουλευμάτων είναι παραπεμπτικά. Η διαδικασία ενώπιον των συμβουλίων, καθυστερεί την ποινική διαδικασία, συμπιέζει τις προθεσμίες ειδικά όταν συμπληρώνονται όρια προσωρινής κράτησης και πολλές φορές οδηγεί τον χειριζόμενο Ανακριτή, συνυπολογίζοντας και το χρονικό διάστημα της παραμονής της δικογραφίας στη διαδικασία των συμβουλίων, στην ταχεία περαίωσή της χωρίς την εξάντληση των ανακριτικών ενεργειών με ότι αυτό συνεπάγεται. Με την ανωτέρω  νομοθετική παρέμβαση,  προτείνεται η εξαιρετική διάταξη του άρθρου 309 ΚΠΔ να γίνει ο κανόνας για όλες τις πράξεις αρμοδιότητας Εφετείου Κακουργημάτων και η διαδικασία των συμβουλίων να ακολουθείται μόνο σε περίπτωση μη συμφωνίας Εισαγγελέα ή Προέδρου Εφετών για τήρηση της διαδικασίας απευθείας παραπομπής. (άρθρο 309 παρ.3 ΚΠΔ). Αν δεν υιοθετηθεί το ανωτέρω  προτείνεται η διάταξη να επανέλθει στην προγενέστερη μορφή της («μαζί με τα τυχόν συναφή εγκλήματα ανεξαρτήτως βαρύτητας») ή σε κάθε περίπτωση να προστεθεί «μαζί με τα τυχόν ήσσονος ή ίσης βαρύτητας συναφή εγκλήματα»).
10) Άρθρο 409 επ. ΚΠΔ. Ποινική διαταγή. Τίθεται ο προβληματισμός της τυχόν αντισυνταγματικότητας της διάταξης, κατά πόσο παραβιάζει το δικαίωμα προηγούμενης ακρόασης και το τεκμήριο αθωότητας του κατηγορουμένου. Η διάταξη παραλείπει να ρυθμίσει σχετικά με μέτρα ασφαλείας και παρεπόμενες ποινές.
413 ΚΠΔ: Πρέπει να διευκρινιστεί σε ποίο δικαστήριο εισάγονται οι αντιρρήσεις και  ειδικά οι εκπροθέσμως ασκηθείσες προκειμένου να συγχωρεθεί τυχόν η εκπρόθεσμη άσκηση (Αυτόφωρο Μονομελές κατ’ αναλογία με το 341 ΚΠΔ;).
11)-Άρθρο 253 ΚΠΔ να διευκρινιστεί ότι η έρευνα με δικαστικό λειτουργό αφορά σε κατοικία.
12)-Άρθρο 511 ΚΠΔ η παραγραφή να λαμβάνεται υπόψη μόνον αν είναι παραδεκτή η αναίρεση και υπάρχει ένας βάσιμος λόγος.



πηγή: dikastiko.gr