Θέμης Σοφός: Ζητεί νέα γνωμοδότηση του ΔΣΑ για την υπόθεση Θάνου – Επιτροπής Ανταγωνισμού


Νέα γνωμοδότηση που να αφορά ειδικά την περίπτωση της Βασιλικής Θάνου η οποία όπως αναφέρει δεν έχει σχέση με την περίπτωση των 3 δικηγόρων μελών της Επιτροπής Ανταγωνισμού
που παύθηκαν των καθηκόντων τους, ζητεί ο αντιπρόεδρος του ΔΣΑ, Θέμης Σοφός.
Με άρθρο του στο dikastiko.gr ο γνωστός δικηγόρος αναφέρεται στην γνωμοδότηση του ΔΣΑ μιλώντας για «ιδιωτική Γνωμοδότηση Δ.Σ.Α. που επιδιώκει να δικαιώσει 3 μέλη της Επιτροπής Ανταγωνισμού, ενόσω εκκρεμεί αίτηση ακυρώσεως ενώπιον της Ολομέλειας του Συμβουλίου της Επικρατείας».
Παράλληλα ζητεί να εκδοθεί – εξαιτίας της σημαντικότητας της υπόθεσης- συμπληρωματική γνωμοδότηση και για την περίπτωση της κας Θάνου, για την οποία αναφέρει πως:
«Είναι νομικά απαράδεκτο και ηθικά αδιανόητο, πρώην Πρωθυπουργός ή πρώην νομικός σύμβουλος του Πρωθυπουργού να τοποθετείται Πρόεδρος της Επιτροπής Ανταγωνισμού, διότι παραβιάζεται ενδεχομένως η αρχή της διαφάνειας και ανεξαρτησίας της, κατά παράβαση των αρχών του κράτους δικαίου, της αρχής της διάκρισης των εξουσιών, της αναλογικότητας, της δικαιολογημένης εμπιστοσύνης των διοικούμενων στη διοίκηση που τους επέλεξε για να στελεχώσουν την Αρχή».
Αναλυτικά το άρθρο του κ. Σοφού* έχει ως εξής:
«Ο Δικηγορικός Σύλλογος Αθηνών παρείχε γνωμοδότηση (αρ.πρωτ. 627/2-9-2019) εκφράζοντας νομικές απόψεις, λαμβάνοντας υπόψιν ιδιωτική νομική γνώμη, και απαντά αποκλειστικά σε 3 συναδέλφους δικηγόρους (πρώην μέλη της Επιτροπής Ανταγωνισμού) και όχι στην πρ. Πρόεδρο της Επιτροπής Ανταγωνισμού.
Η ιδιωτική Γνωμοδότηση Δ.Σ.Α. επιδιώκει να δικαιώσει 3 μέλη της Επιτροπής Ανταγωνισμού, ενόσω εκκρεμεί αίτηση ακυρώσεως ενώπιον της Ολομέλειας του Συμβουλίου της Επικρατείας.
Αντιλαμβάνομαι το δεοντολογικό – συναδελφικό χαρακτήρα της γνωμοδότησης, αλλά η «υπόθεση Θάνου» είναι διαφορετική από αυτή των 3 δικηγόρων.
Η κ. Θάνου ορίσθηκε Πρόεδρος της Επιτροπής Ανταγωνισμού μετά τη θέσπιση της Κοινοτικής Οδηγίας (11/12/2018) του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Ευρωπαϊκού Συμβουλίου «για την παροχή αρμοδιοτήτων στις αρχές ανταγωνισμού των κρατών-μελών, ώστε να επιβάλλουν αποτελεσματικότερα τους κανόνες και για τη διασφάλιση της εύρυθμης λειτουργίας της εσωτερικής αγοράς».
Σύμφωνα με τη συγκεκριμένη οδηγία, «η εθνική νομοθεσία θα πρέπει εκ των προτέρων να ορίζει τους λόγους παύσης από την εθνική διοικητική αρχή ανταγωνισμού των προσώπων που λαμβάνουν αποφάσεις ασκώντας τις εξουσίες συγκεκριμένων άρθρων ώστε να αρθούν τυχόν εύλογες υπόνοιες όσον αφορά την αμεροληψία τους και τη θωράκισή τους έναντι εξωτερικών παραγόντων».
Παραθέτει, δε, τη σχετική νομολογία του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου με αφορμή τρεις ανάλογες υποθέσεις (Ευρωπαϊκή Επιτροπή κατά Αυστρίας/Γερμανίας/Ουγγαρίας).
Είναι σύμφωνο με το σκοπό του κανόνα που εισάγεται με την εν λόγω Κοινοτική Οδηγία (11/12/2018) του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Ευρωπαϊκού Συμβουλίου, ότι με τη θέσπιση ασυμβιβάστων που δεν υπήρχαν κατά τον χρόνο διορισμού των μελών αλλά εισήχθησαν κατά τη διάρκεια και πριν από τη λήξη της θητείας τους, προτού εξετασθεί εάν κλονίζεται de jure ή de facto η θεσμική ανεξαρτησία των ανεξάρτητων αρχών, πρέπει να ερευνηθεί εάν ο νομοθέτης θέλησε να προστατεύσει την ανεξαρτησία της Επιτροπής από την κρίση αυτών, στο πρόσωπο των οποίων συνέτρεξαν, άμεσα ή έμμεσα, θεσμικές ιδιότητες εξουσιών, που διακρίνονται με αυστηρή συνταγματική επιταγή, ώστε η παραμονή τους στη θέση αυτή να ακυρώνει κατ’ουσίαν τη φύση και το σκοπό της Κοινοτικής Οδηγίας (11/12/2018) του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Ευρωπαϊκού Συμβουλίου.
Για παράδειγμα, είναι νομικά απαράδεκτο και ηθικά αδιανόητο, πρώην Πρωθυπουργός ή πρώην νομικός σύμβουλος του Πρωθυπουργού να τοποθετείται Πρόεδρος της Επιτροπής Ανταγωνισμού, διότι παραβιάζεται ενδεχομένως η αρχή της διαφάνειας και ανεξαρτησίας της, κατά παράβαση των αρχών του κράτους δικαίου, της αρχής της διάκρισης των εξουσιών, της αναλογικότητας, της δικαιολογημένης εμπιστοσύνης των διοικούμενων στη διοίκηση που τους επέλεξε για να στελεχώσουν την Αρχή. Είναι αναγκαίο να ακολουθήσει συμπληρωματική γνωμοδότηση εν σχέσει με την πρώην Πρόεδρο της Επιτροπής Ανταγωνισμού, κυρίως και προεχόντως λόγω του μείζονος νομικού, πολιτικού και κοινωνικού ενδιαφέροντος, που έχει μια τέτοια υπόθεση. Υπενθυμίζεται επίσης, πως η κύρια εκδίκαση της αίτησης ακύρωσης της διαπιστωτικής πράξης με την οποία απομακρύνθηκαν από τη θέση τους τα (3 + 1) μέλη της Επιτροπής Ανταγωνισμού, έχει ορισθεί την 6 Δεκεμβρίου 2019 στην Ολομέλεια του ΣτΕ».
*Αντιπρόεδρος Δ.Σ.Α