1996: Επίθεση με σφαίρες στα κεντρικά γραφεία του ΠΑΣΟΚ


Δύο πυροβολισμοί που ακούστηκαν από την είσοδο των κεντρικών γραφείων του ΠΑΣΟΚ, στην οδό Χαριλάου Τρικούπη 50, αναστάτωσαν το βράδυ της 5ης Ιουλίου 1996 τα Εξάρχεια. Οι
υπάλληλοι έτρεξαν αμέσως για να δουν τι είχε συμβεί και βρήκαν τον αστυφύλακα – φρουρό Νίκο Βαϊόπουλο αιμόφυρτο να ζητάει βοήθεια. «Με πυροβόλησε ένας νεαρός άνδρας στο φυλάκιο, έριξα κι εγώ αλλά δεν τον πέτυχα», τους είπε. Ο συνάδελφός του που θα τον αντικαθιστούσε, έφτανε εκείνη την ώρα στην Χαριλάου Τρικούπη και είδε από μακριά τη σκηνή του τραυματισμού του. Έτρεξε πίσω από ένα νεαρό που απομακρυνόταν προς την οδό Βαλτετσίου, πυροβολώντας στον αέρα, αλλά δεν κατάφερε να τον ακινητοποιήσει.
Στο μεταξύ ο 24χρονος αστυφύλακας, ο οποίος υπηρετούσε στο Αστυνομικό Τμήμα Eξαρχείων και είχε υπηρεσία σκοπού στα κεντρικά γραφεία του ΠAΣΟK, μεταφέρθηκε με περιπολικό στο Γενικό Kρατικό Nοσοκομείο Αθηνών. Δεν είχε χάσει τις αισθήσεις του, παρ’ όλο που η αιμορραγία από το διαμπερές τραύμα στα πλευρά του συνεχιζόταν έως την ώρα που μπήκε στο χειρουργείο. Όταν συνήλθε, περιέγραψε το περιστατικό στους συναδέλφους του.
Ετοιμαζόταν να παραδώσει βάρδια και άλλαζε ρούχα, όταν πλησίασαν το φυλάκιο δύο νεαροί, που, όπως του είπαν, ήθελαν να παραδώσουν προκηρύξεις στα γραφεία του κόμματος. Όταν τους είπε να τις αφήσουν στο φυλάκιο επειδή απαγορευόταν η είσοδος χωρίς ραντεβού, ένας απ’ αυτούς έβγαλε όπλο και τον πυροβόλησε. Αμέσως τράπηκε σε φυγή μαζί με τον συνεργό του. Ο νεαρός αστυφύλακας «απάντησε» μια φορά με το υπηρεσιακό του όπλο, περισσότερο από το ένστικτο της επιβίωσης, παρά για να τους τραυματίσει, όπως είπε. Έξω από το φυλάκιο βρέθηκε ένας κάλυκας από πιστόλι των 9 χιλιοστών.
Στις 24 Ιουλίου 1996 η Αστυνομία ανακοίνωσε ότι δράστης της επίθεσης ήταν ο Χριστόφορος Μαρίνος, με συνεργό τον 27χρονο υδραυλικό Παναγιώτη Δριμυλή, μέλος της συντακτικής επιτροπής του αναρχικού περιοδικού «Άλφα». Όμως ο Μαρίνος δεν μπορούσε να υπερασπιστεί τον εαυτό του. Λίγες ώρες νωρίτερα είχε βρεθεί νεκρός μέσα στην καμπίνα 53 του πλοίου «Πήγασος», το οποίο επέστρεφε από τις Κυκλάδες. Συμπτωματικά στο πλοίο επέβαινε και η σύζυγος του πρωθυπουργού, Δάφνη Σημίτη. Η αυτοψία «μαρτυρούσε» ότι είχε δώσει τέλος στην πολυτάραχη ζωή του, με το όπλο που βρέθηκε δίπλα του.
Οι ιατροδικαστές Δημοσθένης Μπούκης και Ηλίας Μπογιόκας μίλησαν για αυτοκτονία με μια σφαίρα, σχεδόν εξ επαφής. «Ο γιος μου αγαπούσε τη ζωή», αντέτεινε ο Δημήτρης Μαρίνος, μετά την κηδεία του Χριστόφορου, στο νεκροταφείο του Κόκκινου Μύλου. «Δούλεψα 32 χρόνια στη θάλασσα και έδωσα τα πάντα γι’ αυτό το παιδί. Κυνήγησαν την οικογένειά μας χωρίς αποδείξεις. Είχε φύγει για τριήμερο στη Σέριφο, αλλά τον μπλόκαραν οι αστυνομικοί μέσα στο πλοίο και δεν κατέβηκε. Γύρισαν με την αρραβωνιαστικιά του στον Πειραιά και τότε τον σκότωσαν».
Σχεδόν για μια δεκαετία ο Χριστόφορος Μαρίνος βρισκόταν διαρκώς στο «στόχαστρο» της Αντιτρομοκρατικής Υπηρεσίας. Από την 1η Οκτωβρίου 1987, όταν συνελήφθη για πρώτη φορά για την κλοπή του αυτοκινήτου του Νομάρχη Αττικής Αθανάσιου Τσιμπούκη, που κατέληξε στο θάνατο του Μιχάλη Πρέκα στη γνωστή «Μάχη της Καλογρέζας», είχε τον χαρακτηρισμό του «συνήθους υπόπτου» για συμμετοχή σε τρομοκρατική δράση. Ωστόσο καταδικάστηκε μόνο για τέσσερα πλημμελήματα σε ποινή φυλάκισης 28 μηνών, την οποία εξαγόρασε και αφέθηκε ελεύθερος.
Τον Σεπτέμβριο του 1992 συνελήφθη στα Εξάρχεια με έναν ακόμη «συνήθη ύποπτο», τον κοινωνιολόγο Επαμεινώνδα Σκυφτούλη, για απόπειρα κλοπής αυτοκινήτου. Και οι δύο αθωώθηκαν στο δικαστήριο. Τον Ιούνιο του 1994 αστυνομικοί έκαναν έφοδο στο σπίτι του, στο πλαίσιο των ερευνών για τον τραυματισμό του φρουρού των γραφείων του ΚΚΕ στον Περισσό και την κλοπή του υπηρεσιακού του περιστρόφου, αλλά δεν προέκυψε τίποτα σε βάρος του. Τρεις μήνες αργότερα καταδικάστηκε σε φυλάκιση 4 μηνών για απόπειρα κλοπής ενός μπουφάν από το πολυκατάστημα «Μινιόν».
Τον Ιούνιο του 1995 προφυλακίστηκε για συμμετοχή στην αιματηρή ληστεία στο Γενικό Κρατικό Νοσοκομείο Πειραιά, όπου δολοφονήθηκε ο ταμίας Δημήτρης Μαντούβαλος. Ο ίδιος φώναζε από την πρώτη στιγμή ότι είναι αθώος. Μετά από απεργία πείνας 69 ημερών, που τον έφερε ένα βήμα πριν από το θάνατο, μεταφέρθηκε στο νοσοκομείο και αποφυλακίστηκε με περιοριστικούς όρους. Αυτούς που παραβίασε για να βρεθεί στη Σέριφο με τη Μαρία…
«Eιλικρινά είναι πολλές οι φορές που αναρωτιέμαι πώς τελικά κατάφερα και συγκέντρωσα τόσο μίσος και τόσο μένος από τη μεριά των σχεδιαστών προγραμμάτων καταστολής», έγραψε στο τελευταίο του κείμενο, που δημοσίευσε η εφημερίδα «Ελευθεροτυπία», λίγες ημέρες μετά το θάνατό του. «Eίναι τέτοιος ο ορυμαγδός, που στο τέλος θα αρχίσω να πιστεύω κι εγώ αυτά που με κατηγορούν. Προσπάθησαν να δώσουν μέσω του ονόματός μου ένα χτύπημα στο σύνολο γνωστών υποθέσεων, από τις οποίες έχουν εισπράξει το χλευασμό και την απαξία της καταδιωκτικής τους ικανότητας».
Ο Παναγιώτης Δριμυλής, ο οποίος ήταν παρών στην ένοπλη επίθεση εναντίον του αστυνομικού φρουρού των γραφείων του ΠAΣΟK, δίχασε τον αντιεξουσιαστικό χώρο. Από την Αντιτρομοκρατική Υπηρεσία είχε διαρρεύσει ότι δέχθηκε να καταθέσει μετά από διαπραγματεύσεις, επειδή, όπως ισχυριζόταν, «κινδύνευε η ζωή του» και παρουσιάστηκε μόνο όταν ο Χριστόφορος Μαρίνος ήταν πλέον νεκρός. Η μια πλευρά θεωρούσε ότι έπραξε σωστά επειδή «δεν έπρεπε να γίνει θύμα των σχεδιασμών των κρατικών κατασταλτικών μηχανισμών», η άλλη ότι «η ενέργειά του δεν συνάδει με τα χαρακτηριστικά της ιδεολογίας και της πρακτικής ενός αναρχικού».
Ο Παναγιώτης Δριμυλής είπε στο δικαστήριο ότι δεν γνώριζε την πρόθεση του Xριστόφορου Mαρίνου να πυροβολήσει κατά του φρουρού. Με σύμφωνη γνώμη της ανακρίτριας Iωάννας Mαργέλου και του εισαγγελέα Iωάννη Διώτη, προϊσταμένου των ερευνών για την τρομοκρατία, κρίθηκε προσωρινά κρατούμενος. «H απόφαση για την προφυλάκισή μου είναι άδικη. H κατάθεσή μου ήταν για την υπεράσπιση της αξιοπρέπειας του χώρου μου», είπε στους δημοσιογράφους, αμέσως μετά την ανακοίνωση της απόφασης. Eπί 15 μήνες φώναζε ότι ήταν ακούσια η εμπλοκή του στην απόπειρα ανθρωποκτονίας σε βάρος του αστυνομικού. Η δικαίωσή του ήρθε τον Οκτώβριο του 1997 από το Mικτό Ορκωτό Δικαστήριο Αθηνών. «Eμείς δικάζουμε με αποδείξεις. Yποχρέωσή μας είναι να αποδείξουμε την ενοχή του κατηγορουμένου και στην περίπτωση αυτή δεν υπάρχουν αποδείξεις ότι είσαι ένοχος», είπε ο πρόεδρος στην αγόρευσή του, ανακοινώνοντας την ομόφωνη απόφαση του δικαστηρίου να τον απαλλάξει από την κατηγορία.
«Eίχα ξεκινήσει με έναν άνθρωπο για καφέ και καταλήξαμε εκεί που καταλήξαμε», είπε νωρίτερα στην απολογία του ο Παναγιώτης Δριμυλής. «Aγνοούσα τις προθέσεις του Mαρίνου που με είχε καλέσει για μια κουβέντα. Eίχε κλονιστεί ο ψυχισμός του. Eίχε έμμονες ιδέες. Tο ήξερα, αλλά δεν έδωσα τη σπουδαιότητα που έπρεπε. Θεώρησα πρωτοφανή την όλη ενέργεια και την εμπλοκή μου σε αυτή. Kαι θεωρώ ότι ήμουν τυχερός που είμαι ζωντανός. Tο ότι είμαι αναρχικός είναι τεκμήριο ενοχής, γι’ αυτό δεν εμφανίστηκα αμέσως. Θεωρώ, πάντως, ότι η ενέργειά του ήταν παρορμητική και όχι προσχεδιασμένη».