1976: Αστυνομικός πυροβόλησε και σκότωσε ύποπτο στη Νέα Σμύρνη


Μια σκιά που παραμόνευε εκείνο το καλοκαιρινό βράδυ πίσω από το παράθυρο του σπιτιού του στη Νέα Σμύρνη έκανε τον 29χρονο αστυφύλακα Γιώργο Γιαννακούρη να πεταχτεί με τα εσώρουχα στο
δρόμο και το υπηρεσιακό περίστροφο στο χέρι, για να δει ποιος παρακολουθούσε αυτόν και τη σύζυγό του.
Βγαίνοντας στην οδό Ιωνίας είδε ένα νεαρό να απομακρύνεται τρέχοντας και δεν το σκέφτηκε στιγμή. Πυροβόλησε τρεις φορές, με αποτέλεσμα μια σφαίρα να πλήξει τον ύποπτο στο κεφάλι και να τον ρίξει βαρύτατα τραυματισμένο στην άσφαλτο, στη συμβολή των οδών Ιωνίας και Θυατείρων. Ήταν ο 30χρονος φωτογράφος Αναστάσιος Αρμάος, παντρεμένος και πατέρας ενός παιδιού. Πριν το ασθενοφόρο φτάσει στο Ρυθμιστικό Κέντρο, είχε αφήσει την τελευταία του πνοή. Ήταν λίγο πριν από τα μεσάνυχτα, 21 Ιουλίου 1976.
Η γειτονιά αναστατώθηκε, καθώς τα περιπολικά έφταναν το ένα μετά το άλλο στην ήσυχη γειτονιά της Νέας Σμύρνης. Επί τόπου έσπευσαν και αξιωματικοί από την Ασφάλεια, σε μια προσπάθεια να ρίξουν φως στη δολοφονία. Όταν διαπίστωσαν τα στοιχεία του θύματος, οι διαρροές έκαναν λόγο για ηδονοβλεψία, ίσως και διαρρήκτη, που τριγυρνούσε συχνά στην περιοχή, ενώ ο αστυφύλακας, ο οποίος υπηρετούσε στο παράρτημα ασφαλείας του ΚΒ’ Αστυνομικού Τμήματος, λίγες εκατοντάδες μέτρα μακριά από το σπίτι του, ισχυρίστηκε ότι πυροβόλησε στον αέρα.
Όπως είπε στους συναδέλφους του, είχε επισημάνει την παρουσία του 30χρονου άνδρα έξω από το παράθυρό του, τουλάχιστον τις τρεις τελευταίες ημέρες. Όταν τον αντιλήφθηκε ξανά εκείνο το βράδυ, πήρε το υπηρεσιακό του “Smith & Wesson” και όπως ήταν με το εσώρουχο βγήκε στο δρόμο. Τον είδε να τρέχει και πυροβόλησε για εκφοβισμό. Χωρίς να έχει συνειδητοποιήσει ότι τον είχε σκοτώσει, επέστρεψε στο διαμέρισμά του και την 19χρονη σύζυγό του, με την οποία είχαν παντρευτεί μόλις πριν από τρεις μήνες. Κάποιοι γείτονες που είδαν τη σκηνή ειδοποίησαν την Αστυνομία και μόλις έφτασε το πρώτο περιπολικό ενημέρωσαν το πλήρωμα ότι ο άνθρωπος που είχε πυροβολήσει μπήκε στην πολυκατοικία της οδού Ιωνίας 38. Λίγο αργότερα ο Γιώργος Γιαννακούρης έπαιρνε το δρόμο για το τμήμα στο οποίο υπηρετούσε, αλλά αυτή τη φορά ως κρατούμενος…
«Είδα δύο άνδρες να τρέχουν. Ο ένας κρατούσε όπλο και φώναζε “πιάστε τον, κλέφτης!”. Πριν καταλάβω τι γινόταν, πυροβόλησε αρχικά δύο φορές και μετά μία τρίτη και ο άλλος έπεσε αιμόφυρτος», είπε ένας οδηγός ταξί από τη γειτονιά, που μόλις είχε σχολάσει και την ώρα εκείνη έβγαινε από το αυτοκίνητο για να μπει στο σπίτι του. Μια νεαρή κοπέλα, που έμενε στο ισόγειο της διπλανής πολυκατοικίας από αυτή του 29χρονου αστυφύλακα, κατέθεσε ότι λίγο νωρίτερα κάποιος βρισκόταν έξω από το δικό της παράθυρο. «Την ώρα εκείνη ήμουν στο τηλέφωνο και έκανα επίτηδες θόρυβο για να φύγει. Πράγματι, τον άκουσα να απομακρύνεται βιαστικά. Ίσως ήταν ο ίδιος που πήγε μετά έξω από το σπίτι του αστυνομικού, γιατί πριν περάσουν πέντε λεπτά άκουσα τους πυροβολισμούς», είπε χαρακτηριστικά.
Ο εισαγγελέας άσκησε σε βάρος του 29χρονου αστυφύλακα ποινική δίωξη για ανθρωποκτονία από πρόθεση εν βρασμώ ψυχικής ορμής και τον παρέπεμψε στον ανακριτή για να απολογηθεί. Ωστόσο το συμβούλιο πλημμελειοδικών δεν δέχθηκε το ελαφρυντικό του βρασμού ψυχικής ορμής και στο παραπεμπτικό βούλευμα το απάλειψε. Η δίκη του Γιώργου Γιαννακούρη ορίστηκε να γίνει το Μάρτιο του 1977 στο Μικτό Ορκωτό Δικαστήριο Καρπενησίου, προκαλώντας την αντίδραση της συζύγου του θύματος, καθώς η απόσταση καθιστούσε δύσκολη την μετακίνηση των μαρτύρων.
Το δικαστήριο έριξε στα «μαλακά» το νεαρό αστυφύλακα, καθώς δέχθηκε αυτά που είχε υποστηρίξει στην απολογία του. Ότι, δηλαδή, πυροβόλησε επειδή φοβήθηκε όταν αντελήφθη τον δράστη να προσπαθεί να μπει στο σπίτι του, με άγνωστες διαθέσεις. Η απόφαση ήταν ποινή φυλάκισης 3,5 ετών. Το Νοέμβριο του 1977 προσέφυγε στον Άρειο Πάγο, όπου κατέθεσε αίτηση αναίρεσης της καταδικαστικής απόφασης και λίγους μήνες αργότερα επέστρεψε στην υπηρεσία του δικαιωμένος.
Νίκος Τσέφλιος
https://astinomiko.gr