Αλεξάνδρα Μάμμα: Αίρεται ο καταλογισμός σε ενοχή του 27χρονου πατρoκτόνου;


H υπόθεση που αφορά τον εικοσιεφτάχρονο Αλέξη που σκότωσε τον πατέρα του υπό καθεστώς ψυχικής πίεσης και αγανάκτησης όπως εξήγησε ο ίδιος αναλύοντας το πως οδηγήθηκε στην πράξη
του, είναι ανάμεσα σε αυτές που έχουν προκαλέσει έντονη συζήτηση,  αφού ξεκάθαρα τα γεγονότα προκαλούν έντονα συναισθήματα και αφυπνίζουν το κοινό περί δικαίου αίσθημα.  Αυτές τις μέρες αναμένεται η απόφαση του Μικτού Ορκωτού Εφετείου Πατρών.
Αναλύει
η ποινικολόγος
Αλεξάνδρα
Μάμμα
Η πρώτη αυθόρμητη αντίδραση ακόμα και του ανθρώπου που δεν έχει καθόλου νομικές γνώσεις, του μέσου κοινωνού, είναι να μην αποδέχεται την τιμώρηση του με τη βαρύτερη  ποινών που προβλέπεται για την τελέση της ανθρωποκτονίας από πρόθεση σε ήρεμη ψυχική κατάσταση. 
Οι λόγοι  οι οποίοι  προβάλλει ο κατηγορούμενος ότι τον ώθησαν στο να αφαιρέσει τη ζωή του πατέρα του, που συνοψίζονται σε άσχημα βιώματα που στιγμάτισαν τον ίδιο , αφού αποκάλυψε ότι ο πατέρας του τον κακοποιούσε στην παιδική του ηλικία και κατά συνέπεια στη διαμόρφωση μιας ψυχικής κατάστασης που υπερνίκησε κάθε αναστολή για τη μη τέλεση του εγκλήματος . Απολογούμενος επικεντρώθηκε σε αυτή την ψυχική κατάσταση και στο πως λειτούργησε εγκεφαλικά και ψυχολογικά όταν διαπίστωσε ότι ο πατέρας του κακοποιούσε συστηματικά με τον ίδιο τρόπο τα δύο ανήλικα αδέρφια του και μάλιστα είχε πιθανώς επενεργήσει σεξουαλική κακοποίηση και στην εφτάχρονη αδελφή του , η οποία διαμαρτυρήθηκε ότι είχε πόνους στα γεννητικά της όργανα.
Οι συνθήκες υπό τις οποίες τελέστηκε αυτή η ανθρωποκτονία όπως τις αποτύπωσε ο ίδιος ο 27χρόνος,  εκτός από το βαθύ πόνο και προβληματισμό που προκαλούν , έχουν σαν πρώτη αντίδραση : « … έχει ελαφρυντικά για την πράξη του», ανεξάρτητα από νομικά επιχειρήματα, αυτός ο συλλογισμός περιγράφει το κοινό περί δικαίου αίσθημα.

Τα κίνητρα που οδήγησαν τον εικοσιεφτάχρονο στο να αφαιρέσει με βίαιο τρόπο τη ζωή του ίδιου του πατέρα ανοίγουν το «δρόμο» για να αναλύσουμε πολλές διατάξεις και στο κατά πόσο αυτές μπορούν να εφαρμοστούν και να οδηγήσουν στην απαλλαγή -αθώωση του ή στην ελαφρότερη τιμώρηση του για την πράξη του.
Πιθανά ερωτήματα που μπορεί να γεννηθούν στο μέσο κοινωνό είναι : Μπορεί να αρθεί ο άδικος χαρακτήρας της πράξης του  ; Μπορεί να θεωρηθεί ότι αίρεται ο καταλογισμός της πράξης σε ενοχή του ,λόγω κατάστασης ανάγκης με βάση το άρθρο 32 ΠΚ ; Μπορεί να θεωρηθεί ότι τέλεσε την πράξη του εν βρασμώ ψυχικής ορμής και κατά συνέπεια να τιμωρηθεί κατά πολύ ελαφρύτερα απ’ ότι ο δράστης που τελεί ανθρωποκτονία σε ήρεμη ψυχική κατάσταση ;  Ή θα του αναγνωριστούν απλά και μόνο ελαφρυντικά ;
To άρθρο 32 του ΠΚ προβλέπει  ως λόγο άρσης του καταλογισμού της πράξης σε ενοχή του δράστη , δηλαδή άρσης της υπαιτιότητάς του για το έγκλημα : « Δεν καταλογίζεται στο δράστη η πράξη που τελεί για να αποτρέψει παρόντα και αναπότρεπτο με άλλα μέσα κίνδυνο , ο οποίος απειλεί, χωρίς δική του υπαιτιότητα, το πρόσωπο ή την περιουσία του ίδιου ή συγγενούς του, ανιόντος ή κατιόντος ή αδελφού ή συζύγου του , αν η βλάβη που προκλήθηκε στον άλλο από την πράξη ,είναι κατά το είδος και τη σπουδαιότητα ανάλογη με τη βλάβη που απειλήθηκε».
Στον κανόνα αυτό βλέπουμε ότι το δίκαιο δεν παραγνωρίζει την πίεση του ενστίκτου της υπό ευρεία έννοια αυτοσυντήρησης ή της μέριμνας και στοργής υπέρ των στενών συγγενών, κάτω από την οποία ενεργεί ο δράστης και γι’ αυτό τον «συγχωρεί» αποκλείοντας τον καταλογισμό της πράξης σε ενοχή του. Βέβαια για να εφαρμοστεί η διάταξη αυτή και να οδηγηθούμε σε απαλλαγή – αθώωση του δράστη πρέπει να συντρέχουν όλες οι προϋποθέσεις της. 
Εν προκειμένω ενώ ο 27χρόνος τέλεσε το έγκλημα για να προστατέψει τη ζωή, την ψυχική υγεία, τη σωματική ακεραιότητα και τη γενετήσια ελευθερία των μικρότερων αδελφών του με βάση τους υπερασπιστικούς του ισχυρισμούς, δεν μπορεί να θεωρηθεί ότι η ενέργεια του, ήταν ο μόνος τρόπος να αποτραπεί ο κίνδυνος που συνιστούσε για τα αδέλφιά του η κακοποιητική και βάναυση συμπεριφορά που είχε σε βάρος τους, ο πατέρας τους. Με άλλους όρους , η εφαρμογή της , η οποία θα μπορούσε να οδηγήσει σε αθώωση του λόγω άρσεως του καταλογισμού σε ενοχή – ελλείψεως υπαιτιότητας, προσκρούει στην προϋπόθεση που τυποποιείται ως « άλλως δύνασθαι πράττειν» , με την έννοια ότι μπορούσε να επιλέξει άλλον τρόπο για να προστατέψει τα αδέλφια του.
Επίσης, τα θιγόμενα αγαθά δηλαδή η ανθρώπινη ζωή του πατέρα του αφενός την οποία αφαίρεσε και το σύνολο των εννόμων αγαθών που προαναφέρθηκαν των ανήλικων αδελφιών του αφετέρου τα οποία ο πατέρας  έθετε σε κίνδυνο και έβλαπτε με τη συμπεριφορά του , δεν σταθμίζονται και δεν υπόκεινται σε ποιοτικές και ποσοτικές διαβαθμίσεις.  Η ανθρώπινη ζωή είναι το απόλυτα προστατευόμενο έννομο αγαθό και όλες οι ανθρώπινες ζωές είναι ισάξιες.
Θα μπορούσε ίσως να υποστηριχθεί ότι ο δράστης βρισκόταν σε αυτό που από το δίκαιο ονομάζεται ως «νομιζόμενη κατάσταση ανάγκης» Δηλαδή θεωρούσε μέσα του ότι συντρέχουν οι προϋποθέσεις του άρθρου 32 ΠΚ δηλαδή βρισκόταν σε ένα είδος πλάνης, υπολαμβάνοντας ότι δεν έχει άλλο τρόπο να προστατέψει τα αδέλφια του, αφού ζούσε σε μικρή κοινωνία , αφού φοβόταν τον βάναυσο όπως τον περιγράφει πατέρα του, αφού όλες οι καταγγελίες που είχαν γίνει στο παρελθόν για την κακοποιητική συμπεριφορά του πατέρα του σε επίσημους φορείς δεν προχωρούσαν ; Hαπάντηση θεωρίας και νομολογίας είναι αυστηρή, δεν γίνεται δεκτή αναλογική εφαρμογή της διάταξης του άρθρου 32 ΠΚ στις περιπτώσεις δραστών που απλώς νομίζουν ότι συντρέχουν οι προϋποθέσεις του. Με το επιχείρημα ότι παρά την ψυχική πίεση του δράστη, δεν μπορεί να καταλυθεί η ενοχή του, αφού υπάρχει δυνατότητα αποφυγής της πράξης και προστασία των οικείων του από τη βλάβη με άλλες ενέργειες.
Άλλο είδος «υπερασπιστικής φωνής» για την αποφυγή της πλέον δυσβάσταχτης ποινής στον αυτουργό της εν λόγω ανθρωποκτονίας ο οποίος δεν οδηγήθηκε στην πράξη του από «ταπεινά αίτια» θα μπορούσε να είναι « Πρέπει να τιμωρηθεί επιεικέστερα γιατί αφαίρεσε τη ζωή του πατέρα του εν βρασμώ ψυχικής ορμής». Υφίστανται νομικά οι όροι του βρασμού ψυχικής ορμήςυπό τις συνθήκες κάτω από τις οποίες διαπιστώθηκε ότι αφαίρεσε τη ζωή του πατέρα του  ή μόνο ένα είδος ψυχικής πίεσης που τελικά οδήγησε στην τέλεση της πράξης ;
Ο βρασμός ψυχικής ορμής πρέπει να υπάρχει σε δύο στάδια, στο στάδιο που ο δράστης αποφασίζει να τελέσει την πράξη, κάτι που στην περίπτωση που εξετάζουμε είναι εύλογο να υποστηριχθεί, ότι δηλαδή το μυαλό του κατηγορούμενου «θόλωσε» όταν άκουσε τη μικρή του αδελφή να του περιγράφει ότι πονούσε στα γεννητικά της όργανα και συνδύασε αυτή την εξομολόγηση με τα όσα ο ίδιος είχε υποστεί από την πατέρα του, ωστόσο με βάση τα όσα προέκυψαν στο στάδιο της ανάκρισης, είναι δύσκολο να υποστηριχθεί ότι ο βρασμός υπήρχε και κατά το στάδιο εκτέλεσης της ανθρωποκτονίας. Επειδή ο 27χρονος φαίνεται να ενήργησε με «μεθοδευμένο» τρόπο,  που υποδεικνύει ότι είχε χρήση του λογικού , αφού είχε δώσει ραντεβού με τον πατέρα του, είχε μαζί του όπλο – καραμπίνα, τον πυροβόλησε τρεις φορές και όχι μια, όλα αυτά καθιστούν δύσκολη την αποδοχή του βρασμού γιατί είναι ενδείξεις ψυχραιμίας και οργάνωσης, στοιχεία που δεν συνδυάζονται με το βρασμό.
Παρότι λοιπόν η απαλλαγή του Αλέξη για την πράξη του ή η ηπιότερη τιμώρηση του υποδεικνύονται από το κοινό περί δικαίου συναίσθημα προσκρούουν νομικά σε δυσκολίες θεμελίωσης και απόδειξης. Όμως είναι εύκολο να τιμωρηθεί κατά πολύ ελαφρύτερα από έναν οποιονδήποτε δράστη ανθρωποκτονίας σε ήρεμη ψυχική κατάσταση , με την αναγνώριση ελαφρυντικών στο πρόσωπό του, να του αναγνωριστούν δηλαδή οι ελαφρυντικές περιστάσεις του άρθρου 84 ΠΚ και ειδικότερα ότι στην πράξη του ωθήθηκε από ανάρμοστη συμπεριφορά του παθόντος ή παρασύρθηκε από οργή ή βίαιη θλίψη που προκάλεσε άδικη εναντίον του πράξη.
https://www.dikastiko.gr