1998: Τον σκότωσαν επειδή τον έλεγαν Βλαστό


Ο Μάρκος ήταν ο δεύτερος γιος της οικογένειας του ξυλουργού Αντώνη Βλαστού από τη Μεταμόρφωση. Ήταν το αποκούμπι του, το στερνό του στήριγμα, καθώς ο Κώστας είχε πέσει νεκρός
σε συμπλοκή με αστυνομικούς στην Καλλιθέα το Μάρτιο του 1998 και ο Παναγιώτης βρισκόταν πίσω από τα κάγκελα της φυλακής για ένα σωρό αδικήματα. Στην αστυνομική «ταινία» όπου πρωταγωνιστούσαν τα αδέλφια του, ο 31χρονος Μάρκος δεν κρατούσε ούτε καν το ρόλο του κομπάρσου. Δούλευε με τον πατέρα του, στο ξυλουργείο κάτω από το σπίτι τους και δεν είχε μπλεξίματα με την Αστυνομία. Όμως τον σκότωσαν επειδή τον έλεγαν Βλαστό…
Ο 66χρονος Αντώνης Βλαστός τα έχασε επιστρέφοντας εκείνο το βράδυ από ένα ταβερνάκι στη γειτονιά, όταν τους είδε όλους αναστατωμένους έξω από το σπίτι του. Αστυνομικοί, γνωστές φυσιογνωμίες από τις «περιπέτειες» του Κώστα και του Παναγιώτη, δημοσιογράφοι, κάμερες, περίεργοι και ένα λευκό σεντόνι να σκεπάζει ένα άψυχο σώμα στο πεζοδρόμιο. Δεν χρειάστηκε πολύ για να καταλάβει… Όρμησε μέσα στο σπίτι, πήρε ένα περίστροφο και βγήκε μαινόμενος!
«Bρώμικοι, είστε βρώμικοι!», φώναζε και έψαχνε κάπου να ξεσπάσει. Kάποιοι αστυνομικοί είχαν ήδη πιάσει τα όπλα τους, αλλά γρήγορα τα ξαναέβαλαν στη θήκη τους, καθώς οι συγγενείς έπεσαν πάνω στον τραγικό πατέρα για να τον ηρεμήσουν. «Όχι, Αντώνη, μην έχουμε κι άλλο αίμα», του είπαν. Εκείνος άφησε το πιστόλι και έκρυψε το πρόσωπό του με τα χέρια, κλαίγοντας με λυγμούς. «Mα τι κακό έκανα στη ζωή μου και έχει πέσει τέτοια κατάρα στο σπίτι μου;», αναρωτιόταν. Δύο παιδιά «γαζωμένα» από σφαίρες μέσα σε έξι μήνες και ένα στη φυλακή ήταν ασήκωτο φορτίο. Κανείς από τους αστυνομικούς δεν τόλμησε να τον συλλάβει. Σεβάστηκαν τον πόνο ενός ανθρώπου, που δεν θυμόταν από πότε είχε να χαμογελάσει στη ζωή του…
Ήταν 8 Σεπτεμβρίου 1998, λίγο πριν από τις 9 το βράδυ, όταν οι δολοφόνοι έστησαν καρτέρι στον Μάρκο Βλαστό, την ώρα που επέστρεφε στο σπίτι όπου έμενε με τους γονείς του, στην οδό Παύλου Μελά στη Μεταμόρφωση και τον εκτέλεσαν με επτά σφαίρες. Οι αξιωματικοί του τμήματος ανθρωποκτονιών μοιραία θα έψαχναν την άκρη του νήματος στα «μονοπάτια» που είχαν βαδίσει τα αδέλφια του. Αλλά ο Μάρκος ήταν έξω απ’ όλα αυτά.
Tο δράμα της οικογένειας του Aντώνη Bλαστού, που πέρασε τη ζωή του δουλεύοντας πότε εργάτης και πότε οδηγός, ανατρέφοντας τρεις γιους, άρχισε το 1994. Τότε που ο Κώστας και ο Παναγιώτης έμπλεξαν σ’ ένα διπλό έγκλημα. Είχαν χωθεί βαθιά μέσα στη νύχτα και την προστασία, όταν προσπάθησαν να επεκτείνουν τις «δουλειές» τους και στα δυτικά προάστια. Όμως εκεί έκαναν κουμάντο δύο άλλα αδέλφια, ο Μάκης και ο Κώστας Ναστούλης. Πήγαν στο νυχτερινό κέντρο “College” στη λεωφόρο Καβάλας στο Χαϊδάρι και κουβέντα στην κουβέντα «μίλησαν» τα όπλα.

Ο Μάκης Ναστούλης, συνιδιοκτήτης του μαγαζιού και ο πορτιέρης Δημήτρης Σίνος έπεσαν νεκροί, ενώ οι Βλαστοί τραυματίστηκαν ελαφρά. Συνελήφθησαν στο νοσοκομείο, καταδικάστηκαν σε κάθειρξη 15 ετών ο καθένας, αλλά μετά από 5νθήμερη άδεια που πήραν για να κάνουν Πρωτοχρονιά με τους δικούς τους, δεν επέστρεψαν στις φυλακές Κορυδαλλού την «αυγή» του 1998. Ο Κώστας έμελλε να μην γυρίσει ποτέ, καθώς σκοτώθηκε τρεις μήνες αργότερα από πυρά αστυνομικών στην Καλλιθέα, όπου τα δύο αδέλφια εντοπίστηκαν σε ένα «παπάκι» να περνούν με κόκκινο φανάρι, ενώ ο Παναγιώτης συνελήφθη στο κέντρο της Αθήνας, ενώ έπινε τον καφέ του απέναντι από τη Μητρόπολη.
Λίγες ημέρες πριν από το εξάμηνο μνημόσυνο του Κώστα, ο κυρ Αντώνης έπρεπε να κηδέψει και τον Μάρκο. Ήταν άραγε βεντέτα για τους φόνους Nαστούλη – Σίνου πριν από τέσσερα χρόνια; «Mάλλον όχι», είπαν οι αστυνομικοί, γιατί θα μπορούσαν να τον σκοτώσουν νωρίτερα, αφού ο Mάρκος ήταν πάντα εύκολος στόχος. Το πιθανότερο σενάριο ήταν να επρόκειτο για «μήνυμα» προς το φυλακισμένο αδελφό του, με αντικείμενο, πιθανότατα, οικονομικά συμφέροντα. Ο Παναγιώτης ποτέ δεν αναφέρθηκε στους φονιάδες του Μάρκου. Στην κηδεία του, πάντως, δεν τον άφησαν να πάει, επειδή εκφράστηκαν φόβοι και για τη δίκη του ζωή, αλλά και για πιθανή απόδρασή του. «Θα μετανιώσουν παιδί μου γι αυτό. Θα πληρώσουν», μονολογούσε ο κυρ Αντώνης στο νεκροταφείο, αφήνοντας να εννοηθεί ότι γνώριζε τους δολοφόνους. Ωστόσο οι άνδρες της Ασφάλειας συνάντησαν κλειστά στόματα ερευνώντας τη δολοφονία, που παρέμεινε ανεξιχνίαστη.