Εγκατάλειψη βρέφους: Ο ιδιαίτερος συμβολισμός μίας θλιβερής είδησης

Mία είδηση, που μέσα στην τραγικότητά της κρύβει μία χαραμάδα φωτός, θα ήθελα να σχολιάσω με το σημερινό μου κείμενο. Ένας 19χρονος φοιτητής βρήκε νεογέννητο κοριτσάκι, τυλιγμένο σε
πετσέτα θαλάσσης, μέσα σε καρότσι σούπερ μάρκετ, στην είσοδο της πολυκατοικίας του. Ο λόγος του νεαρού, όπως αποτυπώθηκε από τις τηλεοπτικές κάμερες, είναι συγκινητικός και έχει έναν ιδιαίτερο συμβολισμό, καθώς ένας νέος άνθρωπος, με σχέδια και όνειρα, είναι ο πρώτος που αντικρίζει το μωρό -τη νέα ζωή. Μετά την εγκατάλειψη που έχει βιώσει αυτό το πλασματάκι από τη μητέρα του, η οποία, όπως αποκαλύφθηκε, είναι κι αυτή στην ίδια ηλικία, ο νεαρός φοιτητής το εντοπίζει και του δίνει ξανά ελπίδα και το δικαίωμα στη ζωή. Αυτό το γεγονός, σε συμβολικό επίπεδο, είναι ένα μήνυμα προς όλους μας, ότι η ζωή μπορεί να συνεχιστεί, με αλληλεγγύη, ευαισθησία, με ουσιαστικό ενδιαφέρον. Αυτή είναι η έννοια της «ανθρωπιάς».
Οι μη επιθυμητές εγκυμοσύνες στην εφηβεία ή σε πολύ νεαρές ηλικίες είναι ένα μείζον κοινωνικό θέμα, το οποίο πρέπει να μας απασχολήσει πολύ πιο συστηματικά. Το μάθημα της σεξουαλικής διαπαιδαγώγησης να ενταχθεί στο σχολικό πρόγραμμα, να υπάρξει ενημέρωση από τα ΜΜΕ και αναμφίβολα να αυξηθούν οι εκστρατείες, μέσω των οποίων θα ενημερώνεται η μητέρα που αδυνατεί να μεγαλώσει το παιδί της σε ποιους φορείς μπορεί να απευθύνεται, ποια είναι η στήριξη που μπορεί να λάβει στη διάρκεια της εγκυμοσύνης αλλά και μετά τον τοκετό -και πολλές ακόμα σημαντικές πτυχές του θέματος που βασανίζουν κάθε γυναίκα ή και ζευγάρια που έρχονται αντιμέτωπα με μία μη επιθυμητή εγκυμοσύνη. Η στήριξη από την Πολιτεία αλλά και οι παρεμβάσεις από την επιστημονική κοινότητα να είναι πιο ολοκληρωμένες και στοχευμένες στις πραγματικές ανάγκες των ατόμων, των ζευγαριών και των οικογενειών.   
“Στιγμιαία πιστεύω σταμάτησε να χτυπά η καρδιά μου.  Σοκαρίστηκα“, δηλώνει στις κάμερες ο φοιτητής και περιγράφει την εικόνα του μωρού που έχει χαραχτεί στην καρδιά του και τα έντονα συναισθήματα που του έχει δημιουργήσει. Η μητέρα του νεαρού κατεβαίνει στην είσοδο και παίρνει στην αγκαλιά της το νεογέννητο, το οποίο είναι πανέμορφο, φαίνεται φροντισμένο και ταϊσμένο. Το μωρό σταμάτα αμέσως το γοερό του κλάμα, αποδεικνύοντας -με τον πιο απλό και αληθινό τρόπο- την ανάγκη της κάθε ύπαρξης για θαλπωρή αλλά και τη σπουδαιότητα να ξεκινάς τη ζωή σε ένα προστατευμένο περιβάλλον, από το οποίο θα λάβεις αγάπη και ουσιαστικό ενδιαφέρον. 
“Αντιλήφθηκε ότι ήταν κάποιος δίπλα του και σταμάτησε αμέσως το κλάμα. Δεν υπήρχε αυτό“, τόνισε ο φοιτητής.  
Συνεπώς, το γεγονός ότι ανήλικοι που μεγαλώνουν σε δυσλειτουργικά περιβάλλοντα διατρέχουν, βάσει και των επιστημονικών μελετών, τον κίνδυνο να υιοθετήσουν πρώιμα αποκλίνουσες συμπεριφορές στο σχολείο, στη γειτονιά κ.λπ.,  πρέπει να μας απασχολήσει στη λογική του «ποια είναι η κοινωνική μέριμνα για τους ανήλικους που μεγαλώνουν χωρίς την καθοδήγηση και υποστήριξη των γονέων, ποια είναι τα μέτρα πρόληψης και έγκαιρης παρέμβασης για αυτά τα παιδιά που ζουν μία τελείως διαφορετική πραγματικότητα από τους συνομηλίκους τους, πολύ σκληρή και δύσκολη για να την διαχειριστεί ένας ανήλικος ο οποίος δεν έχει ούτε την εμπειρία της ηλικίας, ούτε τις γνώσεις, ούτε  τις κατάλληλες δεξιότητες για να διαχειριστεί αυτήν τη νοσηρή κατάσταση».
Η εγκατάλειψη στη βρεφική και παιδική ηλικία, αναμφίβολα, προκαλεί ψυχικά τραύματα και αφήνει πληγές που πρέπει να επουλωθούν για να μπορέσει το άτομο στην ενήλικη ζωή του να προχωρήσει χωρίς να αυτό-ενοχοποιείται και χωρίς να αναζητά απαντήσεις σε βασανιστικά «γιατί» που σε αρκετές περιπτώσεις δεν μπορούν να απαντηθούν, ιδίως εάν ο γονιός επιλέξει τη σιωπή.
Βάσει ερευνών, τρία σημαντικά θέματα απασχολούν και προβληματίζουν το άτομο που έχει βιώσει τη βρεφική ή παιδική εγκατάλειψη[1].  Πρώτον, η έλλειψη εμπιστοσύνης. Όταν ο γονέας/οι γονείς εγκαταλείψει/ εγκαταλείψουν το παιδί,  παραβιάζεται η πιο βασική ανθρώπινη ανάγκη,  η γονική στοργή και μεριμνά που χρειάζεται κάθε ανήλικος. Το γεγονός αυτό αποτελεί ένα ισχυρό πλήγμα και δύναται να κλονίσει την εμπιστοσύνη του ατόμου -και στην ενήλικη ζωή του- στις ανθρώπινες σχέσεις (οικογενειακές, φιλικές, επαγγελματικές κ.λπ.), με αποτέλεσμα να δυσκολεύεται να δημιουργήσει δυνατούς δεσμούς.
Δεύτερον, ενοχή και ντροπή. Το άτομο παλεύει με συναισθήματα ενοχής και ντροπής, ιδίως όταν δεν μπορεί να του δοθεί μία λογική εξήγηση που να το ικανοποιεί σχετικά με το γιατί εγκαταλείφθηκε από τον γονέα/τους γονείς, με συνέπεια να αισθάνεται το ίδιο υπεύθυνο για την εγκατάλειψη. Στο πλαίσιο μάλιστα μίας κοινωνίας που δεν έχει καταπολεμήσει τον στιγματισμό, σε πολλές περιπτώσεις τα παιδιά τα οποία έχουν εγκαταλειφθεί βιώνουν μία δευτερογενή θυματοποίηση από την ευρύτερη κοινωνία. Είναι τα παιδιά που η κοινωνία «τα δείχνει με το δάχτυλο», διαδραματίζοντας έναν αρνητικό ρόλο στην πορεία που ακολουθούν.
Τρίτον, έλλειψη αυτοεκτίμησης. Το άτομο δεν μπορεί να κατανοήσει και να απαντήσει στο καίριο ερώτημα “γιατί ο ίδιος του ο γονιός τον εγκατέλειψε”, με αποτέλεσμα να είναι βαθιά πληγωμένο και να αισθάνεται ότι δεν είναι “άξιο” να αγαπηθεί.  
Υπάρχει, όμως, και ένα άλλο πολύ σοβαρό ζήτημα που ήδη έχουμε αναλύσει σε άρθρα και αφορά τη συναισθηματική παραμέληση του ανήλικου από τον γονέα/τους γονείς (Childhood Emotional Neglect). Γονείς που είναι σωματικά παρόντες αλλά συναισθηματικά απόντες. Αδιάφοροι και απαθείς ως προς την κάλυψη των συναισθηματικών και ψυχολογικών αναγκών του παιδιού. Αυτή η παράμετρος του θέματος, σε μία κοινωνία που κλυδωνίζεται από ισχυρούς τριγμούς στις θεμελιώδεις δομές της, είναι εξίσου σοβαρή με την εγκατάλειψη, γιατί κάθε εγκατάλειψη δεν βιώνεται μόνο σωματικά αλλά πρωτίστως συναισθηματικά.
Πολύ μεγάλο θέμα, επίσης,  η ιδρυματοποίηση αυτών των παιδιών που ξαφνικά θα βρεθούν χωρίς οικογένεια και οι συνθήκες διαβίωσής τους. Αναγκαία, επομένως, η κοινωνική μέριμνα ώστε οι ανήλικοι που μεγαλώνουν σε ιδρυματικά περιβάλλοντα, να είναι απολύτως ασφαλείς και να καλύπτονται με τον καλύτερο δυνατό τρόπο οι συναισθηματικές και ψυχολογικές ανάγκες τους, καθώς και πρακτικά ζητήματα της καθημερινότητας που αφορούν το σχολείο,  τις ξένες γλώσσες, την κοινωνικοποίηση κ.λπ.  Εδώ ο ρόλος των εκπαιδευτικών είναι καθοριστικός, όπως και γενικότερα του εκπαιδευτικού συστήματος (γιατί πρέπει και το ίδιο το σύστημα να υποστηρίζει το εκπαιδευτικό έργο και να μην επαφίενται όλα στην καλή πρόθεση του κάθε εκπαιδευτικού) και σε ένα δεύτερο επίπεδο των γονέων των άλλων παιδιών που οφείλουν να κατανοήσουν το πόσο σκληρό είναι για ένα παιδί να μην έχει δίπλα του,  σε καμιά σχολική γιορτή ή άλλη σχολική εκδήλωση, σε κανένα σημαντικό γεγονός της ζωής του,  τους γονείς του.  Ως ενεργά μέλη της κοινωνίας έχουμε τη δύναμη να γίνουμε  μία αγκαλιά για τα παιδιά που μας έχουν ανάγκη κι ας μην μπορούμε ασφαλώς να υποκαταστήσουμε την αγάπη που λαμβάνει ένα παιδί από την οικογένειά του. 
Ασφαλώς στην υπό εξέταση υπόθεση, πρέπει να τονίσουμε και με αυτό θα ήθελα να κλείσω, ότι η μητέρα ευτυχώς δεν προέβη στο έγκλημα της παιδοκτονίας, δεν έφτασε στο ακραίο σημείο να αφαιρέσει τη ζωή του ίδιου της του παιδιού. Ένα δυνατό μήνυμα που είναι σημαντικό να περάσουμε: η μητέρα που αδυνατεί να μεγαλώσει το παιδί, να απευθύνεται στους αρμόδιους φορείς που θα αναλάβουν το βρέφος, ώστε να μην οδηγηθεί στο ειδεχθές έγκλημα της παιδοκτονίας στερώντας από το νεογέννητο το δικαίωμα στη ζωή. 

της Αγγελικής Καρδαρά.