Ποιος μπορεί να θέλει αυτά τα Εξάρχεια;


του Δημήτρη Καλαντζή.
Προσεγγίζοντας την πλατεία από τη Θεμιστοκλέους, σχεδόν μου φράζουν τον δρόμο τρεις νεαροί αφρικανικής καταγωγής. Μιλάνε μισά ελληνικά, μισά αγγλικά και είναι επίμονοι…
  • Τέλεις κόκα; Κόουκ; Εγκό σου δώσει καλή κόουκ. Πόση; Πόση τέλεις;
Κάνω με το χέρι μου την κίνηση ότι δεν ενδιαφέρομαι και με παίρνουν για μερικά βήματα ξοπίσω, πριν τα παρατήσουν.
Μου φωνάζουν κάτι στη γλώσσα τους.
Υποθέτω βρισιά…
Στα δέκα μέτρα με σταματά νεαρός ασιατικής καταγωγής. Αυτός, λέει, προσφέρει χασίς (το «σ» πολύ έντονα τονισμένο).
Δεν είναι το ίδιο επίμονος. Μάλλον έχει καταναλώσει πολύ από αυτό που πουλάει…
Κάθομαι σε ένα παγκάκι της πλατείας.
Η ώρα είναι περασμένη, κοντεύει να ξημερώσει.
Προσπαθώ να φέρω ευχάριστες αναμνήσεις από την πλατεία που αποφεύγω συστηματικά τα τελευταία χρόνια…
Δεν ταιριάζουν όμως…
Δίπλα στο άγαλμα τώρα βρίσκεται ο σκελετός και τα αποκαΐδια μίας μοτοσυκλέτας.
Και από την άλλη μεριά ένα κατεστραμμένο ηλεκτρικό πατίνι.
Εξάρχεια Ιούνιος 2019.
Στα γύρω παγκάκια, είναι ένας άντρας που κοιμάται, μία παρέα εξαρτημένων που δεν μπορεί να βολευτεί πουθενά, ξεχωριστές παρέες μεταναστών – μόνο άντρες, ανά δύο ή ανά τρεις, διαφορετικών καταγωγών. Κάποιες φορές φωνάζουν άγρια μεταξύ τους αλλά την άλλη στιγμή ηρεμούν. Η μια παρέα δεν πλησιάζει την άλλη.
Κάποιος, γύρω στα 40, βαριά ντυμένος παρά τη ζέστη, γυρνάει γύρω – γύρω την πλατεία με το βλέμμα καρφωμένο κάτω. Σκύβει και μαζεύει «γόπες». Ούτε για δυο ρουφιξιές δεν κρατάει η κάθε μία…
  • Έχεις ένα τσιγάρο;, με ρωτά ένας νέος γύρω στα 25 με στρατιωτικά άρβυλα.
Του δίνω.
  • Σε κοιτούσα ώρα. Καπνίζεις πολύ…, συνεχίζει.
-Ναι, καπνίζω πολύ, απαντώ.
  • Εγώ το έκοψα. Ξέρεις πως; Κάνω τέσσερις μπάφους την ημέρα και δεν χρειάζομαι τσιγάρο!
Καταλαβαίνω που το πάει…
Δεν απαντάω και μ αφήνει στην ησυχία μου.
Κοιτάζω τον κόσμο που περνάει…
Παρέες νέων με προκλητικά (πριν από 30 χρόνια) κουρέματα βγαίνουν από μπαρ ή μπαίνουν σε μπαρ. Κοπέλες με σέξι εναλλακτικά ντυσίματα και φοιτητοπαρέες από την επαρχεία, ανάμεσα σε μετανάστες που δείχνουν να έχουν τα «κλειδιά» του δημόσιου χώρου.
Στους γύρω δρόμους βλέπω πολλούς τουρίστες με τροχήλατες βαλίτσες να φεύγουν ή να προσπαθούν να βρουν το σπίτι που έκλεισαν με airBNB για την «πιο άγρια περιοχή της Ευρώπης – Ζήσε την περιπέτειά σου στα Εξάρχεια της Αναρχίας»…
Αναρχίας;
Μπα…
Το μοναδικό περίπτερο που παραμένει ανοιχτό, έχει οχυρωθεί από την πλευρά της πλατείας. Δίπλα του βρίσκεται το κοντέινερ και σκουπίδια. Παντού σκουπίδια. Και πανό, αφίσες και μουτζούρες… Κάποια μαγαζιά έχουν κάνει γκράφιτι για να γλιτώσουν από τις μουτζούρες αλλά χωρίς επιτυχία…
Εξάρχεια Ιούνιος 2019.
Μία αυτοσχέδια παιδική χαρά μοιάζει ειρωνική στο συνολικό τοπίο της εξαθλίωση – Ποιος θα έφερνε το παιδί του εδώ;
Από κάποιο μπαλκόνι πέφτουν τώρα νερά. Πολλά νερά. Ακούγεται το τρίψιμο από σκούπα. Θυμωμένο τρίψιμο. Σαν η νοικοκυρά ή ο νοικοκύρης να προσπαθεί να καθαρίσει πέραν από το μπαλκόνι…
«Ή Αυτοί ή Εμείς», γράφει μία αφίσα που είναι κολλημένη παντού.
«Εμείς» είναι οι κάτοικοι των Εξαρχείων.
«Αυτοί» είναι οι ναρκέμποροι και τα μέλη των συμμοριών…
Η αφίσα καλούσε σε λαϊκή συνέλευση στα τέλη Ιουνίου.
Μάλλον κέρδισαν «Αυτοί»…
Εξάρχεια Ιούνιος 2019.

πηγή: postmodern.gr