Η αναιμία και το Αλτσχάιμερ συνδέονται μεταξύ τους, υποστηρίζουν οι επιστήμονες



Τόσο τα  χαμηλά επίπεδα αιμοσφαιρίνης στο αίμα (ήπια αναιμία), όσο και τα υψηλά επίπεδά της συνδέονται με αυξημένο κίνδυνο εμφάνισης Αλτσχάιμερ, σύμφωνα με νέα γερμανική μελέτη.

Τα νέα δεδομένα, που δημοσιεύτηκαν στη «Neurology», έδειξαν ότι τα άτομα με αναιμία είχαν 41% υψηλότερη πιθανότητα εμφάνισης Αλτσχάιμερ και 34% αυξημένο κίνδυνο οποιασδήποτε μορφής άνοιας, συγκριτικά με τους μη πάσχοντες από αναιμία.

Παράλληλα, όσοι συμμετέχοντες είχαν υψηλά επίπεδα αιμοσφαιρίνης -η πρωτεΐνη που ενυπάρχει στα ερυθρά αιμοσφαίρια και μεταφέρει οξυγόνο- φάνηκε να έχουν 20% μεγαλύτερη πιθανότητα εμφάνισης της νόσου σε σχέση με αυτούς με μέτρια επίπεδα, ενώ εκείνοι που είχαν τα χαμηλότερα επίπεδα, είχαν κατά 29% μεγαλύτερο κίνδυνο σε σύγκριση και πάλι με εκείνους που είχαν μεσαία επίπεδα αιμοσφαιρίνης.

Ο επικεφαλής συντάκτης της μελέτης Αρφάν Ικράμ από το Ιατρικό Κέντρο Έρασμος του Ρότερνταμ, στην Ολλανδία εξηγεί ότι, δεδομένων των αυξημένων ποσοστών αναιμίας στην Ευρώπη, την Αφρική, την Αμερική και τη βόρεια Ασία, η παρούσα έρευνα έχει ιδιαίτερη σημασία.

Ο Ικράμ τονίζει την ανάγκη να διερευνηθεί κατά πόσο η σχέση αιμοσφαιρίνης και άνοιας έχει να κάνει με την αιμοσφαιρίνη καθαυτή ή αν υπάρχουν άλλοι παράγοντες που παίζουν ρόλο.

Οι λόγοι για τους οποίους τα χαμηλά και τα υψηλά επίπεδα αιμοσφαιρίνης αυξάνουν τον κίνδυνο άνοιας μένουν ασαφείς. Ο Σάτζιτ Μπούσρι, καρδιολόγος στο Νοσοκομείο Λένοξ Χιλ στη Νέα Υόρκη υποστηρίζει ότι το «κλειδί» ίσως είναι ο ρόλος της αιμοσφαιρίνης ως μεταφορέας οξυγόνου. «Οποιαδήποτε απώλεια οξυγόνου οδηγεί σε γνωστική έκπτωση και εκδηλώνεται ως άνοια. Από την άλλη, η αύξηση της αιμοσφαιρίνης δείχνει κάποια υποβόσκουσα νόσο η οποία αναγκάζει το σώμα να παράγει αιμοσφαιρίνη», τόνισε.

Άλλοι, όπως ο Γκάι Μίντζ, πρόεδρος του Πανεπιστημιακού Νοσοκομείου Νόρθ Σορ, υπογραμμίζει ότι η αύξηση της αιμοσφαιρίνης είναι αποτέλεσμα του καπνίσματος και έτσι η έρευνα αυτή συνιστά έναν ακόμη λόγο διακοπής του καπνίσματος.

Οι γιατροί επομένως δεν πρέπει να υποτιμούν, αλλά αντίθετα οφείλουν να λαμβάνουν σοβαρά υπόψη τους ακόμα και ήπιες μορφές αναιμίας.

Στην έρευνα συμμετείχαν 12.000 άτομα με μέσον όρο ηλικίας τα 65 έτη. Κανείς δεν είχε άνοια στην αρχή της έρευνας. Αναιμία είχε το 6% των συμμετεχόντων. Οι ερευνητές τούς παρακολούθησαν για 12 χρόνια. Στο διάστημα αυτό 1.520 συμμετέχοντες εμφάνισαν άνοια, από τους οποίους οι 1.194 διαγνώστηκαν με Αλτσχάιμερ.


Πηγές: ΑΠΕ – ΜΠΕ, onmed.gr