Πολύποδες στη μύτη: Ποιος παράγοντας επιδεινώνει τα συμπτώματα;



Η παρουσία αλλεργίας φαίνεται να σχετίζεται με την αντικειμενική ή υποκειμενική σοβαρότητα της ρινικής πολυποδίασης.

Το ποσοστό εμφάνισης αλλεργίας στους ασθενείς με πολύποδες στη μύτη φαίνεται να είναι υψηλό. Μάλιστα, η παρουσία της συνδέεται με την ανάπτυξη μεγαλύτερου μεγέθους διογκώσεων του βλεννογόνου, με υποτροπές ή με τη βαρύτητα των συμπτωμάτων, καθώς και την εμφάνιση αλλεργικού βρογχικού άσθματος και την ευαισθησία στη λήψη ασπιρίνης.

«Οι ρινικοί πολύποδες είναι μικρές ημιδιαφανείς αλλοιώσεις του ρινικού βλεννογόνου που συχνά εμφανίζονται στις ρινικές θαλάμες ή στους ρινικούς κόλπους. Πρόκειται για καλοήθεις όγκους της μύτης που συχνά αποτελούν αιτία συσσώρευσης ρινικών εκκρίσεων ή οδηγούν σε αποφρακτικά φαινόμενα, αφού δυσχεραίνουν τη ρινική αναπνοή. Η ρινική πολυποδίαση παρατηρείται στο 2-4% του πληθυσμού. Ο επιπολασμός της αυξάνεται με την ηλικία, καθώς η εμφάνισή της είναι συχνότερη σε άτομα (κυρίως άνδρες) άνω των 40 ετών και πολύ σπάνια σε παιδιά κάτω των 10 ετών, οπότε και θα πρέπει να τίθεται σοβαρά η υποψία ινοκυστικής νόσου.

Η παθογένεσή της είναι πολυπαραγοντική και συχνά σχετίζεται με χρόνια ρινίτιδα (αλλεργική ή μη) και φλεγμονές των παραρρίνιων κόλπων (ηθμοειδείς κυψέλες, ιγμόρεια κλπ)» εξηγεί ο πλαστικός χειρουργός προσώπου – ΩΡΛ δρ Γεώργιος Μοιρέας, διευκρινίζοντας περαιτέρω ότι στην ανάπτυξη ρινικών πολύποδων μπορεί να συμβάλλουν γενετικοί και περιβαλλοντικοί παράγοντες, αλλεργίες, καθώς και αντιγόνα ιών, βακτηρίων ή μυκήτων.

«Η αλλεργία παίζει ρόλο στην ανάπτυξη ρινικών εκκρίσεων και αποτελεί συχνά παράγοντα προδιάθεσης για την εμφάνιση ρινοκολπίτιδας. Ο επιπολασμός της αλλεργίας σε άτομα με χρόνια ρινοκολπίτιδα είναι μεγάλος και στους ασθενείς με ρινική πολυποδίαση κυμαίνεται από 10% έως 24%», τονίζει.


Όταν είναι μικροί οι ρινικοί πολύποδες δεν προκαλούν συνήθως συμπτώματα, οπότε δεν χρειάζονται θεραπεία. Οι μεγαλύτεροι μπορούν να εμποδίσουν την κανονική αποστράγγιση των βλεννωδών εκκρίσεων από τα ιγμόρεια, με αποτέλεσμα να συσσωρεύεται υπερβολική βλέννα στους κόλπους και να προκύπτουν συχνά λοιμώξεις.

Όσοι πάσχουν από ρινική πολυποδίαση, τα τρία συμπτώματα που παρουσιάζουν συχνότερα είναι η ρινική απόφραξη, η οπισθορρινική καταρροή και το φτάρνισμα. Περίπου το 75% των ασθενών παρουσιάζει έκπτωση στην οσφρητική λειτουργία, ενώ σε μερικούς συνυπάρχει μείωση και στην αίσθηση της γεύσης. Ο κνησμός γύρω από τα μάτια είναι επακόλουθο της ταυτόχρονης παρουσίας αλλεργίας. Επιπλέον, οι ασθενείς ενδεχομένως να πονούν στο πρόσωπο, εάν υπάρχει λοίμωξη στους παραρρίνιους κόλπους. Πολλοί άνθρωποι έχουν επίσης συριγμό και ευαισθησία σε καπνούς, οσμές, σκόνες και χημικά.

Η ρινική ενδοσκόπηση είναι απαραίτητη για τη διάγνωση των ασθενειών της ρινικής χώρας. Ο γιατρός χρησιμοποιεί ένα εργαλείο με μεγεθυντικό φακό ή κάμερα που παρέχει λεπτομερή εικόνα της μύτης και των ιγμορείων. Σε ορισμένες περιπτώσεις, απαιτούνται περαιτέρω εξετάσεις για την ακριβή διάγνωση, όπως η διενέργεια αξονικής ή μαγνητικής τομογραφίας ή η λήψη ενός μικρού δείγματος από τον πολύποδα για βιοψία.

Ωστόσο, αυτά τα αντικειμενικά εργαλεία αξιολόγησης δεν είναι πάντοτε επαρκή για τον προσδιορισμό της σοβαρότητας της νόσου ή για την πρόβλεψη του αποτελέσματος της θεραπείας. Συνεπώς, για την αξιολόγηση της σοβαρότητας των ασθενειών συμπεριλαμβάνονται συνήθως τόσο η βαθμολογία των συμπτωμάτων, όσο και της ποιότητας ζωής, δεδομένου ότι η ρινική πολυποδίαση μειώνει την ποιότητα ζωής των συμπτωματικών ασθενών, ειδικά όταν αυτοί υποφέρουν από ρινική απόφραξη ή συμφόρηση, υποσμία και κεφαλαλγία.

Εάν απαιτείται αντιμετώπιση της ρινικής πολυποδίασης, η θεραπεία είναι εξατομικευμένη. Τοπικά σπρέι με βάση την κορτιζόνη και κορτικοστεροειδή φάρμακα από το στόμα πιθανώς να μειώσουν ή εξαφανίσουν τελείως τους πολύποδες, οπότε ο ασθενής προσέρχεται κατόπιν στον ωτορινολαρυγγολόγο μόνο για παρακολούθηση.

Σε αποτυχία αυτής της θεραπευτικής μεθόδου, η μοναδική επιλογή είναι η χειρουργική επέμβαση. Κατά τη διάρκειά της αφαιρούνται οι πολύποδες και καθαρίζονται τόσο η μύτη, όσο και οι παραρρίνιοι κόλποι. Ωστόσο, τείνουν να επανέλθουν αν εξακολουθήσει να υφίσταται ο παράγοντας που τους προκαλεί.


Πηγή: healthreport.gr