Κείμενο Ρούπα - Μαζιώτη για τις εκλογές


Από τη δεκαετία του ’90 στην Ελλάδα, το ποσοστό των ανθρώπων που προσέρχονται να ψηφίσουν τους ‘‘εθνικούς αντιπροσώπους τους’’ μειώνεται όλο και περισσότερο, γεγονός που σχετίζεται άμεσα
με την επέλαση και επικυριαρχία του νεοφιλελεύθερου μοντέλου οικονομικής λειτουργίας του συστήματος, την απελευθέρωση κεφαλαίων, τη σταδιακή μείωση των μισθών και των συντάξεων, την αποσάρθρωση των όποιων κοινωνικών, πολιτικών  και οικονομικών ελέγχων προς το κεφάλαιο και τις λειτουργίες του.
Η αποχή αυξάνεται σε ακόμα μεγαλύτερο βαθμό προς το τέλος της δεκαετίας του 2000, αποκαλύπτοντας πως ένα πολύ σημαντικό κομμάτι της κοινωνίας έχει γυρίσει την πλάτη στο αντιπροσωπευτικό σύστημα καθώς έχει κατανοήσει την οριστική πλέον σύμπλευση –έως την ταύτιση– των συμφερόντων της πολιτικής εξουσίας με αυτά των πλουσίων και τη βαθιά ταξική πολιτική που εκφράζει και επιβάλλει το σύνολο των καθεστωτικών κομμάτων εις βάρος της πλειοψηφίας της κοινωνίας. Τα ποσοστά αυτά σε ορισμένες εκλογικές διαδικασίες προσέγγισαν ή ξεπέρασαν το 40%, αναδεικνύοντας την βαθιά κρίση κοινωνικής νομιμο-ποίησης που πλήττει το πολιτικό σύστημα, καθώς σχεδόν ένας στους δύο ανθρώπους αρνούνται να ψηφίσουν. Το φαινόμενο αυτό δεν εκδηλώνεται μόνο στην Ελλάδα, αλλά –άλλοτε σε μικρότερο, άλλοτε σε μεγαλύτερο βαθμό– σε όλες τις χώρες ειδικά του ‘‘καπιταλιστικού κέντρου’’ και σε ορισμένες περιπτώσεις, όπως για παράδειγμα στη Γαλλία, το ποσοστό αποχής φθάνει στο 60%.
Το αυξημένο ποσοστό αποχής στην Ελλάδα ναι μεν δείχνει την αυξημένη απαξίωση στην οποία έχει επεισέλθει το αντιπροσωπευτικό σύστημα, πλην όμως δείχνει να έχει ακόμα αντοχές, δεδομένων των σκοτεινών ‘‘μνημονιακών’’ χρόνων που έχουμε ήδη διανύσει και ό, τι τα συνόδευε. Εξάλλου οι δανειακές συμβάσεις που επιβλήθηκαν στη χώρα από το ’10, παράλληλα με τα εγκληματικά μέτρα ‘‘οικονομικής προσαρμογής’’ που διαμόρφωσαν και διαμορφώνουν συνθήκες κοινωνικής γενοκτονίας στη χώρα, συνοδεύτηκαν ως γνωστό από σειρά απεχθών όρων οι οποίοι συνιστούσαν κατάλυση της ίδιας της πολιτικής και συνταγματικής υπόστασης του ελληνικού αντιπροσωπευτικού συστήματος. Παρ’ όλα αυτά έγιναν αποδεκτές, υποστηρίχτηκαν και επιβλήθηκαν από όλα τα κόμματα εξουσίας.
Ιδιαίτερη υποστήριξη προς την αναγκαιότητα επιβολής των ‘‘μνημονίων’’ για την αποφυγή των ‘‘καταστροφικών για όλους’’ συνεπειών μιας στάσης πληρωμών,  προσέφερε φυσικά, το κεφάλαιο, οι μεγάλοι επιχειρηματίες, οι οπαδοί του νεοφιλελευθερισμού και τα περισσότερα ΜΜΕ. Πάντως άλλοι σε μικρότερο άλλοι σε μεγαλύτερο βαθμό όλοι οι πολιτικοί εκφραστές του νεοφιλελεύθερου μοντέλου –και τα φερέφωνά του–, αλλά και οι επικριτές του, από τη σοσιαλδημοκρατία έως την αριστερά, κατέληξαν –ακόμα και ύστερα από μια περίοδο επικριτικής στάσης απέναντι στα ‘‘μνημόνια’’, όπως ο Σύριζα– να αποδεχτούν το ‘‘μονόδρομο’’ των δανειακών συμβάσεων και των προγραμμάτων οικονομικής προσαρμογής.
Η κυβέρνηση Καραμανλή το 2009 παρέδωσε στην ουσία την εξουσία στο ΠΑΣΟΚ, αφού εξήγγειλε εμμέσως πλην σαφώς τη δύσκολη οικονομική θέση που είχε περιπέσει η χώρα και την προοπτική εφαρμογής μιας αναγκαίας πολιτικής σκληρής ‘‘δημοσιονομικής εξυγίανσης. Ο Παπανδρέου από την άλλη κέρδισε με ευκολία τις εκλογές το 2009 μέσω της ‘‘διάψευσης των κινδυνολογιών’’ της ΝΔ και την υπόσχεση παροχών και αυξήσεων με το γνωστό ‘‘λεφτά υπάρχουν’’. Στην ουσία η κυβέρνηση της ΝΔ δεν ήθελε να είναι αυτή που θα αναλάμβανε το
βρώμικο ρόλο των προγραμμάτων ‘‘οικονομικής προσαρμογής’’ που θα απαιτούνταν.
Η οικονομία βρισκόταν ήδη σε δεινή κατάσταση –η κυβέρνηση της ΝΔ το γνώριζε–, η οποία ήταν αποτέλεσμα της ‘‘πρόσκρουσης’’ της παγκόσμιας οικονομικής κρίσης με τις αναπτυξιακές πολιτικές των προηγούμενων χρόνων που ακολουθούσαν τόσο οι κυβερνήσεις του ΠΑΣΟΚ όσο και της ΝΔ αργότερα και των επιπτώσεων που αυτές επέφεραν στα οικονομικά της χώρας: Διπλά ελλείμματα, μεγάλο δημόσιο χρέος, υπερχρέωση των οικονομικά αδύναμων και της μεσαίας τάξης.
Οι αναπτυξιακές πολιτικές από τη δεκαετία του ’90 –και με ιδιαίτερη ένταση από τη δεκαετία του 2000, με τον ‘‘αέρα’’ της ‘‘αέναης καπιταλιστικής ανάπτυξης και της ανεμπόδιστης παγκοσμιοποίησης’’–  συνιστούσαν μια μόνιμη πολυδιάστατη υποστήριξη του κεφαλαίου και των επιχειρηματιών μέσω φορολογικών ελαφρύνσεων, μέσω απαλλαγών και ‘‘δώρων’’ από τα δημόσια ταμεία, –συμπεριλαμβανομένης και της μόνιμης φοροαπαλλαγής που εφάρμοζαν πολλοί από αυτούς–, πρακτικές που έφεραν ακόμα και έτοιμες με δημόσιο χρήμα επενδύσεις να χαρίζονται σε επιχειρηματίες (βλ. συμπράξεις δημόσιου-ιδιωτικού τομέα για δημιουργία οδικών αρτηριών).
Η σκανδαλωδώς ευνοϊκή πολιτική απέναντι στις μεγάλες επιχειρήσεις που εφάρμοζαν οι κυβερνήσεις και των δύο μεγάλων κομμάτων πριν το ξέσπασμα της οικονομικής κρίσης, συνοδευόταν με τις ακραίες νεοφιλελεύθερες αποδιαρθρώσεις στις εργατικές σχέσεις, το σάρωμα εργασιακών κεκτημένων, τη συμπίεση των μισθών, την εδραίωση της μερικής απασχόλησης και τη νομιμοποίηση της μαύρης εργασίας, την καταστροφική εκμετάλλευση των αποθεματικών των ασφαλιστικών ταμείων από χρηματιστηριακές εταιρείες.
Όλα τα παραπάνω συνέτειναν στην κοινή προσπάθεια διαμόρφωσης φιλικού προς τις επενδύσεις περιβάλλοντος, με το επιχείρημα ότι η ‘‘επιχειρηματική κερδοφορία θα έφερνε σειρά οικονομικών ωφελημάτων στη χώρα’’. Οι ρυθμοί ανάπτυξης στην Ελλάδα καθ’ όλη την δεκαετία του 2000 ήταν αρκετά υψηλοί, ξεπερνώντας κάποιες περιόδους το 5%, χωρίς όμως να συνοδεύεται από κάποια ισχυρή βελτίωση του βιοτικού επιπέδου της κοινωνικής βάσης, η οποία αντιστάθμιζε τα ‘‘οφέλη’’ της μείωσης των μισθών, της μερικής απασχόλησης, της εργασιακής ανασφάλειας και της ανεργίας με τη μαζική προσφυγή στις τράπεζες για δανεισμό.
Η κεντρική πολιτική των τραπεζών για χρηματιστηριακή επέκταση στηρίχτηκε στην επέκταση του δανεισμού και σε αυτό συνηγορούσαν τόσο τα χαμηλά επιτόκια όσο και οι ‘‘βεβαιότητες’’ της αέναης ανάπτυξης και καπιταλιστικής επέκτασης. Η δεκαετία του 2000 χαρακτηρίζεται από την έκρηξη του παγκόσμιου χρέους και δημιουργίας του μεγαλύτερου ιστορικά χρέους στο καπιταλιστικό κέντρο, το οποίο έφτασε –παγκόσμια– τα 170 τρισ/ρια δολάρια, πολλαπλάσιο του παγκόσμιου ΑΕΠ.
Το χρέος έγινε η ‘‘ατμομηχανή’’ της παγκόσμιας ανάπτυξης και κυρίως, η ‘‘βαριά βιομηχανία’’ άντλησης υπεραξίας μέσω της τιτλοποίησής του. Η νεοφιλελεύθερη παγκοσμιοποίηση αύξησε τον αριθμό των κροίσων παγκοσμίως και κατάφερε να υποθηκεύσει τον πλούτο της κοινωνικής βάσης.

Όλες οι κυβερνήσεις στην Ελλάδα μέχρι την εκδήλωση της κρίσης έχουν στηρίξει το κεφάλαιο με όλους τους δυνατούς τρόπους, ακόμα και με επιδοτήσεις για την ‘‘μετανάστευση’’ επιχειρήσεων σε βαλκανικές χώρες με χαμηλότερο εργασιακό κόστος (κυβέρνηση Καραμανλή) με την παραχώρηση των αποθεματικών των ασφαλιστικών ταμείων για την ‘‘επενδυτική’’ αξιοποίησή τους σε ΑΕΔΑΚ (κυβέρνηση Σημίτη), με τη συντονισμένη πολιτική της κυβέρνησης του ΠΑΣΟΚ στα τέλη της δεκαετίας του ’90 που ‘‘έσπρωχνε’’ την κοινωνική βάση στον χρηματιστηριακό τζόγο, με τη σκανδαλώδη ‘‘επιχείρηση’’ των ολυμπιακών αγώνων. Με πρακτικές στήριξης της κερδοφορίας του κεφαλαίου όπως οι προαναφερόμενες κατάφεραν οι κυβερνήσεις μια κολοσσιαία μεταβίβαση κοινωνικού πλούτου από την κοινωνική βάση προς τα πλούσια στρώματα. Οι πρακτικές στήριξης του κεφαλαίου από τις κυβερνήσεις δεν κατέτειναν στη δημιουργία νέων επενδύσεων και νέων θέσεων εργασίας, αλλά πριμοδοτούσαν τη μείωση των επενδύσεων και την  ανεργία ενώ μεγάλωναν τα ελλείμματα και το δημόσιο χρέος (βλ. προκηρύξεις Επαναστατικού Αγώνα 2003 – 2006). Όσο για τα ασφαλιστικά ταμεία έχασαν 14 δις ευρώ από αγορές κρατικών ομολόγων παραμονές του PSI. (!) Ένα κούρεμα που προφανώς και δεν καλύφθηκε από την ΕΚΤ όπως έγινε με τις ελληνικές τράπεζες.
Το ελληνικό χρέος λόγω των ολυμπιακών αγώνων και των πολυποίκιλων παροχών στους επιχειρηματίες (σημαντική η μείωση της φορολόγησης επιχειρήσεων, κερδών, αλλά και της περιουσίας των πλουσίων επί κυβερνήσεων ΝΔ), έφτασε το 2005 το 107% του ΑΕΠ ή 214 δις ευρώ. Το 2009 με τα πρώτο πακέτο παροχών της κυβέρνησης Καραμανλή έφτασε το 126% του ΑΕΠ ή 301,1 δις ευρώ ενώ πριν την είσοδο της χώρας στα μνημόνια έφτασε το 145% του ΑΕΠ, ύστερα και από την επίθεση των αγορών και τη ραγδαία υποτίμηση των ελληνικών ομολόγων.
 Όσον αφορά το μύθευμα της συνευθύνης των χαμηλών κοινωνικά στρωμάτων και της άρχουσας τάξης στον δημοσιονομικό εκτροχιασμό που ήταν αιτία για την κρίση, ή για την ανάγκη να υποστηριχθεί το σύστημα από όλους και κυρίως από τους πιο αδύναμους, όπως έγινε με τα ‘‘μνημόνια’’, με την αιτιολόγηση από τις κυβερνήσεις ότι χωρίς τα ‘‘μνημόνια’’ και τα πακέτα οικονομικής στήριξης δεν θα υπάρχουν χρήματα για μισθούς και συντάξεις, οι έρευνες δείχνουν μια εκ διαμέτρου αντίθετη κατάσταση. Οι όποιες κοινωνικές παροχές και οι συντάξεις των μισθωτών χρηματοδοτούνται εξ’ ολοκλήρου από τους φόρους που οι ίδιοι πληρώνουν και από αυτή τη φορολογία χρηματοδοτούνται και κρατικές λειτουργίες σε ποσοστό 6,5% του ΑΕΠ κατά μέσο όρο από το 1995 έως το 2008, ποσοστό που υπερκαλύπτει τους τόκους αποπληρωμής του χρέους εκείνης της περιόδου (στοιχεία από ΤτΕ) .
Από το 2010 και μετά η εκβιαστική υφαρπαγή κοινωνικού πλούτου έγινε σαφώς μεγαλύτερη με τα ‘‘μνημόνια’’ και τις απειλές ‘‘της καταστροφής του κόσμου’’ που εξαπέλυσε η άρχουσα οικονομική τάξη, η πολιτική εξουσία και τα φερέφωνά της στα ΜΜΕ, αφού  η φορολόγηση των χαμηλότερων κοινωνικών στρωμάτων αυξήθηκε δραματικά. Από το 2010 και μετά ξεκινά μια δραστική υποβάθμιση του βιοτικού επιπέδου που όμοιό του δεν έχει ζήσει χώρα του καπιταλιστικού κέντρου σε περίοδο κρίσης.
Ενώ η ανεργία εκτινάχτηκε στο 27% και η πραγματική ανεργία έφτασε στο 35%, συνεχείς φορολογικές επιθέσεις με την έμμεση και άμεση φορολόγηση των μεσαίων και χαμηλών στρωμάτων, δημιούργησαν συνθήκες κοινωνικής γενοκτονίας στην Ελλάδα, συνθήκες που αντιστοιχούσαν σε αυτές μιας χώρας που βρίσκεται σε καιρό πολέμου. Το 27% του ΑΕΠ εξαϋλώθηκε με τα προγράμματα ‘‘οικονομικής προσαρμογής’’ της τρόικας και τα ποσοστά της πραγματικής φτώχειας ξεπέρασαν το 50%.
Η πολιτική της εσωτερικής υποτίμησης με στόχο την επίτευξη της ανταγωνιστικότητας στην ελληνική παραγωγή που υιοθετήθηκε όλη την περασμένη δεκαετία και εντάθηκε με τα ‘‘μνημόνια’’ λαμβάνοντας κεντρικό ρόλο στα προγράμματα  ‘‘οικονομικής προσαρμογής για την έξοδο από την κρίση’’, οδήγησε στην καθίζηση των εισοδημάτων για τα χαμηλά κοινωνικά στρωματά και την αύξηση του πλούτου για τα υψηλά.
Η μικρή μείωση της ανεργίας που σημειώθηκε τα τελευταία δύο χρόνια καθώς και η επίσης μικρή μείωση της ακραίας φτώχειας δεν μπορούν να θεωρηθούν στοιχεία ανατροπής της δεινής οικονομικής θέσης που έχει βρεθεί η πλειοψηφία της κοινωνίας ύστερα από εννέα χρόνια ‘‘μνημονίων’’. Η πραγματικότητα σήμερα δεν παρέχει κανέναν στοιχείο που να δείχνει ότι η εφιαλτική περίοδος της κρίσης και των ‘‘μνημονίων’’ λαμβάνει τέλος. Aπό το 2010 μέχρι σήμερα έχει γίνει δραστική μείωση του κατώτατου μισθού ενώ από το 2012 οπότε και έγινε η μεγαλύτερη μείωσή του κατά 22% (32% για νέους κάτω των 25 ετών), δεν έχει γίνει καμία αναπροσαρμογή έως σήμερα και παραμένει στα ίδια επίπεδα που είναι από τα χαμηλότερα στην Ευρώπη. Οι μικρές αυξήσεις σε πραγματικούς όρους το 2015 και 2016 είναι αποτέλεσμα του αρνητικού πληθωρισμού ενώ το 2017 ο κατώτατος μισθός μειώθηκε παραπάνω κατά 1, 2%.
Οι φτωχοί εργαζόμενοι στον ιδιωτικό τομέα με μισθό έως 499 ευρώ έφτασαν το 14,5% του συνόλου των εργαζομένων. Το 22,9% μεταξύ 500 – 699 ευρώ, και 12,8% μεταξύ 700 – 799 ευρώ. Οι εργαζόμενοι που παίρνουν μισθό έως 999 ευρώ φτάνουν το 66,2% και πάνω από 1000 ευρώ το 17,3%. Η ‘‘γενιά των 700 ευρώ’’ όπως αποκαλούσαμε πριν την κρίση τους φτωχούς εργαζόμενους, ήταν 13,1% το 2009 και σήμερα έφτασε το 37,4%, ενώ δραστική μείωση παρουσιάζονται στα ποσοστά αυτών που λαμβάνουν  700 – 899 ευρώ (16,8 το 2017 από 35,7% το 2009, ΕΛΣΤΑΤ).
Στην ανάλυση των νεοφιλελεύθερων σχεδιαστών οικονομικής στρατηγικής η ‘‘ανελαστικότητα της αγοράς εργασίας είναι υπεύθυνη για την ανεργία’’. Το ελληνικό παράδειγμα είναι μια παταγώδης διάψευση αυτής της θέσης που μόνο ως στρατηγική σταυροφορίας υπέρ του κεφαλαίου μπορεί να θεωρηθεί, αφού στους τομείς όπου παρουσιάζονται τα πιο υψηλά ποσοστά ανεργίας, είναι αυτοί όπου υπάρχουν και τα υψηλότερα ποσοστά μερικής και προσωρινής εργασίας (βλ. ΕΛΣΤΑΤ, έρευνες εργατικού δυναμικού 2011 – 2017). Παρά τη δεδομένη αποτυχία αυτού του στόχου και παρά το γεγονός ότι η σύνθλιψη του βιοτικού επιπέδου της κοινωνικής πλειοψηφίας είναι φανερό ότι παρασύρει στη δίνη της καθίζησης το σύνολο της οικονομίας, οι ‘‘ευέλικτες’’ μορφές εργασίας (μερική και εκ περιτροπής εργασία) κατέχουν τη μερίδα του λέοντος στις προτιμήσεις των επιχειρηματιών ξεπερνώντας το 50% των προσλήψεων τα τελευταία 4 έτη. Αντίστοιχα οι προσλήψεις πλήρους απασχόλησης έχουν μειωθεί από 79% το 2009 σε 45% το 2017. Γενικότερα το ποσοστό μεταβολής  των μετατροπών των ατομικών συμβάσεων από πλήρους σε μερικής και εκ περιτροπής εργασίας μεταξύ του 2009 – 2017 έχει συνολική αύξηση 215,02%, η ποσοστιαία αύξηση των αναγκαστικών μετατροπών των ατομικών συμβάσεων πλήρους εργασίας σε εκ περιτροπής εργασία μονομερώς από τον εργοδότη έφτασε το 825,33% ενώ οι μετατροπές των ατομικών συμβάσεων από πλήρους απασχόλησης σε μερικής και σε ‘‘εθελοντικής’’ εκ περιτροπής εργασία, έχουν αυξηθεί την ίδια περίοδο κατά 187,99% και 204,61% αντίστοιχα. (ΕΛΣΤΑΤ, Έρευνα Εργατικού Δυναμικού).
Η επιβολή των ‘‘ευέλικτων’’ μορφών εργασίας τείνει να πάρει καθολική μορφή αυξάνοντας την ανασφάλεια και υποβαθμίζοντας συνεχώς τις συνθήκες, τους όρους εργασίας και τους μισθούς. Το ποσοστό αυτών που εργάζονται στο σύνολο του πληθυσμού εργάσιμης ηλικίας το 2017 ήταν 54,6% (χαμηλότερο ποσοστό ήταν το 2013 που δεν ξεπερνούσε το 48,4%), ενώ το 2008 πριν την έναρξη της ελληνικής κρίσης ήταν 61,8%. Το πραγματικό επίπεδο της ανεργίας ήταν 27,52% το 2017 ( 7% πάνω από το επίσημο ποσοστό), ενώ σε προηγούμενα χρόνια της κρίσης το ποσοστό αυτό είχε ξεπεράσει το 30%.
Όσον αφορά τον επίσημο δείκτη της φτώχειας που υπολογίζεται με βάση εισοδήματα μικρότερα του 60% του διάμεσου διαθέσιμου εισοδήματος του πληθυσμού τη δεδομένη χρονική περίοδο που γίνεται η μέτρηση, το ποσοστό της φτώχειας αυξάνεται από 19,7% το 2009 σε 23,1% το 2012 – 2013 όπου φτάνει στο μέγιστο σημείο της και δείχνει να μειώνεται, καταλήγοντας στο 21,2% το 2016. Θεωρείται πως η μείωση αυτή των ποσοστών φτώχειας οφείλεται στην αύξηση της απασχόλησης και την παροχή ελάχιστου εγγυημένου εισοδήματος το 2014. Όμως στα ποσοστά αυτά οφείλουμε να συνεκτιμήσουμε το γεγονός ότι το διάμεσο εισόδημα με βάση το οποίο γίνονται οι σχετικές μετρήσεις μειώνεται σταθερά από το 2010. Αυτό έχει σαν αποτέλεσμα να παρουσιάζεται ένα πλασματικό ποσοστό της πραγματικής φτώχειας στην Ελλάδα, η οποία είναι μακράν μεγαλύτερη αν υπολογιστεί με βάση το διάμεσο εισόδημα του 2008 πριν δηλαδή την εκδήλωση της κρίσης. Με βάση το διάμεσο εισόδημα του 2008 το ποσοστό της φτώχειας ανεβαίνει από 18,9% το 2009, στο 47,8% το 2016 ενώ η μείωσή του έως σήμερα είναι οριακή. Με βάση δηλαδή το διάμεσο εισόδημα του 2008, ο μισός πληθυσμός της χώρας εξακολουθεί να βρίσκεται κάτω από το όριο της φτώχειας!
Οι όποιες διακηρύξεις για προγράμματα αντιμετώπισης της ανεργίας, της φτώχειας, του κοινωνικού αποκλεισμού συνιστούν ωμό ψέμα, καθώς κανένα από τα στοιχεία που αφορούν τις εξελίξεις στην εργασία, τους μισθούς, τη μη διάθεση των επιχειρηματιών για επανεπένδυση των κερδών, δεν μπορούν να λειτουργήσουν υποστηρικτικά προς τέτοιου είδους εξαγγελίες. Πόσο μάλλον να επιβεβαιώσουν ισχυρισμούς για πολιτικές που ήδη λειτουργούν προς την αντιστροφή αυτής της δεινής κατάστασης.
Τα τελευταία 9 χρόνια των ‘‘μνημονίων’’ οι πλούσιοι στην Ελλάδα αύξησαν τον πλούτο τους κατά 20% ενώ η πλειοψηφία της κοινωνίας είτε πέρασε είτε απειλείται συνεχώς να περάσει το κατώφλι της φτώχειας. Παράλληλα, τα περιθώρια κέρδους για το κεφάλαιο αυξάνονται εν μέσω ‘‘μνημονίων’’ χωρίς ωστόσο να πραγματοποιούνται νέες επενδύσεις γεγονός που αναδεικνύει ότι τα προγράμματα ‘‘οικονομικής προσαρμογής’’ είναι καταστροφικά για την κοινωνική πλειοψηφία και δεν οδηγούν στο προβαλλόμενο ως το ‘‘επιδιωκόμενο’’ αποτέλεσμα, της αύξησης των επενδύσεων και την αντιμετώπιση της ανεργίας.

Είναι γνωστό πως κεντρικός στόχος της επόμενης κυβέρνησης της ΝΔ είναι η μείωση της φορολογίας για τις επιχειρήσεις, αλλά και η μείωση της φορολογίας επί των κερδών. Όμως η προηγούμενη ‘‘εμπειρία’’ έχει καταγράψει ότι τα αδιανέμητα κέρδη των επιχειρήσεων –που δεν είναι διόλου ευκαταφρόνητα εν μέσω κρίσης–, υπερκαλύπτουν τις επενδύσεις από το 2008 έως το 2017. Παρ’ όλα αυτά τα αδιανέμητα κέρδη δεν κατευθύνονται σε νέες επενδύσεις, αλλά συσσωρεύονται ως πλούτος στις τσέπες των ήδη πλούσιων (Διαφορά επενδύσεων και αδιανέμητων κερδών το 2008 – 2017 από Eurostat, TτΕ).
Τα υπερκέρδη των επιχειρήσεων στην Ελλάδα ήταν σε υψηλά επίπεδα σε σχέση με τις άλλες χώρες στην ΟΝΕ ιδίως από το 2004 και μετά, ενώ από το 2010 με τα ‘‘μνημόνια’’ έχουν μια συνεχή αυξητική πορεία (την ίδια περίοδο σημειώνεται σημαντική αύξηση του ποσοστού κέρδους), χωρίς ωστόσο αυτά τα υπερκέρδη να μετασχηματίζονται σε νέες επενδύσεις. Παράλληλα από το ’10 και μετά καταγράφεται συνεχώς μείωση του Μοναδιαίου Κόστους Εργασίας λόγω της μείωσης των μισθών (ΕΛΣΤΑΤ). Μια εξέλιξη που συνιστά τον πυρήνα της στρατηγικής των ‘‘μνημονίων’’ με υποτιθέμενο στόχο την αύξηση της ανταγωνιστικότητας και τις νέες επενδύσεις, στόχος που δεν έχει αποτυπωθεί στην ελληνική οικονομική πραγματικότητα.
Επίσης, η κλασική νεοφιλελεύθερη προσέγγιση για την αντιμετώπιση της κρίσης με βάση την οποία η μείωση κόστους παραγωγής και μισθών θα οδηγήσει σε μείωση των τιμών, δεν αποτυπώνεται ούτε στην ελληνική κατάσταση, όπως έχει αποδειχθεί ότι δεν έχει λειτουργήσει σε καμία άλλη περίπτωση στο παρελθόν. Προς αυτή την κατεύθυνση κατατείνει και η άλλη ακραία νεοφιλελεύθερη εξαγγελία της ΝΔ για σύνδεση των μισθών με την ανάπτυξη που εξασφαλίζει την εντατικοποίηση της εργατικής παραγωγής έως την εξόντωση για το κυνήγι μιας μικρής αύξησης στους μισθούς, η οποία θα προσκρούει συνεχώς στην αδυναμία επίτευξης των ‘‘αναγκαίων’’ αναπτυξιακών στόχων. Τέλος η διακήρυξη του ίδιου κόμματος για τη δημιουργία τριών πυλώνων στο συνταξιοδοτικό, αφορά μια παλιά προσπάθεια που τέθηκε ως πρόταση πρώτη φορά από το ΠΑΣΟΚ και στη συνέχεια από τη ΝΔ, και που στοχεύει στη πλήρη ιδιωτικοποίηση της κοινωνικής ασφάλισης, προς τέρψη των ραντιέρηδων των αγορών  που απομυζούν τα αποθεματικά των ασφαλιστικών ταμείων (Πιο αναλυτικά βλ. Προκήρυξη Επαναστατικού Αγώνα για Χρηματιστήριο, 2009).
Η κατακράτηση των υπερκερδών από τους επιχειρηματίες τα οποία προέκυψαν ως επί το πλείστον από τη μείωση του κόστους εργασίας, και η αυξητική πορεία που ακολουθούν οι τιμές των προϊόντων, σε συνδυασμό με την υπόσχεση της επιπλέον φορολογικής ελάφρυνσης των επιχειρήσεων και των κερδών, θα καταλήξει σε μια ακόμα πιο άγρια οικονομική κατάσταση για την κοινωνική πλειοψηφία, η οποία όχι μόνο ζει τον εφιάλτη της ανεργίας ή τον εφιάλτη του εξευτελισμού της εργασίας του που πετάει στη φτώχεια εκατομμύρια εργαζόμενους, όχι μόνο θα συνεχίσει να σηκώνει τα μεγάλα φορολογικά βάρη με την κοινωνικά άδικη έμμεση φορολογία και την άμεση που υφαρπάζει το ίδιο το υστέρημα των φτωχών (βλ. περαιτέρω μείωση του αφορολόγητου), όχι μόνο αντιμετωπίζει τον εφιάλτη της ακρίβειας καθώς οι επιχειρηματίες αρνούνται να μειώσουν τις τιμές σε αγαθά και υπηρεσίες, αλλά βυθίζεται όλο και πιο βαθιά στο αδιέξοδο που συνδιαμορφώνουν οι ταξικές πολιτικές του αντιπροσωπευτικού συστήματος εξουσίας ευνοώντας τους ήδη πλούσιους, και χτυπώντας τους φτωχούς, ευνοώντας την άρχουσα οικονομικά τάξη που οι πολιτικές κοινωνικής γενοκτονίας και η εξόντωση ολόκληρων τμημάτων του πληθυσμού δεν την πτοούν στο άπληστο κυνήγι του κέρδους. Έτσι κι αλλιώς το κεφάλαιο αναπαράγεται πατώντας επί πτωμάτων.
Συνεπώς η πολιτική ‘‘ενίσχυσης της επιχειρηματικότητας’’ που θα εφαρμόσει η ΝΔ συνιστά ένα ακόμα ‘‘δώρο’’ στην άρχουσα οικονομικά τάξη με δεδομένη μάλιστα –από γνώση προηγούμενων χρόνων– την απροθυμία  των επιχειρηματιών να επανεπενδύουν τα κέρδη τους, τα οποία προτιμούν να κατακρατούν. Πέρα από την όποια επιχειρηματολογία να αποδοθεί στην εγχώρια επιχειρηματική κουλτούρα αυτή η πρακτική, θα πρέπει να συμπεριλάβουμε το γεγονός ότι στην ευρύτερη απροθυμία των επιχειρηματιών για επανεπένδυση των κερδών τους στην Ελλάδα, συμπεριλαμβάνονται οι ευρύτερες οικονομικές συνθήκες όπως διαμορφώνονται από την παγκόσμια κρίση, η μείωση του διεθνούς εμπορίου και των εξαγωγών παγκόσμια και η παράλληλη ανυπαρξία οποιουδήποτε περιθωρίου να απορροφηθεί το παραγόμενο προϊόν από την εσωτερική αγορά λόγω της καθίζησης της αγοραστικής δύναμης.
Η παρουσίαση της βελτίωσης του εμπορικού ισοζυγίου (εισαγωγές - εξαγωγές) στην Ελλάδα, δεν οφείλεται στην αύξηση του μεριδίου των ελληνικών εξαγωγών στο παγκόσμιο εμπόριο, το οποίο μερίδιο μειώθηκε, αλλά στη μείωση των εισαγωγών στα χρόνια των ‘‘μνημονίων’’ ως απόρροια της καθίζησης της εγχώριας αγοραστικής δύναμης. Η μικρή αύξηση στις εξαγωγές δεν οδηγεί σε αύξηση του εμπορικού ισοζυγίου και δεν συμβάλει στη δημιουργία εθνικού εισοδήματος (στοιχεία Eurostat). Εξάλλου, το διεθνές εμπόριο ενώ από το 2000 – 2008  αυξανόταν με ρυθμό διπλάσιο έως τετραπλάσιο από την αύξηση του παγκόσμιου ΑΕΠ, ενώ το 2010 αυξανόταν με ετήσιο ρυθμό 14%, όταν το παγκόσμιο ΑΕΠ αυξανόταν με 40%, το 2014 ο ρυθμός αύξησης του διεθνούς εμπορίου παρουσιάζει αύξηση μόλις 2% ενώ το παγκόσμιο ΑΕΠ είχε αύξηση 3% (Στοιχεία WTO).
 Από το 2014 έως σήμερα όχι μόνο έχουν καταβαραθρωθεί οι ρυθμοί αύξησης του διεθνούς εμπορίου, αλλά ο εμπορικός πόλεμος που έχει ξεκινήσει από τις ΗΠΑ φέρνει το διεθνές εμπόριο σε ακόμα πιο χαμηλά επίπεδα. Ο επικίνδυνος οικονομικός ανταγωνισμός μεταξύ των μεγάλων οικονομιών και ο εμπορικός πόλεμο; άνοιξε τον δρόμο για τον αναπόφευκτο όπως φαίνεται νομισματικό πόλεμο. Για την ανακοπή της ύφεσης που έχει χτυπήσει την Ευρώπη και για την αποφυγή εκδήλωσης μιας νέας χρηματοπιστωτικής κρίσης, η ΕΚΤ έρχεται για πρώτη φορά σε ευθεία αντιπαράθεση με την Fed (Ομοσπονδιακή Τράπεζα των ΗΠΑ) καθώς ο πρόεδρός της Μάριο Ντράγκι, για δεύτερη φορά μετά το 2011 –την πιο ‘‘άγρια χρονιά’’ της κρίσης χρέους στην Ευρώπη–, δήλωσε ότι θα κάνει ό, τι χρειάζεται, προαναγγέλλοντας τη συνέχιση της πολιτικής ποσοτικής χαλάρωσης, τη διατήρηση των αρνητικών επιτοκίων. Στην ίδια δήλωση που είχε κάνει το 2011, συμπεριλαμβανόταν και η πιθανότητα μετατροπής του ευρώ σε εθνικό νόμισμα για την αντιμετώπιση της κρίσης χρέους. Η  κίνηση αυτή φαίνεται να εφησυχάζει προς το παρόν τις αγορές (αυτό αποτυπώνεται ακόμα και στα ελληνικά ομόλογα), όμως τα περιθώρια μείωσης των επιτοκίων από την ΕΚΤ είναι ανύπαρκτα ενώ η προαναγγελία για συνέχιση της ποσοτικής χαλάρωσης, αν χρειαστεί, επιβαρύνει ακόμα περισσότερο τα ήδη επιβαρυμένα με τίτλους-σκουπίδια ‘‘συρτάρια’’ της ΕΚΤ. Πρόκειται προφανώς για δήλωση που αποτυπώνει μεγάλο κίνδυνο να ξανακυλήσει στη κρίση η Ευρωζώνη, χωρίς μάλιστα αυτή τη φορά να υπάρχουν περιθώρια αντιμετώπισής της.
Συνεπώς η όποια στόχευση στήριξης των επιχειρηματιών από τις κυβερνήσεις όχι μόνο δεν υπόσχεται καμία βελτίωση του βιοτικού επιπέδου της κοινωνίας (άνοιγμα νέων θέσεων εργασίας, αύξηση μισθών κλπ), αλλά υπόσχεται την ένταση της ανισότητας αφού το διεθνές περιβάλλον δεν βοηθά στη δημιουργία εν μέσω κρίσης ‘‘εξωστρεφούς μοντέλου οικονομικής μεγέθυνσης’’ και η συνεχής και αυξανόμενη πίεση προς τους εργαζόμενους και τα χαμηλά κοινωνικά στρώματα που υπόσχονται για τις  επόμενες δεκαετίες, θα τα φέρει ακόμα πιο κοντά στα… φυσικά όρια της εξόντωσης.

Η απληστία των πλουσίων, των κατόχων του κεφαλαίου σε συνδυασμό με την παρασιτική διάρθρωση της παραγωγής που οδηγεί στην απόσπαση μεγάλου μέρους του παραγόμενου κοινωνικού πλούτου σε μετόχους, ανώτατα και ανώτερα στελέχη των επιχειρήσεων, είναι το καρκίνωμα του καπιταλισμού που αναπαράγεται με το αίμα της κοινωνικής βάσης. Η παρασιτική διάρθρωση της παραγωγής, η άντληση όλο και μεγαλύτερης υπεραξίας για τους επιχειρηματίες, τα bonus και οι υψηλοί μισθοί των στελεχών στις επιχειρήσεις, όπως δείχνουν και οι ίδιες οι μετρήσεις, τα στοιχεία και οι στατιστικές, όχι μόνο γίνονται αιτία της συσσώρευσης πλούτου που κλέβεται από την παραγωγική διαδικασία, αλλά λειτουργούν παρασιτικά για το σύνολο της οικονομίας μιας χώρας. Αυτό θα μπορούσε να αποφευχθεί, αν διαμορφωνόταν μια οριζόντια διάρθρωση της παραγωγής, χωρίς παρασιτικούς ρόλους και μισθούς. Αν στα παραπάνω προσθέσουμε την αιμοσταγή κερδοσκοπία του χρηματοπιστωτικού συστήματος πάνω στην παραγωγή και την κοινωνία, τη μεγάλη βιομηχανία του χρέους –ιδιωτικού και δημόσιου– που φέρνει και τα μεγαλύτερα υπερκέρδη στην οικονομική ελίτ με τη στήριξη των κρατών που σπεύδουν να τη στηρίξουν όταν η φούσκα του χρέους σκάει χρεώνοντας στην κοινωνική βάση τα χρέη και τις απώλειες των πλούσιων επενδυτών και τραπεζιτών, γίνεται εμφανές πως ο απεγκλωβισμός από το αδιέξοδο αυτό που γίνεται ανυπέρβλητο εν μέσω κρίσης, δεν μπορεί να επιτευχθεί παρά μόνο μέσω της οριστικής απεξάρτησης της κοινωνικής βάσης από την τυραννία του κεφαλαίου και των πλουσίων.

Όλη η ιστορία της ελληνικής  (και όχι μόνο) οικονομίας αναδεικνύει ακόμα και μέσα από τις ίδιες τις μελέτες και τις στατιστικές των θεσμικών οργάνων του καθεστώτος ότι η πρόοδος του ατόμου-επιχειρηματία  που προωθεί τα δικά του ατομικά συμφέροντα όχι μόνο δεν προωθεί την συνολική κοινωνική ευημερία, αλλά λειτουργεί εντελώς αντίστροφα: γεννά την ανισότητα, τη φτώχεια, τον αποκλεισμό για τις πλειοψηφίες. Το καπιταλιστικό σύστημα εξουσίας είναι όχι μόνο το σύστημα της ανισότητας, είναι το σύστημα που αναπαράγεται μέσω της ταξικής και κοινωνικής βίας των λίγων πάνω στους πολλούς.
Το γεγονός ότι εν μέσω της παγκόσμιας οικονομικής κρίσης, οι δισεκατομμυριούχοι παγκοσμίως αυξήθηκαν, κατά 880 άτομα και τα συνολικά περιουσιακά στοιχεία των κροίσων έχουν διπλασιαστεί μέσα σε αυτή τη δεκαετία από 3,1 τρις σε 6,5 τρις δολάρια, με τη συνολική περιουσία τους να ξεπερνά τα 30 τρις (ποσό διπλάσιο του αμερικανικού ΑΕΠ), αποκαλύπτει πώς η κρίση όχι μόνο δεν έπληξε την τάξη της οικονομικής ελίτ, αλλά έγινε αφορμή υφαρπαγής ακόμα περισσότερου κοινωνικού πλούτου.
Το παραμύθι της ‘‘εταιρικής προσφοράς στην κοινωνική ευημερία’’, της ‘‘προσφοράς των πλουσίων στην κοινωνία’’, της ‘‘δημιουργικής τάξης’’ των επιχειρηματιών, καταρρέει παγκοσμίως καθώς η οικονομική κρίση έχει συνθλίψει τις κοινωνικές πλειοψηφίες που υποχρεώθηκαν από τις κυβερνήσεις να σηκώσουν τα βάρη της κρίσης για να μην πληγούν τα ‘‘κοινωνικώς ωφέλημα’’ επιχειρηματικά συμφέροντα. Η βαθιά ταξικότητα, η αντικοινωνική και εγκληματική δράση των κυβερνήσεων και του αντιπροσωπευτικού συστήματος είναι πλέον συνείδηση στην πλειοψηφία των λαών και σε αυτό βοήθησε η οικονομική κρίση και οι πολιτικές αντιμετώπισής της παντού. Μόνο οι ευρωπαϊκές κυβερνήσεις από το 2008 έως το 2011 δαπάνησαν 4,5 τρις ευρώ, δηλαδή το 37% του ΑΕΠ τους για τη διάσωση του τραπεζικού συστήματος. Τα στοιχεία πάλι, είναι αυτά που επιβεβαιώνουν τα παραπάνω:
Στη Γαλλία που κλονίζεται από την ασταμάτητη εξέγερση των κίτρινων γιλέκων, πάνω από 9 εκατομμύρια άτομα και το 20% των παιδιών βρίσκονται κάτω από το όριο της φτώχειας ενώ 30.000 παιδιά είναι (καταγεγραμμένα) άστεγα.
Στις ΗΠΑ πάνω από 46 εκατομμύρια βρίσκονται κάτω από το όριο της φτώχειας στα οποία δεν συμπεριλαμβάνονται άνεργοι μη καταγεγραμμένοι που δεν λαμβάνουν επιδόματα και δεν συμπεριλαμβάνονται στις στατιστικές.
Σε όλο τον πλανήτη δισεκατομμύρια άνθρωποι, λυγίζουν κάτω από το βάρος μιας ανελέητης
κοινωνικής αφαίμαξης ενώ οι λίγες χιλιάδες κροίσοι αποσπούν ένα πρωτόγνωρο ιστορικά πλούτο. Ποτέ άλλοτε στην ανθρώπινη ιστορία τόσο μικρός αριθμός πλουσίων παγκοσμίως δεν είχε στην κατοχή του τέτοιο πλούτο και ποτέ άλλοτε τόσο μεγάλος αριθμός ανθρώπων δεν βρέθηκαν να ζουν στην ανέχεια, να πεθαίνουν ή να απειλείται η ίδια τους η ζωή από τη φτώχεια. Αυτή η κραυγαλέα αντίθεση, απόρροια ενός ανελέητου ταξικού πολέμου που διεξάγεται μονομερώς προς το παρόν, έχει ήδη υποσκάψει το έδαφος της σταθερότητας για το σύστημα εξουσίας και αργά ή γρήγορα θα κλονίσει τα ίδια του τα θεμέλια.

Η βαθιά κοινωνική αφαίμαξη που απαιτεί ο καπιταλισμός για την αναπαραγωγή του και για την άντληση υπερκερδών συνοδεύεται ως γνωστό από την πιο ανελέητη αφαίμαξη του πλανήτη. Μέσα σε μόλις δύο εκατονταετίες καπιταλιστικής ανάπτυξης ο πλανήτης έχει υποστεί τέτοια φθορά που δεν έχει προηγούμενο στα χιλιάδες χρόνια της ανθρώπινης ύπαρξης. Μια φθορά που για πολλούς έχει ήδη γίνει μη αναστρέψιμη. Αν αυτό αληθεύει, αν όντως δεν υπάρχει επιστροφή στην επούλωση των πληγών που έχει ανοίξει ο καπιταλισμός στον πλανήτη, τότε ήδη αυτό το σύστημα εξουσίας μας έχει ήδη καταδικάσει όλους σε θάνατο.
Στην Ελλάδα οι πληγές που έχει ήδη ανοίξει στο φυσικό περιβάλλον ο καπιταλισμός είναι ήδη μεγάλες. Πέρα από τα ‘‘αναπτυξιακά’’ έργα των αμέτρητων αυτοκινητοδρόμων, τη μόλυνση ολόκληρων περιοχών, τη μόλυνση του υδροφόρου ορίζοντα, των ποταμών και των λιμνών, τη δηλητηρίαση της τροφικής αλυσίδας και τη μόλυνση των θαλασσών, η αγροτική καλλιέργεια, παρά το γεγονός ότι ο πληθυσμός που ασχολείται στην πρωτογενή παραγωγή έχει μειωθεί πολύ από τη δεκαετία του ’90 έως σήμερα λόγω της εντατικοποίησης της χρήσης γης και των μονοκαλλιεργειών που επιβάλλονται από τους σχεδιασμούς αγροτικής ανάπτυξης της Ευρώπης και τις επιδιώξεις κερδοφορίας από τις επιχειρήσεις τροφίμων, έχει δημιουργήσει σοβαρά προβλήματα στην ίδια την παραγωγική δυνατότητα της ελληνικής γης. Ενώ η ποικιλομορφία του εδάφους προσφέρεται για μεγάλη ποικιλία καλλιεργειών, ο καπιταλιστικός τρόπος παραγωγής καταστρέφει αυτή την ιδιαιτερότητα της γης στη χώρα μας, καταστρέφει τη φύση χωρίς να καλύπτονται οι διατροφικές ανάγκες του πληθυσμού καθώς πλήθος τροφίμων που άλλοτε παρήγαγε η ελληνική γη, εισάγονται και πωλούνται σε πολύ υψηλές τιμές. Η εγκατάλειψη του καπιταλιστικού μοντέλου είναι αναγκαία λόγω της οικολογικής ανισορροπίας που δημιουργεί, αλλά και λόγω της καταστροφής των δυνατοτήτων που παρέχει αυτή η γη να παράγει προϊόντα που θα καλύπτουν τις διατροφικές ανάγκες του πληθυσμού. Η ανάγκη να περάσει η αγροτική παραγωγή από τα χέρια των μεγάλων επιχειρήσεων και των πολυεθνικών στην κοινωνική βάση, είναι η μόνη αναγκαία προϋπόθεση για να σταματήσει η περιβαλλοντική καταστροφή, η εξάντληση των φυσικών πόρων και της γης, για να μπορούν να καλυφθούν οι διατροφικές ανάγκες του πληθυσμού της χώρας και να σταματήσει η διατροφική δηλητηρίαση των ανθρώπων που συνιστά πορεία παράλληλη με την καπιταλιστική εκμετάλλευση της γης. Και αυτή την προοπτική της ισονομίας, της οικολογίας και της κοινωνικής ευημερίας καμία εκδοχή του συστήματος εξουσίας δεν μπορεί να διασφαλίσει.
Παρά τις φωνές που προειδοποιούν για τα καταστροφικά αποτελέσματα της εκμετάλλευσης του πλανήτη και της υπερθέρμανσής του, παρά τις φωνές που μιλούν για την καταστροφή της φυσικής αλυσίδας με την εξαφάνιση πολλών ζωντανών ειδών από την ανθρώπινη επιχειρηματική δραστηριότητα, παρά τις προειδοποιήσεις για τη μελλοντική έλλειψη πόσιμου νερού, την προοπτική της εξαφάνισης χωρών από λειψανδρία ή και από την άνοδο της στάθμης των θαλασσών, καμία αλλαγή πολιτικής δεν έγινε ούτε πρόκειται να γίνει, αφού προέχει πάντα το κέρδος. Προέχει πάντα ο πλούτος, τα κέρδη, η εξουσία μιας κάστας εκμεταλλευτών ανθρώπων και φύσης που έχει αποφασίσει ότι προτιμάει να μετατραπεί η γη
σε νεκροταφείο παρά να απολέσει μέρος των κερδών της. Για τα υπερκέρδη λίγων πολυεθνικών διεξάγεται και η ‘‘μάχη’’ στην Ανατολική Μεσόγειο, η οποία πέρα από το γεγονός ότι το αντάλλαγμα για την Ελλάδα είναι ψίχουλα σε σχέση με τον υπό εκμετάλλευση φυσικό πλούτο, πέρα από το γεγονός ότι θα μετατρέψει αυτή η δραστηριότητα σε λίμνη αποβλήτων τη Μεσόγειο, μας φέρνει και στα πρόθυρα μιας διακρατικής σύγκρουσης.
Αντιστροφή αυτής της πορείας δεν υπάρχει υπό την εξουσία του συστήματος του καπιταλισμού και της αντιπροσωπευτικής ‘‘δημοκρατίας’’, η οποία εν τέλει συνιστά το πολιτικό σκέλος του ίδιου του καπιταλιστικού συστήματος.
Ο μόνος δρόμος που θα διασφαλίσει όχι μόνο την κατάργηση των ανισοτήτων και της αδικίας, αλλά θα διασφαλίσει την επιβίωση όλων μας, είναι η ριζική ανατροπή του καπιταλιστικού παραγωγικού συστήματος συνολικά και η οριζόντια οργάνωσή του πάνω σε βάσεις που θα εγγυώνται την οικονομική ισότητα και την περιβαντολλογική ισορροπία.


Η είσοδος της χώρας στα ‘‘μνημόνια’’ ήταν αυτή που αφαίρεσε κάθε ίχνος νομιμότητας στον κοινοβουλευτισμό και το αντιπροσωπευτικό σύστημα εξουσίας. Ενώ οι Συμβάσεις Δανεισμού αποδείχθηκε ότι ήταν αντισυνταγματικές και εκτός του πλαισίου της ίδιας της καθεστωτικής νομιμότητας, ενώ αποδείχτηκε ότι ήταν συμβάσεις κατάλυσης της ίδιας της εθνικής κυριαρχίας, υποστηρίχθηκαν από κάθε καθεστωτική πολιτική δύναμη. Η κατάλυση της ίδιας της νομιμότητας όπως αυτή προβλέπεται από το ίδιο το Σύνταγμα και τις διεθνείς συμβάσεις για τα ανθρώπινα δικαιώματα συνιστά, όπως είχαν καταδείξει πολλοί συνταγματολόγοι και ερμηνευτές του καθεστωτικού –εγχώριου και διεθνούς– δικαίου, κατάλυση της νομιμότητας του ίδιου του αντιπροσωπευτικού συστήματος. Αυτό το γεγονός από μόνο του, νομιμοποιεί την αντίσταση με στόχο την ίδια την ανατροπή του αντιπροσωπευτικού συστήματος εξουσίας, δεδομένου ότι ως σύνολο αυτό και όχι ως επιμέρους επιλογές συγκεκριμένων μόνο κομμάτων, νομιμοποίησε όλες τις παράνομες διαδικασίες επιβολής των απεχθών Συμβάσεων Δανεισμού και των ειδεχθών όρων που τις συνόδευαν. (Πιο αναλυτικά: βλ. 2η Εισαγωγή στο βιβλίο ‘‘Επαναστατικός Αγώνας – Προκηρύξεις και κείμενα 2003-2008’’)
Διαδοχικά τέσσερις (4) κυβερνήσεις επέβαλαν διαφορετικά ‘‘μνημόνια’’, υπερθεμάτισαν των εξοντωτικών μέτρων αφαίμαξης των εργαζομένων και της κοινωνικής βάσης συνολικά, στήριξαν το κεφάλαιο και τους επιχειρηματίες, χρηματοδότησαν τις τράπεζες με λεφτά που θα πληρώνουν οι επόμενες γενιές, φτωχοποίησαν και περιθωριοποίησαν μεγάλο μέρος του πληθυσμού. Οι όποιες διαφοροποιήσεις μεταξύ των πολιτικών κομμάτων (ειδικά μεταξύ ΣΥΡΙΖΑ και ΝΔ), αλλά και των κομμάτων της ‘‘ήσσονος αντιπολίτευσης’’, δεν τροποποιούν την κεντρική στρατηγική για την οικονομία.
Ο ΣΥΡΙΖΑ ως γνωστόν αποδείχθηκε ‘‘λίγος’’ για να συγκρουστεί με την τρόικα. Ή καλύτερα, η εικονική αντίσταση των πρώτων μηνών διακυβέρνησής του αποδείχτηκε αδιέξοδη. Ενώ ήταν αυτή που επιβεβαίωσε –από αριστερή σκοπιά– ότι το υπάρχον σύστημα οικονομικής  εξουσίας, αλλά και οι πολιτικές ‘‘εξόδου από τη κρίση’’ που συνθλίβουν την κοινωνία, είναι μονόδρομος.
Από αυτή τη σκοπιά ο ΣΥΡΙΖΑ ως κόμμα εξουσίας συνέβαλε όσο κανένα άλλο κόμμα στην ηττοπάθεια, την παραίτηση από τους αγώνες, την εμπέδωση στις συνειδήσεις του αδιεξόδου και της απουσίας αντιπρότασης στα ‘‘μνημόνια’’ και κατ’ επέκταση στο υπάρχον σύστημα οικονομικής εξουσίας, δεδομένου ότι συγκεντρώνει τα χαρακτηριστικά της ‘‘ήττας του αγώνα και της αντίστασης’’. Από την άλλη, η υποτιθέμενη αναδιανεμητική πολιτική του ΣΥΡΙΖΑ που στηρίζεται στα επιδόματα ελεημοσύνης (πρακτική που εκτός του γεγονότος ότι δεν επιλύει κανένα πρόβλημα, πλήττει βάναυσα την αξιοπρέπεια των ανθρώπων)  και την αύξηση των φόρων, συνιστά ένα κακέκτυπο σοσιαλδημοκρατικής πρακτικής. Τη σοσιαλδημοκρατία εξάλλου που άφησε την τελευταία της πνοή στην κρίση της δεκαετίας του ’70, όσο και αν δηλώνουν πρόθυμες ορισμένες κυβερνήσεις να τη νεκραναστήσουν, δεν τολμούν –και ούτε θέλουν– να έρθουν σε σύγκρουση με την οικονομικά άρχουσα τάξη, της οποίας η δύναμη έχει φτάσει σε πρωτοφανή ιστορικά επίπεδα καθορίζοντας την παραμονή στο νεοφιλελεύθερο οικονομικό πλαίσιο όλων των χωρών του καπιταλιστικού κέντρου και όχι μόνο.
Η ΝΔ από την άλλη ως κόμμα ακραίο νεοφιλελεύθερο συμπυκνώνει τα χαρακτηριστικά της πιο άγριας νεοφιλελεύθερης επίθεσης σε κοινωνικά και εργατικά κεκτημένα, της πιο φιλικής παράταξης προς το μεγάλο κεφάλαιο και τις μεγάλες επιχειρήσεις. Η πολύχρονη θητείας της στην πριν την κρίση εξουσία έχει αφήσει τη βαριά κληρονομιά της νεοφιλελεύθερης εργασιακής μεταρρύθμισης, των αντεργατικών νόμων, των ασφαλιστικών αλλαγών εις βάρος των απόμαχων της εργασίας, αλλά και των πιο πολλών και βαριών σκανδάλων που έχουν γίνει (Βατοπέδι, Siemens, δομημένα ομόλογα, υπεράκτιες εταιρείες στελεχών και υπουργών της κλπ).
Όσον αφορά το ΠΑΣΟΚ κατά τη μακρά παραμονή του στην εξουσία –ιδίως από τα μέσα της δεκαετίας του ’90–,  κατάφερε την πιο ομαλή είσοδο της χώρας στο νεοφιλελεύθερο μοντέλο διακυβέρνησης και οικονομικής οργάνωσης μέσω της πιο αποτελεσματικής διαχείρισης των ταξικών και κοινωνικών αντιδράσεων δεδομένου ότι τα δύο χρόνια διακυβέρνησης της ΝΔ στις αρχές της δεκαετίας του’90 και η πολιτική επιλογή της να επιβάλει σωρευτικές νεοφιλελεύθερες αλλαγές σε μικρό χρονικό διάστημα για πρώτη φορά στην Ελλάδα, ξεσήκωσε σφοδρές αντιστάσεις και εξεγέρσεις από μεγάλα τμήματα του πληθυσμού (βλ. Προκηρύξεις του Επαναστατικού Αγώνα για επίθεση στο υπουργείο Απασχόλησης και υπουργείο Οικονομίας και Οικονομιών 2005).

Η πιο ακραία μορφή νεοφιλελεύθερης επίθεσης που έχει γνωρίσει ο τόπος, έγινε μετά το 2010 καθ’ υπόδειξη των δανειστών, από όλα ανεξαρτήτως των κόμματα εξουσίας. Τα αποτελέσματα αυτής της επίθεσης όλα δείχνουν πως είναι μη αναστρέψιμα για τα πολλά επόμενα χρόνια για λόγους πολλούς, κάποιους από τους οποίους αναφέραμε. Τίποτα δεν δείχνει ότι οι πολιτικές κοινωνικής γενοκτονίας θα σταματήσουν ή ότι οδηγούν σε μια αντιστροφή του οικονομικού κλίματος. Ότι οι ‘‘θυσίες’’ της κοινωνίας ‘‘πιάνουν τόπο’’. Συνεπώς δεν μπορούμε να πούμε ότι έχουν τα κόμματα διαφοροποιήσεις στην άσκηση της πολιτικής, δεδομένου ότι όλες οι κυβερνήσεις από το 2010 και μετά, η καθεμιά με το δικό της τρόπο, συνέβαλαν στη δραματική εξέλιξη που ζει σήμερα ο τόπος και στα κοινωνικά αδιέξοδα που βιώνει η πλειοψηφία της κοινωνίας. Τρία καταστροφικά ‘‘μνημόνια’’ έχουν επιβληθεί έως σήμερα ενώ ένα τέταρτο ‘‘μνημόνιο’’ ξεκίνησε να επιβάλλεται το καλοκαίρι του 2018 που η κυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ – ΑΝΕΛ το παρουσίασαν ως ‘‘έξοδο από τα μνημόνια’’ και που ανανεώνει τη σκληρή επιτήρηση καθώς και την αρχική – Βασική Δανειακή Σύμβαση που περιέχει τους πιο επονείδιστους όρους, σε ορίζοντα που προσδιορίζεται από τα μέτρα επιμήκυνσης του χρέους τουλάχιστον έως το 2060.  Δηλαδή μια επιτήρηση χωρίς τέλος για την αποπληρωμή ενός συνεχώς αυξανόμενου χρέους που όπως όλα δείχνουν είναι αδύνατο να αποπληρωθεί. Παράλληλα, όπως ήδη είπαμε, η καθολική αποδοχή, νομιμοποίηση των δανειακών συμβάσεων συνιστούν την πιο βαθιά ανατροπή της νομιμότητας του αντιπροσωπευτικού συστήματος εξουσίας, ανατροπή μη αναστρέψιμη και κανένα κόμμα που συμμετέχει στο Κοινοβούλιο –από την άκρα δεξιά έως την αριστερά και πόσο μάλλον το φασιστικό κόμμα της Χ.Α–  δεν συνιστά αντισυστημική δύναμη.
Οφείλουμε να μην ξεχνάμε την ιστορία μας και να μην επαναλαμβάνουμε ξανά και ξανά τα ίδια λάθη. Το αντιπροσωπευτικό σύστημα εξουσίας έχει αποκαλύψει με κάθε τρόπο ότι συνιστά το πολιτικό πλαίσιο διαιώνισης και αναπαραγωγής ενός εγκληματικού συστήματος ενώ η κρίση, τα αδιέξοδα που επέφερε και οι Συμβάσεις Δανεισμού που με τα μέτρα και τους όρους τους θα δυναστεύουν και τις επόμενες γενιές μαζί με το βάρος του χρέους, έχει σκορπίσει κάθε αμφιβολία γι’ αυτό. Να μην αφήσουμε τα καθεστωτικά κόμματα να εξαπατήσουν για μια ακόμα φορά. Να μην επιτρέψουμε να νομιμοποιηθεί ξανά ένα πολιτικό σύστημα εξουσίας που έχει από μόνο του απολέσει κάθε έννοια κοινωνικής και πολιτικής νομιμότητας. Να μην προσφύγουμε στις κάλπες ξανά με βάση την επιλογή του μικρότερου κακού. Η μόνη απάντηση στη συστημική κρίση, η μόνη δυνατότητα ανατροπής των συνθηκών κοινωνικής εξόντωσης που επιβάλλουν και αναπαράγουν όλα τα καθεστωτικά κόμματα είναι η ανατροπή του ίδιου του συστήματος του καπιταλισμού και της αντιπροσωπευτικής ‘‘δημοκρατίας’’, είναι η δημιουργία  μιας νέας οικονομικής και πολιτικής οργάνωσης της κοινωνίας βασισμένη  στην άμεση δημοκρατία, την οριζόντια διάρθρωση της παραγωγής, την οικονομική ισότητα και την πολιτική ελευθερία για όλους τους ανθρώπους. Γιατί μόνο με την άμεση δημοκρατία βρίσκει το νόημά της η δημοκρατία. Γιατί μόνο με την οικονομική ισότητα διασφαλίζεται η πολιτική ελευθερία.

ΑΠΟΧΗ ΑΠΟ ΤΙΣ ΕΚΛΟΓΕΣ

Πόλα Ρούπα – Νίκος Μαζιώτης
 μέλη του Επαναστατικού Αγώνα
 3 Ιουλίου 2019, φυλακές Κορυδαλλού