1975: Σφαίρες στους “ψιθύρους”


Επί δέκα χρόνια ο 45χρονος υπάλληλος του ΟΣΕ Γιώργος Αναζίκος υποπτευόταν ότι ο οικογενειακός φίλος, που μπαινόβγαινε συχνά στο σπίτι του, δεν πήγαινε για να βοηθάει τα
παιδιά του στο διάβασμα. Όταν άρχισε να ακούει ψιθύρους δεξιά και αριστερά για την ιδιαίτερη σχέση του με την σύζυγό του, Αθηνά, της έκανε «συστάσεις», αλλά εκείνη επέμενε ότι δεν συνέβαινε τίποτα. «Ο κόσμος δουλειά δεν έχει και δουλειά βρίσκει. Μην ακούς τι λέει η γειτονιά. Αντί να πούμε μια καλή κουβέντα για τον άνθρωπο, που έρχεται και διαβάζει τα παιδιά, θα τον βγάλουμε και σκάρτο;», του είπε. Αλλά και ο 29χρονος φίλος τους Δημήτρης Σίνδρος ήταν κατηγορηματικός: «Άδικα πιάνεις την Αθηνά στο στόμα σου, αφού ξέρεις ότι σ’ αγαπάει και φροντίζει το σπιτικό σας. Τα παιδιά σας τα διαβάζω γιατί τα βλέπω σαν τα μικρά αδέλφια μου». Όμως, όταν οι ψίθυροι άρχισαν να γίνονται «κραυγές», ο Αναζίκος τον προειδοποίησε ότι θα είχαν κακά ξεμπερδέματα. Και, πράγματι, είχαν…
Εκείνο το βράδυ ο 45χρονος υπάλληλος ξεκίνησε για άλλο ένα δύσκολο οκτάωρο ως νυχτερινός φύλακας στην ισόπεδη σιδηροδρομική διάβαση, στη συμβολή των οδών Κωνσταντινουπόλεως και Μαρωνείας στον Κολωνό. Η σύζυγός του δεν πρόσεξε ότι πριν φύγει από το σπίτι έβαλε στην τσέπη του ένα σουγιά και το παλιό περίστροφο που είχε κρυμμένο σ’ ένα ντουλάπι. Την καληνύχτισε και έφυγε για δουλειά.

Λίγο μετά τα μεσάνυχτα ο Γιώργος Αναζίκος κατέβασε τις μπάρες για να περάσει και το τελευταίο τρένο. Ήξερε ότι το επόμενο αργούσε πολύ. Τις ανέβασε και ξεκίνησε για το σπίτι του, λίγες εκατοντάδες μέτρα μακριά, στην οδό Βορείου Ηπείρου 30. Είχε μετακομίσει εκεί λίγους μήνες νωρίτερα, για να σταματήσει τις καθημερινές επισκέψεις του οικογενειακού φίλου. Όμως είχε ένα προαίσθημα ότι θα τον έβρισκε πάλι εκεί…
Φτάνοντας έξω από το παλιό ισόγειο σπίτι, έβγαλε τα παπούτσια του για να μην κάνει θόρυβο και άνοιξε σιγά – σιγά την πίσω πόρτα. Ανέβηκε στην ταράτσα και είδε την σύζυγό του στην αγκαλιά του Δημήτρη Σίνδρου στο ντιβάνι της αυλής. Η γυναίκα τον αντιλήφθηκε και όταν εκείνος κατέβηκε και μπήκε στο σπίτι, βρήκε τον 29χρονο μηχανικό να πλένεται στο μπάνιο. Χωρίς να πει κουβέντα έβγαλε το περίστροφο και τον πυροβόλησε τέσσερις φορές. Αμέσως έστρεψε το όπλο στη γυναίκα του, αλλά έπαθε εμπλοκή. Την χτύπησε με τη λαβή στο κεφάλι και με το σουγιά της έκοψε την καρωτίδα. Βγήκε ψύχραιμος από το σπίτι και μπήκε σε ένα ταξί με σκοπό να παραδοθεί. Όμως η γειτονιά ήταν ήδη στο «πόδι» και είχε ειδοποιήσει την Αστυνομία. Όταν ο δράστης είδε τα περιπολικά να φτάνουν, κατέβηκε και παραδόθηκε. Ξημέρωνε 2 Σεπτεμβρίου 1975.

«Δεν είμαι κακούργος, δεν έχω πειράξει κανέναν. Έκανα υπομονή για τα παιδιά, αλλά δεν άντεξα άλλο», ήταν τα πρώτα του λόγια στους αξιωματικούς του ΙΕ’ Αστυνομικού Τμήματος όπου οδηγήθηκε. Τα πιο τραγικά θύματα της ιστορίας ήταν οι δύο γιοι του ζευγαριού, ο 15χρονος Μπάμπης και ο 13χρονος Βασίλης. Όπως είπε ο δράστης, το ποτήρι ξεχείλισε όταν ο μεγάλος του γιος του αποκάλυψε τι γινόταν στο σπίτι, όταν εκείνος έλειπε στη δουλειά. «Κάποια στιγμή έπιασα τη γυναίκα μου και της είπα ορθά – κοφτά να τον διώξει. “Δεν τον διώχνω και κάνε ό,τι θέλεις”, μου είπε. “Πιάσε κι εσύ μια φιλεναδίτσα και πάψε συνέχεια να μου μιλάς γι’ αυτό το θέμα”. Έγινα θηρίο, δεν είχα άλλη υπομονή…».
Ο ιατροδικαστής Πάνος Γιαμαρέλλος μίλησε για τρία «τυφλά» τραύματα, ένα από τα οποία τρύπησε την καρδιά και επέφερε τον ακαριαίο θάνατο του 29χρονου μηχανοτεχνίτη και ένα διαμπερές στον αυχένα. Ο 45χρονος υπάλληλος του ΟΣΕ υποστήριξε ότι θόλωσε όταν τους είδε ξαπλωμένους στο ντιβάνι της αυλής. Την επόμενη ημέρα έγινε η αναπαράσταση του εγκλήματος. Έκπληκτος ο δράστης είδε τη γειτονιά γεμάτη κόσμο, που όχι μόνο δεν τον αποδοκίμασε, αλλά τον επευφημούσε με χειροκροτήματα!

Μετά την απολογία του στον ανακριτή ο Γιώργος Αναζίκος προφυλακίστηκε. Η δίκη του έγινε τον Αύγουστο του 1976 στο Μικτό Ορκωτό Δικαστήριο Πειραιά. «Τη σχέση της γυναίκας μου με τον Σίνδρο την ήξεραν όλοι, είχα γίνει δακτυλοδεικτούμενος», είπε στην απολογία του. «Ένας φίλος μού είπε να την χωρίσω, αλλά την αγαπούσα και δεν ήθελα τα παιδιά μου να χάσουν τη μάνα τους. Έκανα υπομονή με την ελπίδα ότι θα συνετιστεί και θα σκεφτεί την οικογένεια και τα παιδιά μας. Μέχρι που άλλαξα σπίτι για να τους απομακρύνω. Όμως συνέχιζαν τη σχέση τους». Στη συνέχεια περιέγραψε τη σκηνή του φόνου, λέγοντας ότι μόλις τους είδε αγκαλιασμένους στο ντιβάνι, του ανέβηκε το αίμα στο κεφάλι. Ο εισαγγελέας πρότεινε 15ετή κάθειρξη για κάθε φόνο και φυλάκιση ενός έτους για καθένα από τα αδικήματα της παράνομης κατοχής και χρήσης όπλου. Το δικαστήριο αναγνώρισε στον Γιώργο Αναζίκο το ελαφρυντικό του προτέρου εντίμου βίου και ότι τέλεσε την πράξη του λόγω της ανάρμοστης συμπεριφοράς των θυμάτων και τον καταδίκασε σε κάθειρξη 17 ετών και 8 μηνών.

Νίκος Τσέφλιος