Δυσκολίες συναντούν οι καταναλωτές στο να διαχωρίσουν το υγιεινό από το θρεπτικό, υποστηρίζουν οι επιστήμονες



Πρόκληση για τους καταναλωτές αποτελούν οι διάφοροι ισχυρισμοί που υπάρχουν για την υγεία και για τη διατροφή.

Αυτό δείχνουν τα ευρήματα μιας νέας έρευνας του Πανεπιστημίου του Surrey, που δημοσιεύθηκε στο περιοδικό «Nutrients».

Αν και οι ειδικοί κανονισμοί μπορούν να εντοπίσουν τη διαφορά, οι καταναλωτές συχνά έχουν προκαθορισμένες πεποιθήσεις σχετικά με τα θρεπτικά συστατικά και την επίδρασή τους στην υγεία, γεγονός που μπορεί να οδηγήσει σε παρερμηνείες των ετικετών των προϊόντων. Οι ερευνητές προτείνουν πως οι υπεύθυνοι για τη χάραξη της σχετικής πολιτικής θα πρέπει να εξετάσουν καλύτερα την εκπαίδευση των καταναλωτών, ώστε να κατανοούν και να ανταποκρίνονται κατάλληλα σε αυτά που διαβάζουν ή ακούν στην αγορά των διατροφικών ειδών.

«Η επισήμανση των τροφίμων με ισχυρισμούς για την υγεία θα μπορούσε να βοηθήσει τους ανθρώπους να κάνουν καλύτερες επιλογές τροφίμων, αλλά αυτό που ανακαλύψαμε είναι ότι δεν ερμηνεύουν πάντα τους ισχυρισμούς αυτούς με τον τρόπο που υποθέτουμε ότι κάνουν. Είναι σημαντικό να λαμβάνεται υπόψη η αντίληψη των καταναλωτών κατά την ανάπτυξη της πολιτικής», σημειώνει η καθηγήτρια Monique Raats, Διευθύντρια του Κέντρου Τροφής, Συμπεριφοράς Καταναλωτών και Υγείας στο Πανεπιστήμιο του Surrey της Βρετανίας. «Οι ρυθμιστικές αρχές και η βιομηχανία πρέπει να συνεργαστούν στη συλλογή πληροφοριών για να διασφαλίσουν ότι οι γνώσεις και οι πεποιθήσεις των καταναλωτών είναι σωστές και ενημερωμένες, ώστε να κατανοούν και να ανταποκρίνονται κατάλληλα σε αυτά που αναγράφονται πάνω στο πακέτο», αναφέρει η Raats.

Οι διατροφικοί ισχυρισμοί δηλώνουν ότι ένα τρόφιμο περιέχει ένα συγκεκριμένο στοιχείο, ενώ οι ισχυρισμοί για την υγεία συνεπάγονται ένα όφελος για την υγεία που μπορεί να προκύψει από την κατανάλωση του συγκεκριμένου φαγητού. Οι κανονισμοί της ΕΕ, όπως ο κανονισμός για τις διατροφικές και υγειονομικές απαιτήσεις, αποσκοπούν στην εξάλειψη των αδικαιολόγητων και ενδεχομένως παραπλανητικών ισχυρισμών από τα τρόφιμα και στην παροχή του κατάλληλου επιπέδου προστασίας των καταναλωτών. Το επίπεδο των αποδεικτικών στοιχείων που απαιτούνται για τη στήριξη ενός ισχυρισμού για την υγεία, είναι πιο εκτεταμένο γιατί χρειάζεται να τεκμηριωθεί ότι υπάρχει κάποιο όφελος για την υγεία. Ωστόσο, υπάρχει αμφιβολία ως προς το αν οι καταναλωτές κάνουν διάκριση μεταξύ αυτών των δύο τύπων αξιώσεων.

Πώς οι καταναλωτές παρερμηνεύουν τις αξιώσεις;

Η ερευνητική ομάδα με επικεφαλής την καθηγήτρια Raats εξέτασε εάν οι καταναλωτές από το Ηνωμένο Βασίλειο, τη Γερμανία, τις Κάτω Χώρες, την Ισπανία και τη Σλοβενία ήταν σε θέση να διακρίνουν μεταξύ διαφόρων ισχυρισμών υγείας και διατροφής σε κάποια τρόφιμα. Τα ευρήματα έδειξαν ότι, όταν τα θρεπτικά συστατικά ήταν οικεία και τα χρησιμοποιούσαν οι καταναλωτές, τότε «αναβάθμιζαν» τους διατροφικούς ισχυρισμούς σε ισχυρισμούς για την υγεία, βασιζόμενοι απλώς στις προηγούμενες γνώσεις τους. Οι ρυθμιστικές αρχές, οι εκπαιδευτικοί και οι επαγγελματίες υγείας πρέπει να εξετάσουν το ενδεχόμενο παροχής πληροφοριών στο κοινό για να το βοηθήσουν να κατανοήσει τι σημαίνουν οι διάφοροι αυτοί τύποι αξιώσεων, σύμφωνα με τη Raats. Η κατανόηση της μεταξύ τους διαφοράς μπορεί να βοηθήσει τους καταναλωτές να κάνουν πιο ενημερωμένες επιλογές τροφίμων.

Η Raats προτείνει την εφαρμογή ενός «καλά σχεδιασμένου και στοχοθετημένου προγράμματος ενημέρωσης των καταναλωτών», το οποίο ενδεχομένως θα υποστηρίζεται, για παράδειγμα, από αξιόπιστες λεπτομερείς ιστοσελίδες, ώστε να βελτιωθεί η ευαισθητοποίηση των καταναλωτών και να κατανοηθούν οι έννοιες που χρησιμοποιούνται στους ισχυρισμούς για τη διατροφή και την υγεία. Οι προσπάθειες πολιτικής πρέπει επίσης να επικεντρωθούν στους τρόπους βελτίωσης των κινήτρων και του ενδιαφέροντος για υγιεινή διατροφή μεταξύ των καταναλωτών, οι οποίοι θα μπορούσαν να αυξηθούν με τη θέσπιση κατάλληλων στρατηγικών επικοινωνίας.

«Η μελλοντική έρευνα πρέπει να επιδιώξει να διερευνήσει τα αποτελέσματα αυτής της μελέτης σε περιβάλλοντα αγορών του πραγματικού κόσμου. Καθώς τα νέα συστατικά μπαίνουν στην αγορά και υπάρχει νέα επιστήμη για τη σχέση μεταξύ των τροφίμων και της υγείας, οι πηγές πληροφοριών θα πρέπει να ενημερώνονται», καταλήγει η Raats.


Πηγή: Φωτεινή Πουρνάρα – itrofi.gr