1981: Τρόμος από τον “δράκο της Δράμας”


Ο Κυριάκος Παπαχρόνης, o έφεδρος ανθυπολοχαγός με το αγγελικό πρόσωπο, έγινε γνωστός στις αρχές της δεκαετίας του ‘80 ως «ο δράκος της Δράμας». Η υπόθεσή του δεν απασχόλησε μόνο
αστυνομικούς και δικαστές, αλλά έγινε και αντικείμενο μελέτης από τους επιστήμονες, αφού, παρά τα άγρια εγκλήματά του, λατρεύτηκε από δεκάδες κορίτσια, από τα οποία έπαιρνε γράμματα ενώ βρισκόταν στις φυλακές. Κάποια από τα κορίτσια αυτά, μάλιστα, υποστήριξαν ότι ο Παπαχρόνης «τα έκανε όλα αυτά γιατί ο ίδιος υπήρξε θύμα της κοινωνίας»!
«Τρελαινόμουν όταν άκουγα τον ήχο από γυναικεία τακούνια. Με ερέθιζε και έχανα τον έλεγχο», θα πει ο ίδιος λίγο μετά τη σύλληψή του, το Δεκέμβριο του 1982. Στην εφηβεία του είχε μια εμπειρία που τον σημάδεψε και του προκάλεσε μίσος για τις γυναίκες. Μαζί με φίλους τους επισκέφτηκε έναν οίκο ανοχής, αλλά η κοπέλα προσέβαλε τον ανδρισμό του. Από εκείνη την ημέρα γεννήθηκε μέσα του η ιδέα της εκδίκησης.
Γιος εστιάτορα από την Ξάνθη, ο Κυριάκος Παπαχρόνης ασχολήθηκε από μικρός με τις πολεμικές τέχνες και την πάλη και ήταν πολύ γυμνασμένος. Ως αργυρός πανελληνιονίκης στο δέκαθλο προσπάθησε να περάσει στη Γυμναστική Ακαδημία, αλλά οι βαθμοί του δεν ήταν υψηλοί. Πριν καταταγεί στο Στρατό, δούλεψε ως υπάλληλος υποδοχής σε ξενοδοχείο της Αθήνας, όπου κατέβηκε τελειώνοντας το γυμνάσιο. Στην 5η μοίρα των ΛΟΚ της Δράμας, όπου υπηρέτησε τη θητεία του, ήταν το καμάρι της μονάδας.

Τις πρώτες πρωινές ώρες της 6ης Σεπτεμβρίου 1981 ο Κυριάκος Παπαχρόνης σκότωσε στη Δράμα την 47χρονη ιερόδουλη Γραμμένη Θεοχαρίδου. Λίγες ώρες πριν, είχε πάει στον κινηματογράφο για να δει μια ταινία σεξ και φεύγοντας την είχε «επισκεφτεί» στον οίκο ανοχής, λίγα μετρά μακριά από το στρατόπεδο όπου υπηρετούσε. «Άντε, τελείωνε», του είπε κάποια στιγμή η γυναίκα κι εκείνος έφυγε θυμωμένος. Θυμήθηκε την πρώτη τραυματική εμπειρία στην Ξάνθη και ο θυμός έγινε μίσος…
Επέστρεψε στο σπίτι του, πήρε ένα μαχαίρι, που είχε προμηθευτεί από την Κρήτη όταν ήταν εκπαιδευόμενος καταδρομέας και κατευθύνθηκε προς τον οίκο ανοχής. Η 47χρονη γυναίκα είχε σβήσει πλέον το κόκκινο φως και ξεκουραζόταν βλέποντας τηλεόραση. Ο Παπαχρόνης εισέβαλε στο σπίτι και εκείνη πανικόβλητη έβαλε τις φωνές. Τότε την άρπαξε από το λαιμό και την άφησε στον τόπο με αλλεπάλληλες μαχαιριές. «Την χτύπησα για να πονέσει, όπως πόνεσα κι εγώ, με πλήγωσε ψυχολογικά», θα πει αργότερα στην απολογία του στον στρατιωτικό ανακριτή…
Μεσολάβησαν τέσσερις επιθέσεις σε βάρος γυναικών στη Δράμα και την Ξάνθη, μέχρι που τον Δεκαπενταύγουστο του 1982 έκανε και δεύτερο φόνο, στους Αμπελόκηπους Θεσσαλονίκης. Θύμα ήταν η 20χρονη φοιτήτρια της Αρχιτεκτονικής Αναστασία Αλεξανδρίδου, την οποία, όπως είπε ο ίδιος, είχε γνωρίσει σ’ ένα χωριό της Δράμας και εκείνο το βράδυ την είδε τυχαία στην οδό Λαγκαδά. Μπήκε στο ίδιο λεωφορείο και προσπάθησε να την πλησιάσει, αλλά εκείνη του μίλησε άσχημα. Την ακολούθησε μέχρι το σπίτι της, στην οδό Φιλιππουπόλεως 123 και την σκότωσε με το ίδιο μαχαίρι. Την βίασε, την έσυρε μέχρι την πρασιά της πολυκατοικίας για να μην γίνει αντιληπτός από τους περαστικούς, πήρε όλα τα προσωπικά της αντικείμενα από την τσάντα της και τα ματωμένα της ρούχα και εξαφανίστηκε στο σκοτάδι.
Οι αρχές στη βόρεια Ελλάδα κάθονταν ήδη σε «αναμμένα κάρβουνα», καθώς σημειώθηκαν άλλες τέσσερις επιθέσεις με τον ίδιο τρόπο, που παρέπεμπαν στον «δράκο της Δράμας». Ο Κυριάκος Παπαχρόνης συνέχιζε να υπηρετεί τη θητεία του σαν να μην συμβαίνει τίποτα. Στις έρευνες για τον εντοπισμό του «δράκου» συμμετείχε και ο ίδιος, ως επικεφαλής, καθώς οι μαρτυρίες των θυμάτων έλεγαν ότι ο δράστης φορούσε στρατιωτική στολή!
Ωστόσο ο κύκλος των υπόπτων μειώθηκε μετά την τελευταία επίθεσή του, τη μοναδική που έγινε με το φως της ημέρας, στις 8 Δεκεμβρίου 1982, με θύμα μια 30χρονη καθαρίστρια στη Δράμα. Λόγω νυχτερινής άσκησης, υπήρχε διαταγή απαγόρευσης εξόδου από το στρατόπεδο και στην πόλη κυκλοφορούσαν μόνο αξιωματικοί. Ο Παπαχρόνης όχι μόνο άργησε μία ώρα να επιστρέψει στη μονάδα, αλλά δεν είχε και σαφείς απαντήσεις στις ερωτήσεις των αξιωματικών, που από εκείνη τη στιγμή τον έβαλαν στο «στόχαστρο». Η νευρικότητά του δεν πέρασε απαρατήρητη και λίγες ημέρες αργότερα ακολούθησε έρευνα στο σπίτι του, που αποκάλυψε μια συλλογή από μαχαίρια και έναν αναπτήρα που είχε αρπάξει από την φοιτήτρια Αναστασία Αλεξανδρίδου στους Αμπελόκηπους.

Ο 22χρονος έφεδρος ανθυπολοχαγός συνελήφθη στις 13 Δεκεμβρίου 1982 και παραπέμφθηκε στο Διαρκές Στρατοδικείο Καβάλας, καθώς το τελευταίο του θύμα τον αναγνώρισε ανεπιφύλακτα. Κατά τη διάρκεια της δίκης, που έγινε τον Ιούνιο του 1983 στα δικαστήρια της Θεσσαλονίκης, επικρατούσε το αδιαχώρητο, τόσο μέσα στην αίθουσα όσο και έξω από το κτίριο! Η ακροαματική διαδικασία ανέδειξε παράλληλα τον έντονο ναρκισσιστικό χαρακτήρα του Παπαχρόνη, ο οποίος ακούστηκε σε ανύποπτη στιγμή να λέει: «Δεν έχτιζα τόσα χρόνια αυτό το κορμί, για να το καταστρέψουν οι ψυχίατροι»!
Το δικαστήριο τον καταδίκασε δις εις θάνατον για τις ανθρωποκτονίες, κάθειρξη 20 ετών κατά συγχώνευση για επτά απόπειρες ανθρωποκτονίας και οκτώ απόπειρες βιασμού και δέκα χρόνια στέρηση των πολιτικών του δικαιωμάτων. Αμέσως μετά την εκφώνηση της απόφασης δήλωσε στους δημοσιογράφους: «Μετανιώνω γι αυτά που έκανα, αλλά τι βγαίνει; Είναι σαν να βρίσκομαι στημένος στα έξι μέτρα. Ευτυχώς που με ανακάλυψαν. Θα έκανα κι άλλες επιθέσεις. Τίποτα δεν μπορούσε να με συγκρατήσει και θα ήταν κρίμα».
Τα πρώτα χρόνια στη φυλακή ο Κυριάκος Παπαχρόνης προκαλούσε συνεχώς προβλήματα και μάλιστα πρωτοστάτησε στην εξέγερση των κρατουμένων στις φυλακές της Κέρκυρας. Με τα χρόνια άρχισε να «μαλακώνει» και να υιοθετεί διαφορετικό προφίλ. Διάβαζε, έψελνε και συμμετείχε στην οργάνωση του σχολείου δεύτερης ευκαιρίας στις φυλακές της Λάρισας. Ταυτόχρονα λάμβανε δεκάδες επιστολές από θαυμάστριές του!

Μετά από 21 χρόνια εγκλεισμού, αποφυλακίστηκε στις 8 Δεκεμβρίου 2004, με περιοριστικούς όρους. Ήταν υποχρεωμένος να εμφανίζεται δύο φορές το μήνα στο Αστυνομικό Τμήμα, ενώ του απαγορεύτηκε η διαμονή στις πόλεις όπου είχε δράσει, δηλαδή στη Θεσσαλονίκη, τη Δράμα και την Ξάνθη. Άφησε πίσω του μια λακωνική επιστολή, στην οποία ανέφερε: «Πριν 22 χρόνια, παρασυρόμενος από την ακρισία της ηλικίας και κυρίως από τις φαυλεπήβολες συναναστροφές μου, πουλήσαμε όλοι μας τις ψυχές μας στον Εωσφόρο -όπως ο Φάουστ- κι εγώ προσωπικά έχασα, λαμβάνοντας εξοντωτική ένδικη μισθαποδοσία. Hasta la vista, εν ευθέτω χρόνω». Σήμερα ζει στη Λάρισα μια διακριτική ζωή, φτιάχνοντας αγιογραφίες, μιλάει με λίγους και συναναστρέφεται ακόμη λιγότερους.

Νίκος Τσέφλιος