1998: “Εταιρία” απαγωγών στη βόρεια Ελλάδα

«Εταιρία απαγωγών» φιλοδοξούσαν να στήσουν στη βόρεια Ελλάδα τρεις Αλβανοί, αλλά αποδείχθηκαν «ερασιτέχνες» και έπεσαν στα χέρια της Αστυνομίας δύο ημέρες μετά την πρώτη
επίθεσή τους, με θύμα μια 17χρονη κοπέλα έξω από τη Θεσσαλονίκη. Οι δράστες δεν είχαν συγκεκριμένο στόχο, καθώς είχαν αποφασίσει να προχωρήσουν σε «τυφλή» απαγωγή, στη Γαλήνη Ωραιοκάστρου, όπου έστησαν την παγίδα τους. Έτυχε να πέσουν στην Ελεονόρα Σανιδά, η οποία επέστρεφε εκείνο το βράδυ στο σπίτι. Την εντόπισαν κοντά στη στάση του λεωφορείου και την έβαλαν στο στόχαστρο τους. Την πλησίασαν με το αυτοκίνητό τους, την ακινητοποίησαν, την έσυραν στο πίσω κάθισμα και απομακρύνθηκαν με ταχύτητα. Της κάλυψαν τα μάτια με πανιά και την οδήγησαν σε ένα μεγάλο φρεάτιο παλιού εγγειοβελτιωτικού έργου, στην περιοχή των κοιμητηρίων της Σίνδου.
Λίγες ώρες αργότερα οι απαγωγείς επικοινώνησαν με τον πατέρα της νεαρής κοπέλας από το κινητό της τηλέφωνο. «Έχουμε την Ελεονόρα και θέλουμε 100 εκατομμύρια δραχμές για να την αφήσουμε ελεύθερη. Θα μάθεις λεπτομέρειες σε επόμενο τηλεφώνημα, φρόντισε να μείνει μακριά η Αστυνομία», του είπαν. Εκείνος ειδοποίησε αμέσως τη Βουλγάρα μητέρα της Ελεονόρας, με την οποία έμενε η μικρή στο Ωραιόκαστρο από τότε που το ζευγάρι χώρισε. Μαζί αποφάσισαν να ενημερώσουν την Ασφάλεια. Τις συνομιλίες και τις διαπραγματεύσεις για την παράδοση των λύτρων ανέλαβαν δύο από τους απαγωγείς, ενώ ο τρίτος επιτηρούσε την Ελεονόρα, σημαδεύοντάς την συνεχώς με ένα πιστόλι. «Εάν οι δικοί σου δεν μας δώσουν τα χρήματα, θα σε σκοτώσουμε», της έλεγε κάθε τόσο και το 17χρονο κορίτσι ευχόταν να ξυπνήσει από τον εφιάλτη…

Την επόμενη ημέρα ο πατέρας της Ελεονόρας τους είπε ότι είχε συγκεντρώσει δύο εκατομμύρια δραχμές. Οι απαγωγείς πείστηκαν, όπως φάνηκε, ότι δεν είχε μεγαλύτερη οικονομική δυνατότητα και συμφώνησαν σε αυτό το ποσό. Οι αξιωματικοί της Ασφάλειας Θεσσαλονίκης, που στο μεταξύ παρακολουθούσαν τις τηλεφωνικές συνομιλίες μετά από άδεια που έδωσε ο εισαγγελέας, αντελήφθησαν ότι είχαν να κάνουν με «ερασιτέχνες» και προσπάθησαν να τους βάλουν στο «χέρι» από την πρώτη στιγμή, την ώρα της παράδοσης των λύτρων.
Το ραντεβού δόθηκε στις 11 τη νύχτα, στην παλιά εθνική οδό Θεσσαλονίκης – Βέροιας, στην περιοχή της γέφυρας του Αλιάκμονα. Ο πατέρας της κοπέλας άφησε τα χρήματα σε μια πλαστική σακούλα και απομακρύνθηκε. Οι αστυνομικοί που παρακολουθούσαν διακριτικά την περιοχή, προσπάθησαν να συλλάβουν τους δράστες, αλλά δεν ρίσκαραν. Όταν λίγη ώρα αργότερα η Ελεονόρα αφέθηκε ελεύθερη στην περιοχή Μυτιληνάκια, στην αερογέφυρα της Μενεμένης, άρχισαν και οι έρευνες για τον εντοπισμό τους.

Σύμφωνα με πληροφορίες που διέρρευσαν από την Ασφάλεια Θεσσαλονίκης, ένας ανθυπαστυνόμος αναγνώρισε τη φωνή ενός απ’ αυτούς κατά τη διάρκεια των τηλεφωνικών διαπραγματεύσεων και οδήγησε τους συναδέλφους του στα ίχνη τους, μόλις επτά ώρες από την απελευθέρωση της μικρής, το πρωί της 11ης Σεπτεμβρίου 1998. Ήδη από το προηγούμενο βράδυ ο διευθυντής της Ασφάλειας Αθανάσιος Δαλαμαγκίδης είχε αφήσει να εννοηθεί ότι ήταν θέμα χρόνου ο εντοπισμός και η σύλληψη τους.
Σε ένα στάβλο που δούλευαν συνελήφθησαν ο 40χρονος Λάμπρο Τόσι, πατέρας δύο παιδιών και ο 24χρονος Λουντοβίκ Ντέντα, ενώ ο τρίτος συνεργός τους Ναρντί Μαλάι, 24 χρόνων, κατάφερε να διαφύγει. Όπως διαπιστώθηκε, η απαγωγή έγινε με το αυτοκίνητο του Τόσι, ένα καινούργιο “Daewoo”, στο εσωτερικό του οποίου βρέθηκαν τρίχες από τα ξανθά μαλλιά της Ελεονόρας. Οι ίδιοι ομολόγησαν ότι μοιράστηκαν τα λύτρα, παίρνοντας ο καθένας από 665.000 δραχμές. Τα προσημειωμένα χαρτονομίσματα βρέθηκαν στην κατοχή των συλληφθέντων και κατασχέθηκαν. Και οι δύο καταδικάστηκαν σε κάθειρξη 13 ετών.
Μπορεί η σπείρα να τέθηκε εκτός «κυκλοφορίας», αλλά ο Λουντοβίκ Ντέντα θα συνέχιζε να απασχολεί τις διωκτικές αρχές. Δέκα και πλέον χρόνια αργότερα, και αφού στο μεταξύ είχε αποφυλακιστεί, συνελήφθη μετά από ανταλλαγή πυροβολισμών με αστυνομικούς, στον σιδηροδρομικό σταθμό Θεσσαλονίκης, για την απαγωγή του 59χρονου εμπόρου αυτοκινήτων Γιώργου Αϊβάζογλου.

Τα ίχνη του επιχειρηματία χάθηκαν στις 24 Οκτωβρίου 2008, όταν έφυγε με το αυτοκίνητό του από τα γραφεία της επιχείρησής του, αλλά δεν επέστρεψε στο σπίτι του στο Ωραιόκαστρο. Η σύζυγός του τον αναζήτησε το επόμενο πρωί στη μάντρα που διατηρούσε στη Μενεμένη, αλλά βρήκε την πόρτα ανοιχτή, ενώ το αυτοκίνητό του έλειπε. Δεν ενημέρωσε από την πρώτη στιγμή την Αστυνομία, ελπίζοντας ότι ίσως κάπου είχε μπλέξει και θα επέστρεφε, όμως δύο ημέρες αργότερα ο γιος του επιχειρηματία δέχθηκε ένα τηλεφώνημα στο κινητό του τηλέφωνο. Ήταν ένα ηχογραφημένο μήνυμα με τη φωνή του πατέρα του να δηλώνει ότι έχει πέσει θύμα απαγωγής: «Είμαι καλά, βρίσκομαι στο εξωτερικό. Συγκέντρωσε 400.000 ευρώ γιατί θα μου κάνουν κακό. Θα επικοινωνήσω εγώ μαζί σου».

Οι αστυνομικοί χαρακτήρισαν «περίεργη» την υπόθεση Αϊβάζογλου. Ένα μήνα νωρίτερα άγνωστοι είχαν βάλει φωτιά στο αυτοκίνητό του και είχαν πυροβολήσει έξω από το σπίτι του, ενώ σε βάρος του εκκρεμούσε και μια δικογραφία για τοκογλυφία. Τα λύτρα που ζητήθηκαν ήταν λίγα, καθώς σε ανάλογες υποθέσεις τα χρήματα που απαιτούνται είναι πολύ περισσότερα. Επιπλέον, στο ηχογραφημένο μήνυμα δεν αναφερόταν καμία πληροφορία για το πώς και πού θα παραδίδονταν τα λύτρα.
Τέσσερις ημέρες αργότερα, στις 2.30 τα ξημερώματα, ο Γιώργος Αϊβάζογλου εμφανίστηκε στο Αστυνομικό Τμήμα Σταυρούπολης. Αφού… συστήθηκε, πήρε τηλέφωνο στο σπίτι του, όπου είχαν ήδη εγκατασταθεί οι αστυνομικοί που χειρίζονταν την υπόθεση της εξαφάνισής του και άρχισε να εξιστορεί την περιπέτειά του. Είπε ότι τον απήγαγαν από την επιχείρησή του και αφού του έδεσαν τα μάτια, τον μετέφεραν σε κάποιο σπίτι σε απόσταση περίπου μισής ώρας. Οι απαγωγείς μιλούσαν σπαστά ελληνικά, ενώ ο ίδιος δεν είδε τα πρόσωπά τους, καθώς τις ελάχιστες φορές που μπήκαν στο δωμάτιο όπου τον κρατούσαν, φορούσαν κουκούλες.

Για τους αξιωματικούς της Ασφάλειας Θεσσαλονίκης τα ερωτήματα μετά την απελευθέρωση του 59χρονου εμπόρου έγιναν περισσότερα από τις απαντήσεις. Ο ίδιος είπε ότι έδωσε στους δράστες 13.000 ευρώ που είχε στην επιχείρηση την ώρα της απαγωγής και κατάφερε να τους πείσει να τον αφήσουν ελεύθερο στην περιοχή των Συκεών, όπου σταμάτησε ένα διερχόμενο αυτοκίνητο.
Από το κινητό τηλέφωνο που χρησιμοποίησαν οι απαγωγείς στις συνδιαλέξεις με τον γιο του επιχειρηματία, το οποίο πούλησαν σε έναν συμπατριώτη τους, οι αστυνομικοί κατάφεραν τρεις μήνες αργότερα να εξιχνιάσουν την υπόθεση, συλλαμβάνοντας τον παλιό «γνώριμο» Λουντοβίκ Ντέντα και τον 29χρονο συνεργό του. Ο «εγκέφαλος» της απαγωγής αρνήθηκε την εμπλοκή του, σε αντίθεση με το νεαρό συμπατριώτη του, ο οποίος ομολόγησε ότι θα έστελναν τα χρήματα σε συγγενικό τους πρόσωπο στην Αλβανία, που αντιμετώπιζε σοβαρό πρόβλημα. Όταν κατά τη διάρκεια της απαγωγής ενημερώθηκαν ότι το πρόβλημα είχε λυθεί, συμφώνησαν να απελευθερώσουν τον επιχειρηματία.
Ερευνώντας τυχόν εμπλοκή του Ντέντα και σε άλλες «δουλειές», η Ασφάλεια Θεσσαλονίκης διαπίστωσε ότι κρυβόταν και πίσω από μια ληστεία μετά φόνου, τον Ιανουάριο του 2009, σε πρατήριο καυσίμων στο Ωραιόκαστρο. Σκότωσε εν ψυχρώ τον Αλβανό υπάλληλο, όταν εκείνος αρνήθηκε να του δώσει τις εισπράξεις. Οι δύο απαγωγείς καταδικάστηκαν σε ποινές κάθειρξης 36 και 26 ετών. Στις 17 Μαΐου 2016 ο Λουντοβίκ Ντέντα απέδρασε από το Τμήμα Μεταγωγών Θεσσαλονίκης, λιμάροντας το κάγκελο του κρατητηρίου, μαζί με έναν 33χρονο συμπατριώτη του, ο οποίος είχε καταδικαστεί για υπόθεση ναρκωτικών. Και οι δύο εντοπίστηκαν τρεις μήνες αργότερα στην Αλβανία και συνελήφθησαν.
Νίκος Τσέφλιος
https://astinomiko.gr