Δρ. Φώτιος Σπυρόπουλος: Ψευδείς ειδήσεις (“fakenews”), συκοφαντικές διαδόσεις και εξαπάτηση των εκλογέων


  • Το φαινόμενο της δημόσιας παραπληροφόρησης, επίσης γνωστό ως “fakenews” ή “hoax”, έχει λάβει νέες διαστάσεις στην ψηφιακή εποχή και η διασπορά ψευδών ειδήσεων είναι φαινόμενο το οποίο απασχολεί πλέον και τις νομικές συζητήσεις σε εθνικό και διεθνές επίπεδο.
Αναλύει
ο 
Δρ. Φώτιος
Σπυρόπουλος
 1.1.2 Από τα αυξημένα μέτρα ελέγχου τα οποία υιοθετούν μέσα κοινωνικής δικτύωσης όπως π.χ. το “Facebook”, προκειμένου να περιορίσουν την διασπορά ψευδών ειδήσεων, μέχρι και από το πρόσφατο “tweet” του Προέδρου των ΗΠΑ Ντόναλντ Τραμπ αναφορικά με το ότι οι δημοσκοπήσεις του FoxNews, οι οποίες δίνουν προβάδισμα σε αντίπαλό του για τις προεδρικές εκλογές του 2020, αποτελούν “fakenews”, αποδεικνύεται ότι πολύς λόγος γίνεται για τον κίνδυνο που προκύπτει από την διασπορά τέτοιων ψευδών φημών και ειδήσεων και δη για τις εκλογές και το πολιτικό γίγνεσθαι εν γένει. Χαρακτηριστική, εξάλλου, είναι η περίπτωση του “pizzagate”, σκανδάλου που βασίστηκε σε ψευδείς ειδήσεις και έγινε “viral” στα socialmedia επηρεάζοντας την πολιτική σκηνή των ΗΠΑ.
Σε άλλη περίπτωση, στη Ρουμανία η εσφαλμένη αναμετάδοση δήθεν «χρηματοδότησης» εμπρησμού οδήγησε στην κατάρρευση της κυβέρνησης τον Δεκέμβριο του 2017.
Στην συγκεκριμένη, μάλιστα, χώρα η έλλειψη νομοθετικών ρυθμίσεων για την αντιμετώπιση του ζητήματος της παραπληροφόρησης και η ανεξέλεγκτη δραστηριοποίηση των μέσων μαζικής ενημέρωσης, που μάλιστα τείνουν να προάγουν την ξενοφοβία, σε συνδυασμό με την πρόθεση της κυβέρνησης να υιοθετήσει μέτρα μη σύμφωνα με τα ευρωπαϊκά κριτήρια, οδήγησε την Ευρωπαϊκή Ένωση να θέσει στο στόχαστρο κριτικής και παρατηρήσεων την Ρουμανία.
1.1.3 Και για αυτόν τον λόγο, ενδεικτικά χώρες όπως η Γαλλία και η Γερμανία έχουν ήδη προχωρήσει εντός του 2018 στην ψήφιση νέων νόμων για την καταπολέμηση της παραπληροφόρησης. Περαιτέρω, τον Δεκέμβριο του έτους 2018, ανακοινώθηκε ότι η Ολλανδική Κυβέρνησηέβαλε στο πρόγραμμά της εκστρατεία για την αντιμετώπιση των ψευδών ειδήσεων, από τον Φεβρουάριο του έτους 2019 έως και τον Μάιο του 2019.
1.1.4 Η μεγάλη σημασία της παραπληροφόρησης και των ψευδών ειδήσεων, ιδίως σε ό,τι αφορά τις εκλογικές διαδικασίες, οδήγησε τον Ιανουάριο του έτους 2018 την Ευρωπαϊκή Επιτροπή να αναθέσει σε Ομάδα Ειδικών Υψηλού Επιπέδου (HighLevelExpertGroup – HLEG) την εκπόνηση μελέτης επί των ψευδών ειδήσεων και της διαδικτυακής παραπληροφόρησης.Σε ανακοίνωση της Επιτροπής αυτής προς το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο και Συμβούλιο, στις Βρυξέλλες, στις 26.04.2018, για τις προκλήσεις που ανακύπτουν στην αντιμετώπιση του φαινομένου της παραπληροφόρησης, ως δεύτερο σημείο εστίασης των δράσεων περιγράφεται η ασφάλεια και η ανθεκτικότητα των εκλογικών διαδικασιών. Ειδικότερα, η ασφάλεια των εκλογικών διαδικασιών ως η βάση για τη δημοκρατία χρήζει ιδιαίτερης προσοχής καθότι τα τελευταία χρόνια έχουν εντοπιστεί περιπτώσεις τακτικών χειραγώγησης στο διαδίκτυο και παραπληροφόρησης κατά τη διάρκεια εκλογών σε τουλάχιστον 18 χώρες, σύμφωνα με την ανακοίνωση της ως άνω Επιτροπής.
1.2.1 Στο ελληνικό ποινικό δίκαιο στο ειδικό μέρος του ποινικού κώδικα και συγκεκριμένα στο τέταρτο κεφάλαιο υφίστανται(μέχρι τις 30.06.2019) διατάξεις για τα «Εγκλήματα κατά της ελεύθερης άσκησης των πολιτικών δικαιωμάτων» – ή όπως ορίζεται πλέον ο τίτλος του συγκεκριμένου κεφαλαίου με την τροποποίηση του ποινικού κώδικα δυνάμει του ν. 4619/2019 «Εγκλήματα κατά των Πολιτειακών και Πολιτικών Οργάνων και κατά του Εκλογικού Σώματος». Ανάμεσα σε αυτά είναι και το έγκλημα του άρθρου 162 ΠΚ, το οποίο αφορά στην εξαπάτηση των εκλογέων.
Συγκεκριμένα, η διάταξη του άρθρου 162 ΠΚ, όπως ίσχυε πριν την τροποποίηση της με τον ν. 4619/2019, προέβλεπε τα εξής:
«Άρθρο 162.Εξαπάτηση εκλογέων. Όποιος με ψευδείς ειδήσεις ή συκοφαντικές διαδόσεις που ανάγονται στο πρόσωπο κάποιου υποψηφίου ή με άλλο τρόπο εξαπατά εκλογέα είτε για να μην ασκήσει το εκλογικό του δικαίωμα, είτε για να μεταβάλλει το εκλογικό του φρόνημα σε κάποια από τις εκλογές που αναφέρονται στο άρθρο 161 τιμωρείται με φυλάκιση μέχρι δύο ετών και χρηματική ποινή».
Μετά την τροποποίηση του ποινικού κώδικα, με τον ν.4619/2019, η διάταξη του άρθρου 162 ΠΚ διαμορφώνεται ως εξής:
«Άρθρο 162. Εξαπάτηση Εκλογέων. Όποιος με ψευδείς ειδήσεις ή συκοφαντικές διαδόσεις που ανάγονται στο πρόσωπο κάποιου υποψηφίου ή με άλλο τρόπο εξαπατά εκλογέα, με αποτέλεσμα αυτός να μην ασκήσει το εκλογικό του δικαίωμα, να ψηφίσει άκυρα ή να μεταβάλλει το εκλογικό του φρόνημα σε κάποια από τις εκλογές ή τα δημοψηφίσματα του άρθρου 161, τιμωρείται με φυλάκιση έως δύο έτη ή χρηματική ποινή».
1.2.2 Όπωςυποστηρίζεται από την αιτιολογική έκθεσητου ανωτέρω νόμου το έγκλημα της εξαπάτησης εκλογέων από έγκλημα σκοπού, που ήταν έως σήμερα, μετατρέπεται σε έγκλημα αποτελέσματος, για την ολοκλήρωση του οποίου πρέπει πλέον να αποδεικνύεται ότι εξαιτίας της εξαπάτησης αυτής ο εκλογέας δεν άσκησε το εκλογικό του δικαίωμα, ψήφισε άκυρα ή μετέβαλε το εκλογικό του φρόνημα σε κάποια από τις εκλογές ή τα δημοψηφίσματα του άρθρου 161 ΠΚ. Αξίζει, βέβαια, να σημειωθεί ότι από μεγάλο μέρος της νομικής επιστήμης, ήδη υποστηριζόταν ότι η διάταξη του άρθρου 162 ΠΚ λειτουργούσε ως έγκλημα εκ του αποτελέσματος, όπως θα αναλυθεί κατωτέρω. Επιπρόσθετα, μετά την τροποποίηση του άρθρου 162 ΠΚ η φυλάκιση και η χρηματική ποινή επιβάλλεται πλέον διαζευκτικά και όχι σωρευτικά.
1.2.3 Πρέπει, βέβαια, να σημειωθεί ότι η διάταξη του άρθρου 162 ΠΚ, πριν την τροποποίησή της με τον ν.4619/2019, ήτανακριβώς ίδια (!) με την διάταξη του άρθρου 112 παρ. 2 του ΠΔ 26/2012, η οποία έχει ως ακολούθως ακόμη και σήμερα:
Άρθρο 112 παρ. 2 του ΠΔ 26/2012: «Όποιος με ψεύτικες ειδήσεις ή συκοφαντικές διαδόσεις που αναφέρονται στο πρόσωπο κάποιου υποψηφίου ή με άλλο τρόπο εξαπατά τον εκλογέα, είτε για να παραλείψει την άσκηση του εκλογικού δικαιώματος, είτε για ν’ αλλάξει το εκλογικό του φρόνημα, τιμωρείται με φυλάκιση μέχρι δύο χρόνια και με χρηματική ποινή μέχρι δύο ευρώ και ενενήντα τρία λεπτά».
Ως αποτέλεσμα, όπως ήδη γίνεται αντιληπτό, ανακύπτουν ζητήματα αναφορικά με την εφαρμοστέα διάταξη (βλ. κατωτέρω ανάλυση στην παρ. 2.4.3).
  1. Το έγκλημα του άρθρου 162 ΠΚ.
2.1 Το προστατευόμενο έννομο αγαθό
Αρχικώς, ήδη από τον παλαιότερο τίτλο του κεφαλαίου στο οποίο υπάγεται και το άρθρο 162 ΠΚ (ήτοι «Εγκλήματα κατά της ελεύθερης άσκησης των πολιτικών δικαιωμάτων»)εδύνατοεύλογα να δημιουργηθεί η άποψη ότι το προστατευόμενο έννομο αγαθό είναι τα πολιτικά δικαιώματα. Οι διατάξεις,όμως, του κεφαλαίου Δ’ του Ποινικού Κώδικα, στο οποίο και υπάγεται το άρθρο 162, δεν προστατεύουν όλα τα πολιτικά δικαιώματα, αλλά μόνο το εκλογικό, καθώς επίσης και το δικαίωμα της ελεύθερης συμμετοχής και δράσης μέσω πολιτικών κομμάτων. Έτσι, ο νέος τίτλος του τέταρτου κεφαλαίου του ποινικού κώδικα, ήτοι «Εγκλήματα κατά των Πολιτειακών και Πολιτικών Οργάνων και κατά του Εκλογικού Σώματος»,είναι μάλλον πιο ακριβής (στρέφοντας μάλιστα περισσότερο την προσοχή στους συμμετέχοντες στην εκλογική διαδικασία – υποψηφίους, εκλογείς, πολιτικούς σχηματισμούς κ.α.), δίχως ωστόσο και πάλι να παρουσιάζεται ξεκάθαρα το έννομο αγαθό που προστατεύεται και για τον ορισμό του οποίου στην ποινική επιστήμη έχουν υποστηριχθεί διάφορες απόψεις στο παρελθόν.
Ο Δ. Καρανίκας υποστηρίζει ότι προστατεύεται «η ελευθερία ασκήσεως του βασικού δικαιώματος του ελεύθερου πολίτου του εκλέγειν, δι’ ου εκδηλούται η λαϊκή κυριαρχία…Δια της αμέσου ή εμμέσου προστασίας του δικαιώματος τούτου εξασφαλίζεται το ανεπηρέαστον της λαϊκής κυριαρχίας».OΗλ. Γάφος υποστηρίζει ότι «Αντικείμενον προστασίας είναι ο δημοκρατικός σχηματισμός της βουλήσεως, όστις προστατεύεται από την νόθευσιν και εκβίασιν».Η Ελισάβετ Συμεωνίδου – Καστανίδου σε μια γενικότερη θεώρηση των οικείων διατάξεων καταλήγει ότι: «Το έννομο αγαθό, που θέλησε ο Ποινικός Νομοθέτης, να προστατεύσει στο Δ’ Κεφάλαιο του Ειδικού Μέρους του Ποινικού Κώδικα είναι τα εκεί απαριθμούμενα πολιτικά σώματα, με τις αρμοδιότητες που τους αναγνωρίζει το Σύνταγμα. Τα πολιτικά αυτά σώματα αποτελούν για τη Δημοκρατία αυτοτελείς μονάδες αξίας, όχι με την έννοια ότι δεν βρίσκονται σε μία διαρκή σχέση αλληλεξάρτησης, αλλά με την έννοια, ότι η αξία τους δεν ετεροπροσδιορίζεται, αλλά αντίθετα αυτοπροσδιορίζεται από τον ρόλο τους στη διαμόρφωση της βούλησης του κράτους».
2.2 Η αντικειμενική υπόσταση του εγκλήματος του άρθρου 162 ΠΚ
 2.2.1Με το άρθρο 162 ΠΚ, στόχος του νομοθέτη είναι νατιμωρήσει κάθε περίπτωση νόθευσης του εκλογικού αποτελέσματος διά ψευδών ειδήσεων ή συκοφαντικών διαδόσεων, καθώς κατ’ αρχάς αποβλέπει σε προστασία κάθε εκλογέα εναντίον μιας εξαπάτησης, η οποία θα είχε ως αποτέλεσμα την προσβολή του εκλογικού του δικαιώματος, εμμέσως,όμως, με τις διατάξεις του συγκεκριμένου άρθρου επιχειρείται η πρόληψη εναντίον μιας νόθευσης του εκλογικού αποτελέσματος, το οποίο δεν θα αντιστοιχεί στην πραγματική βούληση των εκλογέων.
Δράστης του εγκλήματος μπορεί να είναι οποιοσδήποτε, ενώ αντικείμενο του εγκλήματος είναι ο εκλογέας.Εξαπάτηση του εκλογέα επέρχεται, όταν ο δράστης με την ενέργειά του δημιούργησε πλάνη. Η εξαπάτηση μπορεί να πραγματοποιηθεί με οποιοδήποτε δόλιο μέσο, ικανό να δημιουργήσει εσφαλμένες απόψεις στο παθητικό υποκείμενο της πράξης, ώστε πλέον η βούλησή του να προσδιορίζεται κατά τον τρόπο που θέλησε ο δράστης.
2.2.2 Ο εκλογέας εξαπατάται μέσω καταρχάςψευδών ειδήσεων ή συκοφαντικών διαδόσεων που αφορούν στο πρόσωπο κάποιου υποψηφίου, τις οποίες ο υπαίτιος μεταδίδει εμμέσως ή αμέσως στον εκλογέα, ο οποίος αδυνατεί να τις επαληθεύσει, με σκοπό να μεταβάλλει το εκλογικό του φρόνημα. Οι ψευδείς ειδήσεις, που αφορούν στο πρόσωπο κάποιου συγκεκριμένου υποψηφίου, διαφέρουν από τις συκοφαντικές διαδόσεις αφενός κατά το ότι δεν θίγουν την τιμή και την υπόληψη του υποψηφίου και αφετέρου γιατί αναφέρονται πάντα στο παρελθόν και δεν ανταποκρίνονται στην αλήθεια εν γνώσει του υπαιτίου. Συκοφαντική είναι η διάδοση ψευδών γεγονότων όταν τα γεγονότα αυτά προσβάλλουν την τιμή και την υπόληψη του υποψηφίου. Επίσης, το έγκλημα μπορεί να τελεστεί με οποιοδήποτε άλλο τρόπο, πρόσφορο να προκαλέσει στον εκλογέα πλάνη όπως λ.χ. όταν ο εκλογέας παραπείθεται με ψευδείς παραστάσεις ή παρασιωπήσεις αληθινών γεγονότων ότι τάχα δεν έχει δικαίωμα να ψηφίσει ή ότι απώλεσε το δικαίωμά του αυτό ή ψηφίζοντας μεν υποψήφιο της επιλογής του, αλλά με ψηφοδέλτιο που του χορήγησε ο δράστης, το οποίο έφερε σημεία και στίγματα όντας άκυρο, ή ότι η ψηφοφορία έχει ήδη λήξει, δίχως αυτό να ισχύει κ.λπ. Η εξαπάτηση του εκλογέα με «άλλο τρόπο»μπορεί να στρέφεται και κατά ενός πολιτικού κόμματος και δεν απαιτείται να κατευθύνεται εναντίον συγκεκριμένου υποψηφίου.
2.2.3 Όπως ήδη αναφέρθηκε και ανωτέρω, η αιτιολογική έκθεση του ν.4619/2019 υποστηρίζει ότι το έγκλημα του 162 ΠΚ μετατρέπεται από έγκλημα σκοπού σε έγκλημα εκ του αποτελέσματος. Ωστόσο, δέον να αναφερθεί ότι η Ελισάβετ Συμεωνίδου – Καστανίδου σε σχετική ανάλυση της παλιάς μορφής του άρθρου, υποστηρίζει ότι: «Φαίνεται ότι η αντικειμενική υπόσταση του άρθρου πληρούται με την εξαπάτηση, τη δημιουργία της πλάνης στον εκλογέα, άσχετα αν τελικά, εξαιτίας αυτής του της πλάνης, άσκησε ή όχι το εκλογικό του δικαίωμα ή το άσκησε κατά συγκεκριμένο τρόπο. Ωστόσο, το πότε και αν δημιουργήθηκε πλάνη στον εκλογέα είναι στοιχείο υποκειμενικό, το οποίο δεν μπορεί να διακριβωθεί αν δεν υλοποιηθεί σε κάποια πράξη ή παράλειψη».Με την άποψη αυτή φαίνεται να ταυτίζονται και οι Δ. Καρανίκας και Ηλ. Γάφος και καταλήγουν ότι το τετελεσμένο έγκλημα της εξαπάτησης εκλογέων προϋποθέτει την επέλευση δύο αποτελεσμάτων: της δημιουργίας πλάνης στον εκλογέα και της αποχής από την ψηφοφορία ή της ψηφοφορίας κατά συγκεκριμένο τρόπο.
Έτσι, η διάταξη του άρθρου 162 ΠΚ φαίνεται ότι λειτουργούσε εξαρχής ως έγκλημα εκ του αποτελέσματος και οι θεωρητικοί του ποινικού δικαίου είχαν ήδη διαπιστώσει τούτο.
2.3 Η υποκειμενική υπόσταση του εγκλήματος του άρθρου 162 ΠΚ.
Το έγκλημα του άρθρου 162 ΠΚ τιμωρείται όταν τελείται με δόλο, τουλάχιστον ενδεχόμενο (άρθρα 26 παρ.1, 27 παρ. 1 ΠΚ). Με την μεταβολή του αδικήματος του άρθρου 162 ΠΚ, σε έγκλημα αποτελέσματος, βάσει του ν.4619/2019, η υπαιτιότητα πρέπει να καλύπτει και το αποτέλεσμα.
2.4  Συρροή του εγκλήματος του άρθρου 162 ΠΚ με άλλα εγκλήματα
2.4.1.Η διάταξη συρρέει αληθινά με την συκοφαντική δυσφήμηση (άρθρο 363 ΠΚ). Στην περίπτωση, βέβαια, του εγκλήματος του άρθρου 162 ΠΚ οι συκοφαντικές διαδόσεις απαιτείται να στρέφονται άμεσα κατά του προσώπου του υποψηφίου. Δεν αρκεί, όπως συμβαίνει στην περίπτωση της δυσφήμησης και της συκοφαντικής δυσφήμησης (362 και 363 ΠΚ), τα ψευδή περιστατικά να ανάγονται σε άτομα του συγγενικού ή φιλικού περιβάλλοντος του υποψηφίου.
Εξάλλου, ειδικότερα, για την περίπτωση των εγκλημάτων κατά της τιμής και δη αυτού της συκοφαντικής δυσφήμησης, φαίνεται να προκύπτει πρόβλημα εφαρμογής της διάταξης του άρθρου 363 ΠΚ, στην συχνή πλέον περίπτωση να αποδίδεται σε κάποιο δημόσιο πρόσωπο μια δήλωση στην οποία δεν έχει προβεί. Το ζήτημα που υπάρχει έγκειται στο αν η ψευδής αναφορά περί του γεγονότος ότι έλαβε χώρα συγκεκριμένη δήλωση από συγκεκριμένο πρόσωπο θίγει την τιμή αυτού που δήθεν προέβη στη δήλωση αυτή, ακόμη και στην περίπτωση κατά την οποία το περιεχόμενότης είναι απλώς αξιολογικά ουδέτερο ή μη σύμφωνο με τις γενικότερες πολιτικές, ιδεολογικές ή κοσμοθεωρητικές αντιλήψεις του.
Σύμφωνα με τη γερμανική νομολογία, «ακόμη και σε περιπτώσεις που η εξωτερίκευση μπορεί να δημιουργήσει αναστάτωση σε ευρύτερες πληθυσμιακές ομάδες εις βάρος του φερόμενου ως υποκειμένου της, δεν μπορεί να γίνει λόγος για προσβολή της τιμής του, εφόσον η εξωτερίκευση είναι σύμφωνη με τις αξιολογήσεις της έννομης τάξης». Κατά την αντίθετη άποψη, χρήζει συνεκτίμησης και το ηθικό σκέλος που φέρει έκαστο πρόσωπο καθώς και η παράσταση που επιθυμεί ο ίδιος ο φορέας του εννόμου αγαθού της τιμής να δηλώνει δημοσίως, καθώς και οι συνέπειες της ψεύτικης δήλωσης για την άποψη που έχουν οι αποδέκτες της ψευδούς αυτής δήλωσης.
2.4.2 Αληθινά συρρέει το άρθρο 162 ΠΚ και με την διάταξη του άρθρου 191 ΠΚ, για την διασπορά ψευδών ειδήσεων, καθώς παρότι τα δύο εγκλήματα προσιδιάζουν σε αρκετά σημεία, με το άρθρο 191 ΠΚ να φέρεται ως γενική διάταξη και το άρθρο 162 ΠΚ ως ειδική, τα έννομα αγαθά που προστατεύονται από τις δύο αυτές διατάξεις διαφέρουν. Συγκεκριμένα, το έννομο αγαθό που προσβάλλεται από το έγκλημα του άρθρου 191 ΠΚ είναι η δημόσια τάξη(σε συγκεκριμένες μάλιστα εκφάνσεις της: οικονομία, τουρισμός, αμυντική ικανότητα της χώρας και διεθνείς σχέσεις της χώρας) και μάλιστα μέχρι και την τροποποίηση του ποινικού κώδικα ήταν η δυνητική και μόνο διακινδύνευσή της. Αξίζει, βέβαια, να σημειωθεί ότι ενδεχομένως θα έπρεπε συγκεκριμένα αυτές οι δύο διατάξεις να είχαν συμπτυχθεί σε μία, ιδιαιτέρως αν ληφθεί υπόψη ότι ο βασικός λόγος που συζητείται τόσο το θέμα των ψευδών ειδήσεων και σε ευρωπαϊκό και σε παγκόσμιο επίπεδο είναι ακριβώς η επιρροή τους σε εκλογικά αποτελέσματα, τα οποία ενίοτε συναρτώνται και με τα προστατευτέα από το άρθρο 191 ΠΚ ειδικότερα στοιχεία.
2.4.3. Όπως, ήδη αναφέρθηκε και στην αρχή του παρόντος άρθρου, η διάταξη του άρθρου 162 ΠΚ πριν την τροποποίησή της με τον ν.4619/2019 ήταν ακριβώς ίδια ως προς τη διατύπωσή της με τη διάταξη του άρθρου 112 παρ. 2 του ΠΔ 26/2012. Σύμφωνα, με την ανάλυση των Σ. Παππά και Ε. Καμπέρου –Ντάλτα, σε επιμέλεια Α. Χαραλαμπάκη: «Η παρούσα γενική διάταξη δεν εφαρμόζεται, εφόσον υφίστανται οι προϋποθέσεις της ειδικήςκαι νεότερης διάταξης του άρθρου 112 παρ. 2 του ΠΔ 26/2012».
Προβληματική, ωστόσο, φαίνεται η υιοθέτηση της ανωτέρω άποψης, καθώς σύμφωνα με τον Μυλωνόπουλο: «Ειδικότητα μεταξύ δύο ποινικών διατάξεων υπάρχει όταν η μία από αυτές περιλαμβάνει όλα τα στοιχεία της ειδικής υπόστασης ενός που προβλέπονται από την άλλη και τουλάχιστον ένα ακόμη». Αντίστοιχα και ο Λ. Κοτσαλής  αναφέρει ότι: «Σχέση ειδικότητας ανάμεσα σε δύο ποινικές διατάξεις υπάρχει, όταν η έννοια του εγκλήματος που προβλέπει η μία περιλαμβάνει όλα τα συστατικά στοιχεία της έννοιας του εγκλήματος που προβλέπει η άλλη προσθέτοντας σε αυτά τουλάχιστον και ένα άλλο. Στην περίπτωση αυτή η προσθήκη του ενός τουλάχιστον επιπλέον στοιχείου καθιστά την έννοια του πρώτου εγκλήματος πιο εξειδικευμένη, αλλά γι’ αυτό στενότερη από την έννοια του δευτέρου».
Στην προκείμενη περίπτωση, ωστόσο και έως την ψήφιση του νέου ποινικού κώδικα με τον ν.4619/2019, δεν υπήρχε διαφοροποίηση μεταξύ των δύο διατάξεων, προκειμένου να ισχύει η αρχή της ειδικότητας, όπως ορίζεται και ανωτέρω και από τουςΜυλωνόπουλο και Κοτσαλή και άρα να υπάρχει φαινομένη συρροή μεταξύ των δύο διατάξεων, με την ειδικότερη διάταξη να απορροφά την γενικότερη. Πράγματι, έως και την ψήφιση του ν.4619/2019, δεν υφίστατο «τουλάχιστον ένα» ακόμα στοιχείο ειδικής υπόστασης, ανάμεσα στις δύο διατάξεις και ο μόνος λόγος υπεροχής της διατάξεως του άρθρου 112 παρ. 2 του ΠΔ 26/2012 έναντι της διατάξεως του άρθρου 162 ΠΚ ήταν ότι η πρώτη ετύγχανε μεταγενέστερη ή ενδεχομένως ότι συμπεριελαμβάνετο σε ειδικότερο του ποινικού κώδικα νομοθέτημα. Ο προσδιορισμός της σχέσης του ειδικού ποινικού νόμου απέναντι στον γενικό ποινικό νόμο στηρίζεται αποκλειστικώς, σημειώνει ο Κ. Σταμάτης, στην υφιστάμενη μεταξύ τους λογική σχέση γένους προς είδος, αφού η μεταξύ τους αξιολογική στάθμιση έγινε απευθείας από το νομοθέτη με την εισαγωγή του ειδικού ποινικού νόμου. Αντίστοιχα και ο Μ. Μαργαρίτης υποστηρίζει ότι: «εκλογικά αδικήματα περιέχει ο εκλογικός νόμος, ο οποίος ως ειδικός κατισχύει των διατάξεων του ΠΚ». Επομένως, με αυτόν τον τρόπο δικαιολογούνταν η φαινομένη συρροή των δύο αυτών ίδιωνδιατάξεων και η απορρόφηση του άρθρου 162 ΠΚ από το άρθρο 112 παρ. 2 ΠΔ 26/2012.
Ωστόσο, όπως ήδη ειπώθηκε, με τον ν.4619/2019 και την ψήφιση του νέου ποινικού κώδικα, το συγκεκριμένο έγκλημα της διάταξης του άρθρου 162 ΠΚ μεταβάλλεται πλέον σε έγκλημα εκ του αποτελέσματος, ήτοι απαιτείται πλέον να αποδεικνύεται ότι εξαιτίας της εξαπάτησης ο εκλογέας δεν άσκησε το εκλογικό του δικαίωμα, ψήφισε άκυρα ή μετέβαλε το εκλογικό του φρόνημα. Έτσι, προστίθεται πλέον ένα στοιχείο στην ειδική υπόσταση του εγκλήματος, που το διαφοροποιεί από την διάταξη του άρθρου 112 παρ. 2 του ΠΔ 26/2012. Βέβαια, η προβληματική στην εφαρμογή των διατάξεων πλέον παραμένει (με νέα πια μορφή), καθώς η διάταξη του άρθρου 112 παρ. 2 του ΠΔ 26/2012, συνεχίζει να τιμωρεί το έγκλημα ακόμα κι αν δεν αποδεικνύεται το σχετικό αποτέλεσμα, ενώ το άρθρο 162 του νέου Ποινικού Κώδικα τιμωρεί το αντίστοιχο έγκλημα μόνο εάν αποδειχθεί ότι επήλθε το αποτέλεσμα. Ως μεταγενέστερη και ειδικότερη φαίνεται να ισχύει πλέον η διάταξη του άρθρου 162 ΠΚ, καθώς απαιτείται πλέον ρητώς το αποτέλεσμα ως επιπλέον στοιχείο.Σκοπός, δε, του νομοθέτη συνάγεται ότι ήταν η μετατροπή του συγκεκριμένου εγκλήματος σε έγκλημα αποτελέσματος (ή έστω η διασαφήνιση της φύσης του συγκεκριμένου εγκλήματος, λαμβανομένης υπόψιν και της διατυπωθείσας από τη Συμεωνίδου – Καστανίδου άποψη). Σε κάθε βέβαια περίπτωση και προς αποφυγή αντινομιών,είναι απαραίτητη η άμεση αναθεώρηση ή και κατάργηση της διάταξης του άρθρου 112 παρ. 2 του ΠΔ 26/2012.
2.5 Παράσταση πολιτικής αγωγής
2.5.1 Σύμφωνα με τους Σ. Παππά και Ε. Καμπέρου –Ντάλτα δικαίωμα παράστασης πολιτικής αγωγής έχει ο εκλογέας, του οποίου το εκλογικό δικαίωμα προσβλήθηκε όχι όμως και ο υποψήφιος, ο οποίος υπέστη εκλογική ζημία από τον παράνομο επηρεασμό του εκλογέα (ΑΠ 341/1962 ΠοινΧρ 1963, 34).
2.5.2 Ωστόσο, ο Μ. Μαργαρίτης υποστηρίζει ότι προς άσκηση πολιτικής αγωγής νομιμοποιείται και ο εκλογέας του οποίου προσβλήθηκε η ελευθερία άσκησης του εκλογικού δικαιώματος και ο υποψήφιος που υπέστη εκλογική ζημία.
Η άποψη του Μ. Μαργαρίτημάλλον είναι και η πιο ορθή, καθώς συνάδει περισσότερο με την κρατούσα άποψη των τελευταίων ετών, βάσει της οποίας το κριτήριο για την δυνατότητα παράστασης πολιτικής αγωγής είναι αν το δικαίωμα ή το συμφέρον πού προσβλήθηκε ανήκει στη σφαίρα προστασίας του κανόνα δικαίου πού παραβιάστηκε, όπου, δηλαδή, εκτός από το κρατικό ή κοινωνικό έννομο αγαθό προσβάλλεται και ορισμένο ατομικό δικαίωμα ή συμφέρον. Εφόσον η απάντηση στο ερώτημα αυτό είναι καταφατική, τότε και η δυνατότητα παράστασης πολιτικής αγωγής είναι ανοιχτή, επειδή στην περίπτωση αυτή ο φορέας του ατομικού εννόμου αγαθού πού συν-προστατεύεται από την αντίστοιχη ποινική διάταξη και ανήκει στη σφαίρα προστασίας του κανόνα δικαίου, υφίσταται άμεση ζημία και όχι έμμεση. Η ιδιομορφία συνίσταται στο ότι δεν διερευνάται το αντικείμενο και η σφαίρα προστασίας του κανόνα δικαίου που παραβιάστηκε ως ποινικού νόμου αλλά ως κανόνα του αστικού δικαίου, του οποίου η προσβολή γεννά αξιώσεις αποζημιώσεως. Εν προκειμένω, είναι προφανές ότι οι «ψευδείς ειδήσεις ή συκοφαντικές διαδόσεις …ανάγονται στο πρόσωπο κάποιου υποψηφίου», διατύπωση η οποία θεμελιώνει το γεγονός ότι ο υποψήφιος μπορεί να είναι τουλάχιστον αμέσως ζημιωθείς αν όχι και αυτός παθών εκ του εγκλήματος. Επιπρόσθετα, και από την ίδια τη διατύπωση της διάταξης αλλά κυρίως και από την αλλαγή του τίτλου του κεφαλαίου στο οποίο εντάσσεται η συγκεκριμένη διάταξη, ήτοι «Εγκλήματα κατά των Πολιτειακών και Πολιτικών Οργάνων και κατά του Εκλογικού Σώματος» (βλ. παρ. 2.1), είναι, θεωρώ, σε επίπεδο μάλιστα γραμματικής ερμηνείας ότι ο ίδιος ο νομοθέτης μετατρέπει πια τη θεώρησή του για τα συγκεκριμένα εγκλήματα περιορίζοντας αν όχι αποδυναμώνοντας εντελώς το χαρακτήρα των προστατευόμενων έννομων αγαθών ως υπερατομικά. 
2.5.3 Ερμηνευτικό ζήτημα δύναται να υπάρξει με το εάν πολιτικό κόμμα ή πολιτικός σχηματισμός μπορεί να δηλώσει παράσταση πολιτικής αγωγής διά των νομίμων εκπροσώπων του.
Τα πολιτικά κόμματα ιδρύονται με την υποβολή στον Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου της ιδρυτικής τους δήλωσης, του καταστατικού και της ιδρυτικής διακήρυξης, υπογεγραμμένη από το προβλεπόμενο ελάχιστο αριθμό διακοσίων πολιτών με δικαίωμα ψήφου, καθώς και της γνωστοποίησης στον Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου του ονόματος και του εμβλήματός τους. Με τη διαδικασία αυτή σηματοδοτείται η έναρξη της νόμιμης λειτουργίας κάθε πολιτικού κόμματος και συνεπώς το πολιτικό κόμμα αποκτά «αυτοθρόως» νομική προσωπικότητα.Με τον ν. 3023/2002 το πολιτικό κόμμα αναγνωρίζεται, άρα, ως νομικό πρόσωπο, δηλαδή ως ένωση προσώπων για την εξυπηρέτηση συγκεκριμένου, συνταγματικά κατοχυρωμένου, σκοπού, αποκτά ικανότητα δικαίου και καθίσταται φορέας δικαιωμάτων και υποχρεώσεων.
Έχει ήδη κριθεί από τη νομολογία (πριν καν τη διασαφήνιση του ζητήματος για νομική προσωπικότητα των κομμάτων από τον ν. 3023/2002) ότι τα πολιτικά κόμματα έχουν τη δυνατότητα παράστασης πολιτικής αγωγής και γενικότερα να είναι διάδικοι ως υποκείμενα δικαιωμάτων και υποχρεώσεων κατ’ άρθρο 62 εδ. β’ καθώς και κατ’ άρθρο 64 παρ. 3 ΚΠολΔ.
Εν προκειμένω, σύμφωνα με την Α. Ψαρούδα – Μπενάκη, πολιτικώς ενάγων παρίσταται ο φορέας του προσβαλλόμενου εννόμου αγαθού– το, δε, προστατευόμενο από τη διάταξη έννομο αγαθό αφορά και τα πολιτικά όργανα (βλ. παρ. 2.1 ανωτέρω). Άρα, τα πολιτικά κόμματα μπορούν κάλλιστα να θεωρηθούν φορείς του προσβαλλόμενου από τη διάταξη εννόμου αγαθού και συνεπώς να δηλώσουν και εδώ παράσταση πολιτικής αγωγής κατά του δράστη του εγκλήματος που προβλέπεται στο άρθρο 162 ΠΚ. Εξάλλου, το άρθρο αναφέρεται σε «ψευδείς ειδήσεις ή συκοφαντικές διαδόσεις που ανάγονται στο πρόσωπο κάποιου υποψηφίου» και είναι προφανές ότι στις εκλογές θέτουν υποψηφιότητα και νομικά πρόσωπα τα οποία έχουν αναγνωριστεί ως πολιτικά κόμματα με τη διαδικασία που αναφέρθηκε ανωτέρω.
Σε κάθε περίπτωση, αντίστοιχα θεωρώ ότι μπορούμε να υποστηρίξουμε και τη δυνατότητα συνδυασμών σε δημοτικές, κοινοτικές ή περιφερειακές εκλογές να παρασταθούν ως πολιτική αγωγή, δυνάμει των άρθρων 62 εδ. β’ και 64 παρ. 3 ΚΠολΔ.
2.5.4 Σε κάθε περίπτωση, δεν πρέπει να παραγνωρίζεται το γεγονός ότι θεμελιώδες αίτημα της ποινικής δίκης είναι η διαρκής αναζήτηση της ουσιαστικής αλήθειας από τότε που ο Εισαγγελέας καθ’ οιονδήποτε τρόπο πληροφορείται την τέλεση εγκλήματος μέχρι την έκδοση αμετάκλητης απόφασης. Ως προς την αναζήτηση της ουσιαστικής αλήθειας, ο πολιτικώς ενάγων φαίνεται να διαδραματίζει σπουδαίο ρόλο στην ποινική δίκη. Ρόλο ο οποίος δε θα μπορούσε να υποκατασταθεί από την απλή κλήτευση αυτού να καταθέσει απλώς ως μάρτυρας κατηγορίας, πολλώ δε μάλλον στις περιπτώσεις που τίθεται θέμα προσβολής της τιμής και της υπόληψης αυτού, όπως στο άρθρο 162 ΠΚ.
  1. Νομολογιακή εφαρμογή του άρθρου 162 ΠΚ και τα όρια στην ερμηνεία του.
3.1. Οι περιπτώσεις πρακτικής εφαρμογής της συγκεκριμένης διάταξης είναι ελάχιστες καθώς η εφαρμογή του άρθρου 162 ΠΚ δοκιμάζει κάθε φορά τα όριά της στο κατοχυρωμένο συνταγματικά (άρθρο14 του Συντάγματος), καθώς και σε ευρωπαϊκό (άρθρο 10 της ΕΣΔΑ) και διεθνές επίπεδο (άρθρο 19 ΔΣΑΠΔ) δικαίωμα του πολίτη να εκφράζει ελεύθερα τη γνώμη του και να κρίνει τη συμπεριφορά και την ιδεολογία των πολιτικών του αντιπάλων.
3.2. Χαρακτηριστική είναι η περίπτωση του ΑΣ, Έλληνα υπηκόου,μουσουλμάνου το θρήσκευμα, που μετείχε στις ελληνικές κοινοβουλευτικές εκλογές του Ιουνίου του 1989 ως υποψήφιος βουλευτής στην εκλογική περιφέρεια Ροδόπης, ανήκων στο πολιτικό κόμμα “Guven” («πίστη»), το οποίο εκπροσωπούσε τμήμα της μουσουλμανικής μειονότητας της Δυτικής Θράκης. Τελικά εξελέγη βουλευτής, αλλά δεν κατέστη δυνατός ο σχηματισμός Κυβέρνησης και προκηρύχθηκαν νέες εκλογές για το Νοέμβριο του 1989, στις οποίες ο προσφεύγων σκόπευε να θέσει πάλι υποψηφιότητα.Ενόψει των εκλογών αυτών ο ΑΣ δημοσίευσε διάφορα κείμενα στην εφημερίδα “Guven”, την οποία εξέδιδε ο ίδιος, και διένειμε προκηρύξεις εκθέτοντας εκεί τις δυσάρεστες, κατά την άποψή του, εμπειρίες της «τουρκικής», όπως την αποκαλούσε, κοινότητας της Δυτικής Θράκης ως απόρροιας της συμπεριφοράς των πολιτικών κομμάτων της χώρας έναντι των μουσουλμάνων. Στα εν λόγω δημοσιευθέντα ή διανεμηθέντα σε ολόκληρη την εκλογική περιφέρεια Ροδόπης κείμενα ο ΑΣχαρακτήριζε την εκλογή του ως ιστορική νίκη για τη μουσουλμανική κοινότητα και καλούσε τους νέους μουσουλμάνους να αποτινάξουν την αδικία, την καταπίεση, τις διακρίσεις και τις απάνθρωπες συνθήκες διαβίωσης που τους είχαν επιβληθεί από τα πολιτικά κόμματα και από τους χριστιανούς εν γένει. Αξίζει να σημειωθεί, ότι χαρακτηριστικό σε όλα αυτά τα κείμενα ήταν η χρησιμοποίηση των όρων «Τούρκοι» και «τουρκική κοινότητα» αντί «μουσουλμάνοι» και «μουσουλμανική κοινότητα», καθώς και ο τονισμός των διακρίσεων μεταξύ «Τούρκων» και «Ελλήνων» χριστιανών, παρουσιάζοντας τους τελευταίους και τα πολιτικά τους κόμματα ως υπεύθυνους για τα προβλήματα των μουσουλμάνων.
Συνεπεία της κυκλοφορίας των ανωτέρω κειμένων ο ΑΣ παραπέμφθηκε στο ακροατήριο του Πλημμελειοδικείου Ροδόπης, με την κατηγορία της εξαπάτησης εκλογέων και της διατάραξης της κοινής ειρήνης λόγω διέγερσης πολιτών σε αμοιβαία διχόνοια (άρθρα 162 και 192 αντίστοιχα του Ποινικού Κώδικα). Η υπόθεση εκδικάστηκε στις 25 Ιανουαρίου 1990 και ενώπιον του ακροατηρίου ο ΑΣ ισχυρίστηκε προς απόκρουση της κατηγορίας ότι πρόθεσή του δεν ήταν να διαταράξει την κοινή ειρήνη και να προκαλέσει την διχόνοια των μουσουλμάνων έναντι των χριστιανών, αλλά να καταδικάσει την καταπίεση της μουσουλμανικής κοινότητα εκ μέρους των κρατικών οργάνων και να επιστήσει την προσοχή επί των προβλημάτων των μελών της κοινότητας αυτής. Εξάλλου, όπως τόνισε, ο όρος «τουρκική κοινότητα» για το χαρακτηρισμό των μουσουλμάνων της Δυτικής Θράκης χρησιμοποιούνταν επανειλημμένα ακόμα και από διοικητικές και δικαστικές αρχές της χώρας. Τελικά το Πλημμελειοδικείο Ροδόπης έκρινε τον ΑΣ αθώο για το αδίκημα της εξαπάτησης εκλογέων (άρθρο 162 ΠΚ), αλλά τον καταδίκασε για διάπραξη του αδικήματος της διατάραξης κοινής ειρήνης σε φυλάκιση 18 μηνών.
Η συγκεκριμένη περίπτωση είναι ενδεικτική και για το κρίσιμο της ορθής εφαρμογής των διατάξεων αυτών καθώς για την περίπτωση αυτή σημειώθηκαν επεισόδια εκ μέρους μουσουλμάνων στην Κομοτηνή, με αποτέλεσμα τη δολοφονία ενός χριστιανού και την καταστροφή πολλών καταστημάτων.
3.3. Αντίστοιχα, σε περίπτωση όπου είχαν υποβληθεί εγκλήσεις – μηνύσεις για συκοφαντικές διαδόσεις για υποψήφιους δημοτικούς συμβούλους συγκεκριμένης παράταξης, με διάταξή του αρχικώς ο Εισαγγελέας Πρωτοδικών Βέροιας και εν συνεχεία ο Αντεισαγγελέας Εφετών Θεσσαλονίκης, έθεσαν αυτές στο αρχείο, καθώς κρίθηκε ότι δεν πληρούται η αντικειμενική υπόσταση του άρθρου 162 ΠΚ. Συγκεκριμένα, η διάταξη του Αντεισαγγελέα Εφετών Θεσσαλονίκης ανέφερε ότι: «Προϋπόθεση της πραγμάτωσης της αντικειμενικής υποστάσεως του εγκλήματος της εξαπάτησης εκλογέων, τετελεσμένου και σε απόπειρα, είναι ότι οι ψευδείς ειδήσεις και συκοφαντικές διαδόσεις ή άλλες πράξεις στρέφονται κατά προσώπου που είναι υποψήφιος σε βουλευτικές ή νομαρχιακές ή δημοτικές ή κοινοτικές εκλογές, δηλαδή έχει ανακηρυχθεί υποψήφιος από το αρμόδιο όργανο σύμφωνα με την εκλογική νομοθεσία»και προχώρησε σε απόρριψη των προσφυγών επί των εξίσου απορριπτικών διατάξεων του Εισαγγελέα Πρωτοδικών Βέροιας, καθώς οι καθ’ων δεν ήσαν υποψήφιοι δημοτικοί σύμβουλοι κατά το χρόνο που έλαβε χώρα η καταγγελλόμενη συμπεριφορά δεδομένου ότι δεν είχε γίνει ακόμη η ανακήρυξη του συνδυασμού τους από το Πρωτοδικείο Βέροιας.
  1. Συμπερασματικά
4.1 Όπως αναφέρεται και από τον Ζαν – Ζακ Ρουσσώ:«ο λαός δεν διαφθείρεται ποτέ, συχνά όμως γελιέται …». Το άρθρο 162 ΠΚ περιλαμβάνεται στα εγκλήματα του τέταρτου κεφαλαίου του ποινικού κώδικα, των οποίων κοινό χαρακτηριστικό γνώρισμα είναι η παρεμπόδιση της, κατά τους κείμενους νόμους, ελεύθερης και γνήσιας εκδηλώσεως της λαϊκής θελήσεως. Αντίστοιχη διάταξη του γερμανικού ποινικού κώδικα (STGB) είναι η παράγραφος 108D, με την οποία, κατά το Ανώτατο Ακυρωτικό της (Δυτικής) Γερμανίας, κατ’ αρχάς μεν παρέχεται η προστασία του εκλογέα από την εξαπάτηση, η οποία έχει αποτέλεσμα την προσβολή του εκλογικού δικαιώματος, έμμεσα όμως προνοεί και εναντίον της νοθεύσεως τους εκλογικού αποτελέσματος, που δεν θα είναι αντίστοιχο στην αληθινή βούληση της ολότητας των εκλογέων. Με τις ποινικές αυτές διατάξεις των άρθρων 162 ΠΚ και 112 παρ. 2 του ΠΔ 26/2012, ο νομοθέτης σκοπεύει εμμέσως να καταλάβει κάθε περίπτωση νόθευσης του εκλογικού αποτελέσματος και άμεσα να λειτουργήσει γενικοπροληπτικά και ειδικοπροληπτικά αναφορικά με την εξαπάτηση των εκλογέων με ψευδείς διαδόσεις ή συκοφαντικές ή και άλλα παρόμοια μέσα, τα οποία επηρεάζουν την εκλογική τους βούληση και δεν εξασφαλίζουν τις προϋποθέσεις για την αδιάβλητη και ελεύθερη έκφραση του λαϊκού φρονήματος.
4.2 Ωστόσο, η ύπαρξη δύο όμοιων διατάξεων, οι οποίες μάλιστα μετά την αναθεώρηση του ποινικού κώδικα με τον ν. 4619/2019, καταλήγουν να προβλέπουν έγκλημα εκ του αποτελέσματος η πρώτη και έγκλημα σκοπού η δεύτερη (αν και υποστηρίζεται ότι εξ αρχής επρόκειτο για έγκλημα εκ του αποτελέσματος), δημιουργεί προβληματική, η οποία και πρέπει να διορθωθεί άμεσα είτε με την τροποποίηση της διατάξεως του άρθρου 112 παρ. 2 του ΠΔ 26/2012, είτε με την κατάργησή της.
Σε κάθε περίπτωση πρέπει να ληφθεί υπόψη, όπως ισχύει άλλωστε και για την περίπτωση του άρθρου 191 ΠΚ, ότι η εσφαλμένη εφαρμογή τέτοιου είδους διατάξεων, έχει τη δυνατότητα να αποβεί άκρως επικίνδυνη στην πράξη. Χαρακτηριστικό είναι ότι η συγκεκριμένη νομική πρόβλεψη προβλημάτισε ήδη πολλές δεκαετίες πριν τους συντάκτες του Ποινικού Κώδικα, που την εισήγαγαν, ως προς το πρακτικώς σκόπιμο της εφαρμογής της, όπως αναφέρεται και στην αιτιολογική έκθεση του ποινικού κώδικα του 1929: «δια το επικινδύνως ακαθόριστον των εννοιών, δια το σχεδόν ανέφικτον της τηρήσεως τοιούτων ορίων εν τη θέρμη της εκλογικής διαπάλης, δια την μεγάληνδυσχέρειαν εις την οποίαν θέλει ευρεθή ο δικαστής να διακρίνη πότε πρόκειται περί κακοβούλως ψεύδους διαδόσεως και πότε περί χαρακτηρισμού μόνον των ιδεών της αντιπάλου μερίδος».Και προκειμένου να εφαρμοστούν με ορθό τρόπο οι συγκεκριμένες διατάξεις, πρέπει να είναι το δυνατόν σαφέστερες και απαλλαγμένες από ερμηνευτικές παλλινωδίες και συγχύσεις με άλλες νομοθετικές προβλέψεις που ισχύουν παράλληλα.
4.3 Στην εποχή της πληροφορίας, είναι σήμερα ακόμα πιο σημαντική η ρήση ότι «όποιος ελέγχει την πληροφόρηση, είναι σχεδόν βέβαιο ότι θα ελέγξει και τη δημόσια τάξη» (HaroldLasswell).Άρα, για τον πραγματικό εκσυγχρονισμό και των δύο αυτών διατάξεων, πρέπει να ληφθεί υπόψη η εξέλιξη των τεχνολογιών της πληροφορίας και το γεγονός ότι οι συνεχείς (πλέον και αυτοματοποιημένες) κοινοποιήσεις μέσω των κοινωνικών δικτύων των δήθεν ειδήσεων, δεδομένου και ότι σήμεραγια τους περισσότερους τα κοινωνικά δίκτυα αποτελούν πρωτογενή πηγή πληροφόρησης, έχουν αυξήσει αλματωδώς τις δυνατότητες διασποράς των ψευδών αυτών ειδήσεων. Έτσι, οι διατάξεις που στοχεύουν στην προστασία είτε των πολιτικών και πολιτειακών σχηματισμών και του εκλογικού σώματος, είτε της δημόσιας τάξης γενικά, από τις ψευδείς ειδήσεις, πρέπει να προσαρμοστούν στα δεδομένα της επικοινωνίας μέσω συστημάτων πληροφοριών (η διάταξη του άρθρου 162 ακόμη και μετά την αναθεώρησή της με τον ν. 4619/2019 δεν έχει διόλου λάβει υπόψιν της με ειδικότερο τρόπο τις δυνατότητες της τεχνολογίας αναφορικά με τη διασπορά, τη μετάδοση, την κατασκευή κ.λπ. ψευδών ειδήσεων και συκοφαντικών διαδόσεων).
Δικηγόρος παρ’Αρείω Πάγω, ποινικολόγος (ΜΔΕ), εγκληματολόγος (ΜΔΕ),Δ.Ν. τομέα ποινικών επιστημών Νομικής Ε.Κ.Π.Α, Επιστημονικός υπεύθυνος έρευνας
στο Πανεπιστήμιο Δυτικής Αττικής, 
Αντιπρόεδρος Κέντρου Μελέτης του Εγκλήματος (ΚΕ.Μ.Ε.)
https://www.dikastiko.gr