1998: Θρίλερ σε ζωντανή σύνδεση


Ήταν μια καθαρή ήττα για την Αστυνομία η “συνάντηση” με τον Σορίν Ματέι, εκείνο το μεσημέρι στη Λυκόβρυση. Και το τίμημα της “ρεβάνς”, που θέλησε να πάρει στην οδό Νιόβης 18 ημέρες
αργότερα, πολύ βαρύ… Μια 25χρονη κοπέλα που έχασε άδικα τη ζωή της ενώ ονειρευόταν το γάμο της, ένας Ελληνορουμάνος κακοποιός που είχε την ίδια τύχη στο νοσοκομείο των φυλακών Κορυδαλλού και μια ιεραρχία τραυματισμένη εντός και εκτός εισαγωγικών, ήταν το αποτέλεσμα του θρίλερ που παίχτηκε σε ζωντανή σύνδεση.
“Eίναι δύσκολο για τα κράτη να αντιμετωπίσουν το οργανωμένο έγκλημα, που ξεκίνησε και διευρύνεται από το άνοιγμα των συνόρων”, είπε στις 5 Σεπτεμβρίου 1998 από τη Διεθνή Έκθεση Θεσσαλονίκης ο υπουργός Δημόσιας Τάξης Γιώργος Pωμαίος. Λίγο αργότερα τα λόγια του αποδεικνύονταν προφητικά, καθώς ο Σορίν Ματέι θα αναστάτωνε σχεδόν το σύνολο της αστυνομικής δύναμης της πρωτεύουσας.
Όλα ξεκίνησαν τα ξημερώματα εκείνης της ημέρας στην Eρέτρια Eύβοιας, όταν ο 43χρονος εστιάτορας Κώστας Βαλκάνος έγινε στόχος δύο ληστών, την ώρα που επέστρεφε στο σπίτι του. Οι δράστες τον πυροβόλησαν τρεις φορές στα πόδια, αλλά δεν κατάφεραν να του πάρουν το τσαντάκι με τις εισπράξεις και τράπηκαν σε φυγή.
Οι αστυνομικοί της Ασφάλειας Χαλκίδας που ανέλαβαν την υπόθεση συνέλαβαν το πρωί έναν απ’ αυτούς, τον Παναγιώτη Xαλεπά. Aνακρινόμενος, είπε ότι ο συνεργός του ήταν ένας “Bαγγέλης” που έμενε κάπου στην οδό Φυλής. Διεύθυνση δεν είχε, μόνο το τηλέφωνό του. Οι αστυνομικοί, με “δόλωμα” τον συλληφθέντα συνεργό του, μίλησαν μαζί του και ξεκίνησαν για την Αθήνα, χωρίς να ξέρουν με ποιον είχαν να κάνουν.
Ο Ματέι κατάλαβε την «παγίδα» και τους αιφνιδίασε, απασφαλίζοντας μια χειροβομβίδα στη διασταύρωση των οδών Θήρας και Αχαρνών. Προσπάθησε να πάρει όμηρο μια διερχόμενη μάνα με τα δύο παιδιά της και τότε ο 35χρονος αστυφύλακας Θανάσης Kρυσταλόγιαννης προσφέρθηκε να γίνει ο ίδιος όμηρός του, ώστε να τους αφήσει ελεύθερους. Με αστραπιαίες κινήσεις ο 26χρονος κακοποιός σταμάτησε ένα μικρό μαύρο “Lancia”, κάθισε στη θέση του συνοδηγού και ταυτόχρονα υποχρέωσε τον αστυφύλακα να πάρει το τιμόνι. Το αυτοκίνητο ξεκίνησε με κατεύθυνση τα Άνω Πατήσια και στη συνέχεια την εθνική οδό. Tα περιπολικά ακολούθησαν μέχρι να πάρουν εντολές. Το “Lancia” εγκλωβίστηκε στο δρόμο που οδηγεί στην είσοδο του εργοστασίου βιολογικού καθαρισμού λυμάτων στη Λυκόβρυση και σταμάτησε εκεί.

Η περιοχή αποκλείστηκε από ισχυρές αστυνομικές δυνάμεις. Λίγο αργότερα έφτασαν και οι ψυχολόγοι. “Να παραγγείλετε δύο φέρετρα”, απάντησε όταν του φώναξαν από μακριά ότι δεν υπήρχε περίπτωση να ξεφύγει! Μετά μιλούσε ακατάληπτα για μάγισσες και πανσελήνους. Το θρίλερ συνεχιζόταν με διαπραγματεύσεις χωρίς αποτέλεσμα, ώσπου έπεσε το σκοτάδι. Tελικώς, γύρω στις 10 το βράδυ, σχεδόν εννιά ώρες μετά την αποτυχημένη επιχείρηση στην Αχαρνών, και αφού δύο ελεύθεροι σκοπευτές δεν πήραν ποτέ εντολή να τον εξουδετερώσουν, οι επικεφαλής της επιχείρησης αποφάσισαν να του ανοίξουν δρόμο διαφυγής. Απειλώντας ότι θα σκοτώσει τον αστυνομικό εάν τους ακολουθούσαν οι συνάδελφοί του, μπήκε στο “Lancia”, που απομακρύνθηκε με ταχύτητα. Περίπου μία ώρα μετά τα μεσάνυχτα, ο Σορίν Mατέι αποφάσισε να αφήσει ελεύθερο τον αστυνομικό στον Πειραιά. «Θα φύγω με ταξί», του είπε, «αλλά μην τολμήσεις να γυρίσεις το κεφάλι».

Όταν στις 23 Σεπτεμβρίου έφτασε στην Ασφάλεια η πληροφορία ότι ο Ματέι κρυβόταν στο διαμέρισμα φίλης του, στην οδό Νιόβης 4 στην ίδια περιοχή απ’ όπου είχε διαφύγει με τον αστυφύλακα – όμηρο, σήμανε συναγερμός! Για τους αστυνομικούς ήταν θέμα τιμής να εντοπίσουν και να συλλάβουν το νεαρό δραπέτη, ο οποίος είχε διαφύγει από κλοιό δεκάδων συναδέλφων τους, καταφέρνοντας ισχυρό πλήγμα στο γόητρο του Σώματος.

Οι αστυνομικοί ενημέρωσαν τον εισαγγελέα και σχεδίασαν την τελική επιχείρηση, που θα γινόταν με έφοδο ανδρών της ΕΚΑΜ στο υπόγειο διαμέρισμα. Αφού βεβαιώθηκαν ότι ο 25χρονος καταζητούμενος ήταν εκεί, επιχείρησαν να εισβάλουν, έχοντας την υποστήριξη από δεκάδες άλλους που είχαν ακροβολιστεί τόσο μέσα στην πολυκατοικία, όσο και έξω, καλύπτοντας όλο το οικοδομικό τετράγωνο.

Όμως έχασαν το πλεονέκτημα του αιφνιδιασμού, καλώντας τον να παραδοθεί και όταν έσπασαν την πόρτα, ο Σορίν Ματέι ήταν έτοιμος για «μάχη» σώμα με σώμα. Ο δραπέτης κατάφερε να ξεφύγει, εξουδετερώνοντας τους αστυνομικούς, να βγει στο φωταγωγό και από εκεί να σκαρφαλώσει σαν αίλουρος και να μπει στο διαμέρισμα της 58χρονης Σουλτάνας Γκινάκη στον πρώτο όροφο. Εκείνη την ώρα η κόρη της, η 25χρονη Αμαλία και ο 34χρονος αρραβωνιαστικός της Αποστόλης Μακρινός έψαχναν στα περιοδικά τα καταστήματα για το τραπέζι του γάμου τους, που θα γινόταν σε τρεις μήνες. Μαζί τους ήταν και ο αδελφός της Αμαλίας, ο 24χρονος Βαγγέλης. Τους απείλησε με την χειροβομβίδα και τους ανάγκασε να βγάλουν τα πόμολα από τις πόρτες. Στη συνέχεια δέθηκε μαζί τους με σκοινί, για να μην μπορούν να κινηθούν μέσα στο διαμέρισμα. Βγήκε στο μπαλκόνι και άρχισε να φωνάζει στους αστυνομικούς: “Κρατάω τέσσερις ομήρους. Σας προειδοποιώ, έχω βγάλει την περόνη της χειροβομβίδας, προσέξτε καλά”!

Κι ενώ οι επικεφαλής άλλαζαν επιχειρησιακό σχέδιο, είδαν λίγο μετά τις 7 το απόγευμα στον τηλεοπτικό Σκάι το Σορίν Ματέι να συνομιλεί με τον κεντρικό παρουσιαστή Νίκο Ευαγγελάτο. Φαινόταν αποφασισμένος για όλα. “Ένα λάθος να κάνετε, να μπείτε, να σπάσετε καμιά πόρτα, ή αν ακούσω ότι μπαίνετε από κανένα παράθυρο, αν σας δω δίπλα μου, τελείωσε. Θα την αφήσω. Καθίστε καλά, έχω τέσσερις ανθρώπους εδώ. Αυτοί σας πληρώνουν για να φοράτε τη στολή. Μια λάμψη θα δείτε, τίποτε άλλο. Και κάνα κουτάλι για να μας μαζεύετε”, είπε στον αέρα.

Στο Φάληρο έφτασε ο β’ υπαρχηγός Γιώργος Πλάκας και εγκαταστάθηκε δίπλα στον διευθυντή ειδήσεων Σταμάτη Μαλέλη. Ο Ματέι, ο οποίος, όπως είπε, είχε κάνει χρήση ηρωίνης λίγο πριν από την επέμβαση των αστυνομικών στο υπόγειο, ζήτησε αμφεταμίνη για να συνέλθει, 500.000 δραχμές, ένα γεμάτο πιστόλι και ένα αυτοκίνητο για να φύγει μόνο με την Αμαλία και τον Αποστόλη, αφήνοντας ελεύθερους τους άλλους δύο ομήρους. Στις υποσχέσεις του αρχηγού Αθανάσιου Βασιλόπουλου ότι δεν θα τον πείραζε κανείς εάν απελευθέρωνε όλους τους ομήρους, ήταν αρνητικός. Μόνο όταν του πήγαν τα φάρμακα άφησε ελεύθερο τον Βαγγέλη Γκινάκη.

Στις 11 τη νύχτα οι αστυνομικοί είχαν πειστεί ότι η χειροβομβίδα του 26χρονου δραπέτη ήταν ψεύτικη και αποφάσισαν να κάνουν έφοδο, εισβάλλοντας στο διαμέρισμα. Την ώρα που απομάκρυναν από τα χέρια του την Σουλτάνα Γκινάκη και τον Μακρινό, ο Ματέι τράβηξε κοντά του την Αμαλία και έβαλε τη χειροβομβίδα μέσα στο σορτσάκι που φορούσε. Οι αστυνομικοί έπεσαν πάνω του, νομίζοντας ότι την κρατούσε ακόμη, τον ακινητοποίησαν και έσυραν την Αμαλία προς τα έξω. Εκείνη τη στιγμή έγινε η έκρηξη, που τραυμάτισε βαρύτατα την 25χρονη κοπέλα, τον Ματέι και όσους αστυνομικούς βρίσκονταν στο διαμέρισμα και στον διάδρομο του πρώτου ορόφου.

Ακολούθησε πανδαιμόνιο. Είναι χαρακτηριστικό ότι τα ασθενοφόρα δεν μπορούσαν να πλησιάσουν στην οδό Νιόβης. Οι επικεφαλής της επιχείρησης είχαν δώσει εντολή να τοποθετηθούν «κλούβες» κάθετα στη συμβολή της με την Αχαρνών. Κι αυτό γιατί δεν ήθελαν να υπάρχει οπτική επαφή του διαμερίσματος από τις κάμερες και να ενημερώνεται ο Ματέι για την εξέλιξη της επιχείρησης.

Ο 26χρονος κακοποιός εισήχθη στον «Ερυθρό Σταυρό» σε σοβαρή κατάσταση, αλλά διατηρούσε τις αισθήσεις του. Την ίδια ώρα οι γιατροί έδιναν μάχη για να κρατήσουν στη ζωή την Αμαλία Γκινάκη. Στο 401 στρατιωτικό νοσοκομείο είχαν μεταφερθεί ο αρχηγός της EΛ.AΣ. Aθανάσιος Bασιλόπουλος με τραύματα στο πρόσωπο και ρήξη αριστερού τυμπάνου, ενώ ο οδηγός του Γιώργος Παλιούρας χειρουργήθηκε για να του αφαιρεθούν τα θραύσματα στην κοιλιά, καθώς το αριστερό του πόδι είχε ακρωτηριαστεί από το γόνατο. Ο υπαρχηγός Γιάννης Γεωργακόπουλος είχε τραύματα στο αριστερό μάτι, ενώ ο υπαστυνόμος Nίκος Mαρκόπουλος του τμήματος ανθρωποκτονιών είχε τραυματιστεί στην κοιλιά και στα πόδια. Ο προϊστάμενός του, Βασίλης Τσιατούρας ήταν πιο ελαφρά τραυματισμένος. «Eίδα τους σπινθήρες του μοχλού οπλίσεως της χειροβομβίδας να ξεπετάγονται από τη λεκάνη της κοπέλας. Mοιάζει σαν τα μικρά πυροτεχνήματα που βάζουν στις τούρτες. Φώναξα “όπλισε η χειροβομβίδα’”, αλλά αμφιβάλλω εάν με άκουσε κανείς μέσα στο χαμό. Δευτερόλεπτα μετά ανατιναχτήκαμε», περιέγραψε ο ίδιος.

Ενδεικτική του πανικού που επικράτησε εκείνο το βράδυ ήταν η έκτακτη συνέντευξη τύπου, μετά τα μεσάνυχτα, του γενικού γραμματέα του υπουργείου Δημόσιας Τάξης Γιάννη Παπαδογιαννάκη, ο οποίος δεν είχε να πει τίποτα επί της ουσίας και επιφυλάχθηκε να απαντήσει στις ερωτήσεις την επόμενη ημέρα. Τόνισε ότι οι αστυνομικές δυνάμεις εκτίμησαν πως η χειροβομβίδα ήταν ψεύτικη, καθώς μία περόνη βρέθηκε πεταμένη στον ακάλυπτο χώρο της πολυκατοικίας και θεώρησε ως ιδιαιτέρως σημαντικό στοιχείο, ψάχνοντας ίσως άλλοθι, το γεγονός ότι μεταξύ των τραυματιών βρίσκονταν και ηγετικά στελέχη της Aστυνομίας.
Την ίδια ώρα στο 401 Στρατιωτικό Νοσοκομείο ο υπουργός Δικαιοσύνης Eυάγγελος Γιαννόπουλος έκανε τις πρώτες δηλώσεις από την πλευρά της κυβέρνησης μόνο για την κατάσταση των τραυματιών, αποφεύγοντας τα σχόλια για την αποτυχημένη επιχείρηση. Eπιστρέφοντας από τις Bρυξέλλες ο υπουργός Δημόσιας Tάξης Γιώργος Pωμαίος υπέβαλε την παραίτησή του στον πρωθυπουργό Kώστα Σημίτη για λόγους πολιτικής ευθιξίας, όπως και ο γενικός γραμματέας Γιάννης Παπαδογιαννάκης. Οι παραιτήσεις όμως δεν έγιναν αποδεκτές. Αντίθετα έγινε δεκτή του αρχηγού, ενώ ο Αττικάρχης και ο διευθυντής Ασφαλείας απομακρύνθηκαν από τις θέσεις τους.

Ο Σορίν Ματέι μεταφέρθηκε τελικώς στο νοσοκομείο των φυλακών Κορυδαλλού, όπου τρεις ημέρες αργότερα βρέθηκε νεκρός από τον γιατρό υπηρεσίας Γιάννη Κούτρα και τον εισαγγελέα επόπτη των φυλακών Παναγιώτη Ματαγκιοζίδη. Ο ιατροδικαστής Μάριος Ματσάκης που όρισε η οικογένειά του, κατέληξε στο συμπέρασμα ότι ο θάνατός του επήλθε συνεπεία πνιγμού, λόγω εισρόφησης γαστρικού περιεχομένου, σε συνδυασμό με την παρατεταμένη καταστολή. Ο συνάδελφός του, Bύρων Kανάκης, όταν ρωτήθηκε εάν μπορούσε να αποφευχθεί το τέλος αυτό, ήταν κατηγορηματικός: «Δεν μπορούμε να το ξέρουμε. Tα φάρμακα που είχαν χορηγηθεί, σε συνδυασμό με τις κακώσεις της κεφαλής και του λαιμού, του προκάλεσαν εμετό. Δεν μπορούσε να προβλεφθεί αυτό».
Στις 9 Οκτωβρίου 1998 η Αμαλία Γκινάκη έχασε τη μάχη στη μονάδα εντατικής θεραπείας του «Ερυθρού Σταυρού». Ο μόνος που παραπέμφθηκε στη δικαιοσύνη, κατηγορούμενος για την τραγική κατάληξη της επιχείρησης, ήταν ο αντιστράτηγος Αθανάσιος Βασιλόπουλος. Και μάλιστα κατόπιν έφεσης της οικογένειας της Αμαλίας στο αθωωτικό βούλευμα που είχε εκδοθεί στο μεταξύ. Το δικαστήριο τον καταδίκασε σε φυλάκιση 12 μηνών με αναστολή, αλλά σε δεύτερο βαθμό αθωώθηκε. Ο μόνος που έφταιγε για το μακελειό ήταν ο κακός χαρακτήρας του Σορίν Ματέι…

Γεννημένος στη Ρουμανία το 1972, ο Ματέι απέκτησε και την ελληνική υπηκοότητα, όταν η μητέρα του, Ζένιτσα, η οποία είχε άλλα δύο παιδιά από τον πρώτο της γάμο, που σκοτώθηκαν σε δυστυχήματα, παντρεύτηκε για δεύτερη φορά με Έλληνα και εγκαταστάθηκε στους Αγίους Αναργύρους. Όσο μεγάλωνε, τόσο βουτούσε στην παρανομία, απασχολώντας πρώτα το τμήμα ανηλίκων και αργότερα όλη την Αστυνομία.
Στα 15 του «έκλεψε» μια συνομήλικη του, με αποτέλεσμα να συλληφθεί και να οδηγηθεί στις φυλακές της Κασσαβέτειας και στα 23 έκανε την πρώτη του απόδραση από τις τουαλέτες των δικαστηρίων στην οδό Ευελπίδων, όπου επρόκειτο να δικαστεί για ληστείες και απόπειρα ανθρωποκτονίας. Στις 10 Μαρτίου 1996 ήταν ανάμεσα στους 44 κρατούμενους, που απέδρασαν από τις φυλακές της Κέρκυρας σκάβοντας υπόγειο τούνελ, αλλά συνελήφθη λίγες ημέρες αργότερα στο διπλανό σχολείο όπου είχε «λουφάξει».
Η τρίτη του απόδραση έγινε από το Γενικό Κρατικό Νοσοκομείο Αθηνών, όπου είχε μεταφερθεί για εξετάσεις. Μετά την τυχαία σύλληψη του στο κέντρο της Αθήνας, απέδρασε και πάλι από τις φυλακές της Λάρισας, τον Ιανουάριο του 1997, όταν άρπαξε το όπλο ειδικού φρουρού και το αυτοκίνητο διερχόμενου οδηγού! Ο Ελληνορουμάνος συνελήφθη και πάλι σε μπλόκο κι ενώ είχε αποφασιστεί η μεταφορά του στις φυλακές Aγίου Στεφάνου, «πέταξε» για μια ακόμη φορά από τον πρώτο όροφο του Tμήματος Mεταγωγών Πατρών. Η έκτη απόδρασή του θα ήταν από τη ζωή…
Νίκος Τσέφλιος
https://astinomiko.gr