Ποιές αλλαγές έρχονται στο Ασφαλιστικό - Του Δημήτρη Καραγιαννόπουλου


Σημαντικές αλλαγές σχεδιάζει η κυβέρνηση  στο Ασφαλιστικό σύστημα που θα αφορούν:
      α)τη μείωση των ασφαλιστικών εισφορών σε βάθος τετραετίας,

      β)την αύξηση των ποσοστών αναπλήρωσης για όσους έχουν πολλά χρόνια ασφάλισης
      γ)την αντικατάσταση της υποχρεωτικής ασφάλισης για επικουρική σύνταξη  και εφάπαξ στο ΕΤΕΑΕΠ, από επαγγελματικά ταμεία και ιδιωτικές ασφαλιστικές.
      δ) ψηφιακή και άμεση έκδοση των συντάξεων

Η μείωση των ασφαλιστικών εισφορών
Η κυβέρνηση  σύμφωνα με πληροφορίες  σχεδιάζει τη σταδιακή μείωση των ασφαλιστικών εισφορών κατά 5 ποσοστιαίες μονάδες σε βάθος τετραετίας αρχής γενομένης από το 2020.
Η μείωση των εισφορών αναμένεται να είναι ισόποση κάθε χρόνο (για εργοδότες  και εργαζομένους) κατά 1,25% το 2020, κατά 1,25% το 2021, κατά 1,25% το 2022 και τέλος κατά 1,25% το 2023.
Ως αποτέλεσμα των μειώσεων αυτών, οι κρατήσεις υπέρ του ΕΦΚΑ θα πέσουν στο 18,75% το 2020, στο 17,5% το 2021, στο 16,25% το 2022 και τελικά στο 15% το 2023.
Η παραπάνω μείωση των ασφαλιστικών εισφορών υπολογίζεται ότι θα δημιουργήσει  «τρύπα» 2,3 δισ. € στον προϋπολογισμό του ΕΦΚΑ η οποία αν δεν  καλυφθεί από την μείωση των ληξιπρόθεσμων χρεών και από την προσδοκώμενη αύξηση της απασχόλησης, πιθανόν να οδηγήσει και σε μείωση των συντάξεων. (περικοπή της προσωπικής διαφοράς)
 Η αύξηση των ποσοστών αναπλήρωσης
Στόχος τής κυβέρνησης είναι η αναδιάρθρωση των ποσοστών αναπλήρωσης που καθορίζουν το ύψος της ανταποδοτικής σύνταξης ώστε να αυξηθεί η ανταποδοτικότητα των συντάξεων για όσους έχουν πάνω από 30 χρόνια ασφάλισης.
Σήμερα η κλιμάκωση  των ποσοστών αναπλήρωσης ξεκινάει από 0,77% ετησίως για την πρώτη 15ετία και κορυφώνεται στο 2% ετησίως για 40ετία και άνω. Μια αύξηση των ποσοστών αναπλήρωσης για όσους έχουν πολλά  χρόνια ασφάλισης θα οδηγήσει σε µεγαλύτερη ανταποδοτικότητα στις µεσαίες και υψηλές συντάξεις.
Αλλαγή μοντέλου στην επικουρική
Η µεγαλύτερη µεταρρύθµιση ετοιμάζεται στην επικουρική, όπου αναμένεται να αλλάξει ριζικά το µοντέλο προς ένα πλήρως  κεφαλαιοποιητικό σύστημα, µε αναβαθμισμένο τον ρόλο του ιδιωτικού τοµέα.
 Το νέο σύστημα θα δίνει την  δυνατότητα επιλογών μίας:
 α) επικουρικής ασφάλισης µε ατομική µερίδα στο ΕΤΕΑΕΠ (δηµόσιο Ταµείο Επικουρικής Ασφάλισης και Εφάπαξ Παροχών,)
β) σε κάποιο επαγγελματικό  ταµείο που θα λειτουργεί από µη κρατικούς φορείς υπό την εποπτεία του υπουργείου Εργασίας.
 Και στις δύο περιπτώσεις στόχος θα είναι η κεφαλαιοποίηση των εισφορών των νέων ασφαλισμένων, ώστε οι εισφορές να αποκτήσουν χαρακτήρα αποταμίευσης όπως επίσης και η ενοποίηση των εισφορών της επικουρικής και της εφάπαξ παροχής σε μία ενιαία εισφορά, με καταγραφή στον ατομικό λογαριασμό κάθε ασφαλισμένου.
Με το νέο σύστημα ασφάλισης αναμένεται να δοθεί η δυνατότητα στους νέους ασφαλισμένους δηλαδή όσους εισέρχονται στην αγορά εργασίας και πρωτοασφαλίζονται μετά την 1/1/2021 να επιλέγουν την επικουρική τους ασφάλιση είτε στο ΕΤΕΑΕΠ (Δημόσιο Ταμείο Επικουρικής Ασφάλισης και Εφάπαξ Παροχών), το οποίο θα λειτουργεί με όρους επαγγελματικού ταμείου με το κεφαλαιοποιητικό σύστημα, είτε σε άλλο επαγγελματικό ιδιωτικού δικαίου ταμείο, το οποίο θα λειτουργεί αυτόνομα ή από ασφαλιστικές επιχειρήσεις ή από ασφαλιστικές εταιρείες των τραπεζών.
Με το νέο αυτό σύστημα οι εισφορές του εκάστοτε εργαζομένου  δεν θα χρησιμοποιούνται για την πληρωμή των σημερινών επικουρικών συντάξεων  αλλά θα κεφαλαιοποιούνται στον ατομικό «κουμπαρά» του καθενός και ο ασφαλισμένος θα έχει την δυνατότητα να παρακολουθεί την απόδοση των εισφορών του.
Η συγκεκριμένη αλλαγή  δεν θα αφορά τους σημερινούς  ασφαλισμένους και ουσιαστικά θα εξομοιώνει  τη δημόσια με την ιδιωτική διαχείριση της επικουρικής ασφάλισης, διαλύοντας θεσμικά, διαχειριστικά και λειτουργικά το ΕΤΕΑΕΠ με την άρση της υποχρεωτικότητας της ασφάλισης σ’ αυτό και θα θέσει σε σοβαρό κίνδυνο τόσο την μακροχρόνια βιωσιμότητα του, όσο και το ύψος των καταβαλλόμενων επικουρικών συντάξεων στους σημερινούς και στους μελλοντικούς συνταξιούχους.
Αυτό θα συμβεί γιατί το αναδιανεμητικό σύστημα που έχουμε σήμερα βασίζεται στην αρχή των τρεχουσών πληρωμών, δηλαδή οι ασφαλιστικές εισφορές που καταβάλουν οι  εργαζόμενοι χρηματοδοτούνται για να πληρωθούν οι τρέχουσες συντάξεις.
 Ελπίζω ότι η κυβέρνηση λαμβάνοντας υπόψιν  τις απόψεις  των εργαζόμενων δεν θα υιοθετήσει το κεφαλαιοποιητικό σύστημα μιας και το διανεμητικό σύστημα, που βασίζεται στην αλληλεγγύη των γενεών, θεωρείτε πιο βιώσιμο .
Σε καμία περίπτωση τα συνδικάτα δεν πρέπει να επιτρέψουν  να παραδοθεί ο δημόσιος πυλώνας της επικουρικής ασφάλισης ως λάφυρο στις ιδιωτικές ασφαλιστικές  και στις τράπεζες.
Ψηφιακή και άμεση έκδοση των συντάξεων
Η ψηφιακή και άμεση έκδοση των συντάξεων, αποτελεί μία από τις βασικές προτεραιότητες της κυβέρνησης. Συγκεκριμένα στόχος της είναι μέχρι τον Ιούνιο του 2020, το 1/3 των συντάξεων να εκδίδεται ψηφιακά, αυτόματα και αυθημερόν.
Το μόνο σίγουρο είναι ότι το ασφαλιστικό σύστημα είναι βιώσιμο μέχρι το 2060 με αν


πό την έναρξη ισχύος του Ν. 4387/2016 η κύρια σύνταξη υπολογίζεται ως το άθροισμα δύο
tμημάτων: της εθνικής σύνταξης και της ανταποδοτικής σύνταξης Η Εθνική Σύνταξη δεν χρηματοδοτείται από ασφαλιστικές εισφορές, αλλά απευθείας από τον Κρατικό Προϋπολογισμό. Το κράτος έχει πλήρη εγγυητική υποχρέωση για το σύνολο των ασφαλιστικών παροχών.
Εθνική σύνταξη
Η Εθνική Σύνταξη καταβάλλεται από τον Ε.Φ.Κ.Α. σε όλους, όσους θεμελιώνουν δικαίωμα σύνταξης εξ ιδίου δικαιώματος ή ανικανότητας ή κατά μεταβίβαση, σύμφωνα με τις οικείες διατάξεις του Ν. 4387/2016.
Η εθνική σύνταξη ορίζεται σε τριακόσια ογδόντα τέσσερα (384) ευρώ μηνιαίως και καταβάλλεται ακέραια εφόσον έχουν συμπληρωθεί τουλάχιστον 20 έτη ασφάλισης.
Το ποσό της εθνικής σύνταξης βαίνει μειούμενο κατά 2% για κάθε έτος ασφάλισης που υπολείπεται των 20 ετών, εφόσον έχουν συμπληρωθεί τουλάχιστον 15 έτη ασφάλισης.
  Συνεπώς με 20 χρόνια ασφάλισης η Εθνική Σύνταξη  θα είναι 384€ ενώ με 15 χρόνια ασφάλισης θα είναι 345
Ανταποδοτική σύνταξη
Οι υπάλληλοι-λειτουργοί του Δημοσίου και οι στρατιωτικοί, οι οποίοι θεμελιώνουν δικαίωμα σύνταξης δικαιούνται ανταποδοτικό μέρος σύνταξης, που προκύπτει με βάση τις συντάξιμες αποδοχές της παραγράφου 2 του άρθρου 8 του Ν. 4387/2016, το χρόνο ασφάλισης, όπως ορίζεται στο άρθρο 15 του Ν. 4387/2016, και τα κατ’ έτος ποσοστά αναπλήρωσης, όπως αυτά προκύπτουν από τον παρακάτω πίνακα
ΚΛΙΜΑΚΕΣ ΕΤΩΝ ΑΣΦΑΛΙΣΗΣ    'ΠΟΣΟΣΤΟ
ΑΝΑΠΛΗΡΩΣΗΣ
ΑΠΟ    ΕΩΣ  
0    15    0,77%
15,01    18    0,84%
18,01    21    0,90%
21,01    24    0,96%
24,01    27    1,03%
27,01    30    1,21%
30,01    33    1,42%
33,01    36    1,59%
36,01    39    1,80%
39,01    42 και περισσότερα    2,00%
Πώς θα γίνει ο υπολογισμός των συντάξιμων αποδοχών
Ως συντάξιμες αποδοχές για τον υπολογισμό του ανταποδοτικού μέρους σύνταξης κύριας ασφάλισης λαμβάνεται υπόψη ο μέσος όρος μηνιαίων αποδοχών του ασφαλισμένου καθ’ όλη τη διάρκεια του ασφαλιστικού του βίου. Ο μέσος αυτός όρος υπολογίζεται ως το πηλίκο της διαίρεσης του συνόλου των μηνιαίων αποδοχών δια του συνολικού χρόνου ασφάλισής του. Ως σύνολο μηνιαίων αποδοχών που έλαβε ο ασφαλισμένος νοείται το άθροισμα των μηνιαίων αποδοχών που υπόκεινται σε εισφορές, καθ’ όλη τη διάρκεια του ασφαλιστικού του βίου. Για τον υπολογισμό των συντάξιμων αποδοχών λαμβάνονται υπόψη οι αποδοχές του ασφαλισμένου για κάθε ημερολογιακό έτος, προσαυξανόμενες κατά την ετήσια μεταβολή μισθών, η οποία και υπολογίζεται από την Ελληνική Στατιστική Αρχή.
Λόγω  έλλειψης μηχανογράφησης δεν ήταν εφικτό να υπολογιστεί ο μέσος όρος όλου του εργασιακού βίου έτσι ο υπολογισμός των συντάξιμων αποδοχών θα είναι  ο μέσος όρος των συντάξιμων αποδοχών από το 2002 μέχρι το έτος που βγήκε κάποιος σε σύνταξη.
 Για την εύρεση των συντάξιμων αποδοχών των μισθωτών :
Κατ’ αρχάς υπολογίζεται ο μέσος όρος των μηνιαίων αποδοχών του ασφαλισμένου που υπόκεινται σε εισφορές υπέρ Κλάδου Σύνταξης (επομένως, συμπεριλαμβάνονται τα δώρα Χριστουγέννων, Πάσχα και επιδόματα αδείας για τα οποία έχουν καταβληθεί εισφορές) για το χρονικό διάστημα από  1.1.2002 και έως την υποβολή της αίτησης συνταξιοδότησης.
Παράδειγμα: Ασφαλισμένος μισθωτός υποβάλει αίτηση συνταξιοδότησης την  1.12.2018. Ως συντάξιμες αποδοχές για τον υπολογισμό της ανταποδοτικής σύνταξης λαμβάνονται υπόψη ο μέσος όρος μηνιαίων αποδοχών του ασφαλισμένου που υπόκεινται σε εισφορές για το χρονικό διάστημα από  1.1.2002 έως 30.11.2018.
Ο μαθηματικός τύπος που αποτυπώνει τον υπολογισμό των συνταξίμων αποδοχών για ασφαλισμένο με χρόνο ασφάλισης από το έτος i έως το έτος ζ, είναι ο παρακάτω:
Όπου, i > 2002,
ΣΑ : οι συντάξιμες αποδοχές,
Α^) : οι ετήσιες αποδοχές για το έτος t,
J" ο δείκτης μεταβολής μισθών από το έτος t έως το έτος z * ■ " ■ : η ετήσια μεταβολή μισθών κατά το έτος t και
Sm : το σύνολο όλων των μηνών ασφάλισης για όλη τη διάρκεια ασφάλισης λαμβάνοντας υπόψη και τμήματα μηνών αν υπάρχουν.
Δείτε πως θα διαμορφωθεί  το άθροισμα εθνικής και ανταποδοτικής σύνταξης με βάση τα έτη ασφάλισης και τον μέσο όρο των αποδοχών από το 2002.
 Ασφαλισμένος με 40 έτη ασφάλισης και συντάξιμες αποδοχές  1.000 ευρώ δικαιούται ανταποδοτική σύνταξη ύψους 428 ευρώ +384( Εθνική σύνταξη)=.812 υπολογιζόμενη ως ακολούθως: ((15*0,77%)+(3*0,84%)+(3*0,90%)+(3*0,96%)+(3*1,03%)+(3*1,21%)+(3*1,42%)+ (3*1,59%)+(3*1,80%)+(1*2,00%))*1.000 = 42,8%*1.000 = 428 ευρώ +384( Εθνική σύνταξη)=.812
Συντάξιμες αποδοχές
Ως συντάξιμες αποδοχές για τον υπολογισμό του ανταποδοτικού μέρους σύνταξης κύριας ασφάλισης εξ ιδίου δικαιώματος, ανικανότητας ή κατά μεταβίβαση λαμβάνεται υπόψη ο μέσος όρος μηνιαίων αποδοχών του ασφαλισμένου καθ’ όλη τη διάρκεια του ασφαλιστικού του βίου. Ο μέσος αυτός όρος υπολογίζεται ως το πηλίκο της διαίρεσης του συνόλου των μηνιαίων αποδοχών δια του συνολικού χρόνου ασφάλισής του. Ως σύνολο μηνιαίων αποδοχών που έλαβε ο ασφαλισμένος νοείται το άθροισμα των μηνιαίων αποδοχών που υπόκεινται σε εισφορές, καθ’ όλη τη διάρκεια του ασφαλιστικού του βίου.
Για τον υπολογισμό των συντάξιμων αποδοχών