Δεν (;) υπογράφει ο Πρόεδρος της Δημοκρατίας τις αλλαγές για τη νέα ηγεσία της Δικαιοσύνης

Στην απόφαση να μην υπογράψει  το προεδρικό διάταγμα διορισμού της νέας ηγεσίας τη Δικαιοσύνης, σίγουρα μέχρι τις 30 Ιουνίου και μεγάλη πιθανότητα ούτε στην εβδομάδα που
μεσολαβεί μέχρι τις εκλογές της 7Ης Ιουλίου, φέρεται να έχει καταλήξει ο πρόεδρος της Δημοκρατίας Προκόπης Παυλόπουλος.
Η απόφαση αυτή υπαγορεύεται από δυο λόγους:
Πρώτον από το γεγονός ότι μέχρι τις 30 Ιουνίου οι θέσεις δεν είναι κενές καθώς τότε συνταξιοδοτούνται οι Βασ. Πέππας, πρόεδρος του Αρείου Πάγου και  Ξένη Δημητρίου εισαγγελέας του Αρείου Πάγου. Σ’ αυτό το σκέλος είναι το εύκολο αφού ο  ουσιαστικά ο κ. Παυλόπουλος θα πράξει όπως και το 2016 όταν είχε επιλεγεί προ της 30ης Ιουνίου η Ξένη Δημητρίου για τη θέση της εισαγγελέα του Ανωτάτου Δικαστηρίου,  αλλά υπέγραψε το διάταγμα την 1η Ιουλίου, όταν δηλαδή εξέπνευσε και τυπικά η θητεία της απερχόμενης εισαγγελέα Ευτέρπης Κουτζαμάνη.
Δεύτερον μετά την 30η Ιουνίου θα βρισκόμαστε στο τέλος της προεκλογικής περιόδου , δηλαδή μια βδομάδα πριν τις κάλπες, γεγονός που προφανώς δύναται να επικαλεστεί ο πρόεδρος της Δημοκρατίας, ο οποίος θα βρεθεί στο δίλημμα να υπογράψει ή όχι μια πρόταση διορισμού εκ μέρους μιας κυβέρνησης που έχει -επί της ουσίας- καταστεί υπηρεσιακή. Η εκδοχή που προβάλλεται ώς επικρατέστερη είναι ότι ο προεδρος δεν θα υπογράψει ούτε τότε και μάλιστα λέγεται πως το μετέφερε ήδη στον πρωθυπουργό όταν ο τελευταίος τον συνάντησε για να του ζητήσει τη διάλυση της Βουλής.
Πίεση
Αυτό διαφαίνεται και από τις απαντήσεις που δίνουν κυβερνητικά στελέχη καθώς και ο ίδιος ο πρωθυπουργός, οι οποίοι χωρίς να σηκώνουν  τους τόνους ασκούν μια έμμεση πίεση προς τον κ. Παυλόπουλο. Χαρακτηριστική είναι η αποστροφή του κ. Τσίπρα πως «έχει σταλεί το διάταγμα και από κει και πέρα ο Πρόεδρος της Δημοκρατίας έχει διαμηνύσει ότι θα κάνει αυτό που ορίζει το Σύνταγμα και ο νόμος, αλλά όταν υπάρξει κένωση της θέσεως. Εν πάση περιπτώσει θα κάνει αυτό το οποίο αρμόζει στο ρόλο του, έχω εμπιστοσύνη στην κρίση του».
Ο υπουργός Δικαιοσύνης Μιχ. Καλογήρου, το πήγε ένα βήμα παραπέρα αναφέροντας (με πλάγιο τρόπο) πως το να μην υπογράψει ο κ. Παυλόπουλος  θα είναι σα να συμμερίζεται «θεσμικές δολιοφθορές»:
«Η κοινοβουλευτική διαδικασία τηρήθηκε, η κυβέρνηση ασκεί κανονικά τις αρμοδιότητές της, ενώ επιχειρήθηκε συναίνεση μέσω της επιστολής προς τον αρχηγό της αξιωματικής αντιπολίτευσης. Μια αντίθετη προσέγγιση και επιλογή οδηγεί στην υιοθέτηση του δόγματος ότι τελικώς η ηγεσία της Δικαιοσύνης αποτελεί πολιτικό εργαλείο και ότι μπορούμε στον βωμό της μικροπολιτικής σκοπιμότητας να θυσιάζουμε τις συνταγματικά προβλεπόμενες διαδικασίες. Θεωρώ ότι ο Πρόεδρος της Δημοκρατίας δεν συμμερίζεται θεσμικές δολιοφθορές, οι οποίες μάλιστα γίνονται στο όνομα του Συντάγματος», ανέφερε.
Δια της σιωπής
Η μη υπογραφή όμως πριν τις εκλογές, δρομολογεί νέες εξελίξεις , καθώς προφανώς (σε μια τέτοια περίπτωση)  ο πρόεδρος θα περιμένει το νέο υπουργικό συμβούλιο της νέας κυβέρνησης. Μάλιστα επειδή η πρόταση του υπουργικού συμβουλίου, όπως λένε δικαστικές πηγές, είναι διοικητική πράξη, μπορεί να ανακληθεί από το νέο υπουργικό συμβούλιο που δύναται να επανέλθει με νέα πρόταση. Ουσιαστικά δηλαδή το προεδρικό διάταγμα θα έχει απενεργοποιηθεί «δια της σιωπής».
ΤΙ θα κάνει η νέα κυβέρνηση
Η νέα κυβέρνηση, εφόσον  εκλεγεί, της ΝΔ , θα έχει να ακολουθήσει τους εξής δρόμους:
Να ανακαλέσει το διάταγμα και να εκδώσει καινούργιο με τα πρόσωπα που εκείνη εκτιμά πως θα πρέπει να ανταποκριθούν. Η μια περίπτωση θα είναι να ακολουθήσει το δρόμο  της επετηρίδας, των αρχαιοτέρων δηλαδή στον Άρειο Πάγο. Του αρχαιότερου αντιπροέδρου (είναι η κα Δημ. Αλειφεροπούλου)  και του αρχαιότερου αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου( είναι ο κ. Βασ. Πλιώτας).
Η δεύτερη (πιθανόν και με τις μεγαλύτερες πιθανότητες) είναι να μην ακυρώσει ολόκληρη τη διαδικασία και να επιλέξει αυτούς που πλειοψήφησαν στη διάσκεψη των προέδρων. Δηλαδή η Ειρήνη Καλού για πρόεδρος του Αρείου Πάγου (πήρε 15 ψήφους στη διάσκεψη και ήταν και η τελική επιλογή της νυν κυβέρνησης) και ο Χαρ. Βουρλιώτης για εισαγγελέας του Αρείου Πάγου (πήρε 15 ψήφους, αλλά προτιμήθηκε από την νυν κυβέρνηση η Δήμητρα Κοκοτίνη που είχε πάρει  8 ψήφους και ήταν τέταρτη στην προεπιλογή).