«Πυρά» Βούτση σε κυβέρνηση για προσφυγικό και ασφάλεια


«Πυρά» προς την κυβέρνηση τόσο για το προσφυγικό όσο και τις πολιτικές που ακολουθεί σε θέματα ασφάλειας εξαπέλυσε ο τέως πρόεδρος της Βουλής Νίκος Βούτσης. Ο κ. Βούτσης με άρθρο του στην
εφημερίδα τα «ΝΕΑ» κάνει λόγο για προφανείς αντιφάσεις «μεταξύ των νησίδων πολιτικού φιλελευθερισμού σε σχέση με τον πυρήνα των παραδοσιακών δεξιών και ακροδεξιών αντιλήψεων που συνυπάρχουν» στο χώρο της Νέας Δημοκρατίας.
Συγκεκριμένα, ο βουλευτής του ΣΥΡΙΖΑ αναφέρεται στην αντιπαράθεση για τη Συμφωνία των Πρεσπών για την οποία όπως επισημαίνει «καταγράφηκε μια τυχοδιωκτική, ακροδεξιάς έμπνευσης, τακτικίστικη προεκλογική στάση και παρέμβαση της ΝΔ, ενώ αμέσως μετά τις 7 Ιουλίου ως κυβέρνηση προσχώρησε στην προφανή επιλογή για την εφαρμογή μιας εθνικά συμφέρουσας συμφωνίας που έκλεισε την πολύχρονη επώδυνη εκκρεμότητα.»
«Ανώμαλη προσγείωση στην πραγματικότητα» χαρακτηρίζει και τη διαχείριση του προσφυγικού-μεταναστευτικού προβλήματος. «Προσχωρώντας ανομολόγητα στις βασικές αρχές υπό το πρίσμα των οποίων διεθνώς αλλά και στο εσωτερικό της χώρας οι κυβερνήσεις του ΣΥΡΙΖΑ αντιμετώπισαν το ζήτημα, η κυβερνητική πολιτική επιχειρεί να απομακρυνθεί από την επικίνδυνη και διχαστική ρητορική για τις δήθεν “αριστερές ιδεοληψίες” και τη στρατηγική της “αποτροπής” που θα ακολουθούσε, ενώ βρίσκεται ήδη αντιμέτωπη με παράγοντες και δυνάμεις που είχαν επενδύσει και κερδοσκοπήσει πολιτικά σ’ αυτές τις αντιλήψεις.»
«Επ’ αυτού σημειώνω ως επικίνδυνη την αναζήτηση για συνεχώς συρρικνούμενες νομικές εγγυήσεις και διαδικασίες, που συνιστούν κατάφωρη παραβίαση των διεθνών συνθηκών.»
Ο κ. Βούτσης κάνει ακόμη λόγο για «πολιτική της “σιδηράς πυγμής” και της “μηδενικής ανοχής” που εφαρμόζεται για την αντιμετώπιση υπαρκτών και ανύπαρκτων προβλημάτων ασφάλειας και έκνομων ενεργειών, καθώς η διαχρονική εμμονική προπαγάνδα της κυβερνώσας παράταξης γι’ αυτά τα ζητήματα είχε φτάσει στα όρια της τρομολαγνίας και δημιουργίας φοβικών συνδρόμων στην κοινωνίας μας.»
Τέλος, ο πρώην πρόεδρος της Βουλής σημειώνει ότι διαμορφώνεται «η εικόνα μιας καθεστωτικής κομματικής αντίληψης με το μανδύα του “επιτελικού κράτους”».