Νίκος Κ. Αλιβιζάτος: Γιατί ο κ. Παυλόπουλος οφείλει να πει «όχι» και μετά τις 30 Ιουνίου

Δεσμεύει τον Πρόεδρο της Δημοκρατίας η επιλογή από το Υπουργικό Συμβούλιο των κ. Καλού και Κοκοτίνη για τις θέσεις του προέδρου και του εισαγγελέα του Αρείου Πάγου αντίστοιχα; Η
απάντηση είναι κατά τη γνώμη μου όχι, για τους ακόλουθους λόγους:

Μέχρι τη λήξη της θητείας του σημερινού προέδρου και της σημερινής εισαγγελέως του Αρείου Πάγου, στις 30 Ιουνίου τ.έ., η απάντηση είναι ξεκάθαρη: ο Πρόεδρος της Δημοκρατίας δεν μπορεί να εκδώσει το σχετικό διάταγμα, γιατί δεν έχει την απαιτούμενη κατά χρόνον αρμοδιότητα. Οπως ορθά έπραξε και το 2016, όταν η κυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ-ΑΝΕΛ επέλεξε την κ. Ξένη Δημητρίου, θα πρέπει να περιμένει τουλάχιστον έως την 1η Ιουλίου. Το ίδιο πιστεύω ότι οφείλει να πράξει ακόμη και αν οι κ. Πέππας και Δημητρίου υποβάλουν έως τότε την παραίτησή τους. Διότι θα πρόκειται για μεθοδευμένη παραίτηση, με προφανή στόχο την καταστρατήγηση του Συντάγματος, που ο αρχηγός του κράτους οφείλει να αγνοήσει.

Να σημαίνει άραγε αυτό ότι μετά την 1η Ιουλίου ο κ. Παυλόπουλος οφείλει να εκδώσει τα επίμαχα διατάγματα, όπως φαίνεται να υποστηρίζει η σημερινή κυβέρνηση; Η απάντηση και σε αυτό το ερώτημα είναι όχι, για δύο κυρίως λόγους:

Πρώτον, διότι η επιλογή της ηγεσίας ενός ανώτατου δικαστηρίου δεν περιλαμβάνεται στη «διαχείριση των τρεχουσών υποθέσεων», δηλαδή στις απολύτως αναγκαίες εκείνες ενέργειες στις οποίες, κατά δεσμευτικό συνταγματικό έθιμο, περιορίζονται οι αρμοδιότητες μιας υπηρεσιακής κατ’ ουσίαν κυβέρνησης. Πολύ περισσότερο που, όπως έχει κατά κόρον λεχθεί τις τελευταίες ημέρες, η πλήρωση των ανωτέρω θέσεων δεν μπορεί καν να χαρακτηρισθεί ως «επείγουσα» υπόθεση, για την οποία θα χωρούσε τάχα εξαίρεση από τον κανόνα. Αρκεί μόνο να θυμηθεί κανείς πόσους μήνες περίμενε πέρυσι η σημερινή κυβέρνηση για να επιλέξει την κ. Σακελλαροπούλου ως πρόεδρο του ΣτΕ, μετά την παραίτηση του κ. Σακελλαρίου, τον Μάιο του 2018.

Οσο για το επιχείρημα ότι η σημερινή κυβέρνηση, προβαίνοντας προχθές –δηλαδή στις 31 Μαΐου– στην επίμαχη επιλογή, δεν ήταν «υπηρεσιακή», αφού οι εκλογές της 7ης Ιουλίου δεν έχουν ούτε καν ακόμη προκηρυχθεί, προσιδιάζει στην ερμηνεία του Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας και όχι του Συντάγματος. Για το τελευταίο, όπως και ο τελευταίος πρωτοετής της Νομικής θα μπορούσε να υπενθυμίσει στους καλόπιστους δύσπιστους, ο ερμηνευτής δεν έχει απλώς την ευχέρεια, αλλά οφείλει να λαμβάνει υπόψιν τις θεμελιώδεις αρχές που βρίσκονται «πίσω» από τις επιμέρους ρυθμίσεις. Και τέτοια είναι η διασφάλιση της μεγαλύτερης δυνατής αμεροληψίας της κυβέρνησης, της κάθε κυβέρνησης, όσο πλησιάζουν οι εκλογές (άρθρο 52 Σ.).

Εν προκειμένω, ωστόσο, υπάρχει ένα επιπλέον επιχείρημα, που δεν αφήνει κανένα περιθώριο να υποστηριχθεί η αντίθετη άποψη: Για ποιους λόγους το Σύνταγμα ορίζει ότι η κυβέρνηση (και όχι κάποιο άλλο όργανο του κράτους) επιλέγει την ηγεσία της Δικαιοσύνης; Οπως όλοι δέχονται, η ρύθμιση αυτή, που έρχεται προφανώς σε αντίθεση προς την αρχή της δικαστικής ανεξαρτησίας, αποβλέπει στο να αποτρέψει ένα άλλο κακό: την πλήρη αποκοπή των δικαστών από την κοινωνία. Δεν είναι της στιγμής να σχολιάσουμε αν ο σκοπός αυτός είναι δικαιολογημένος, ούτε αν η λύση που ο συντακτικός νομοθέτης επέλεξε –διαχρονικά, σημειωτέον, και από πολύ παλιά– είναι η πιο ενδεδειγμένη. Το βέβαιο είναι ότι η σχετική διάταξη –δηλαδή το άρθρο 90 παρ. 5 του Συντάγματος– θα πρέπει να ερμηνεύεται στενά, ώστε οι διενεργούμενες επιλογές να υπηρετούν τον επιδιωκόμενο σκοπό. Ποιος είναι αυτός; Το επαναλαμβάνω, με όσο το δυνατόν μεγαλύτερη σαφήνεια: οι επικεφαλής της Δικαιοσύνης να είναι μεν δικαστές γενικότερης αποδοχής, οι οποίοι, εντούτοις, να παρακολουθούν τον παλμό της κοινωνίας. Γι’ αυτόν ακριβώς τον λόγο το Σύνταγμα προέκρινε την ανωτέρω ρύθμιση.

Ποια κυβέρνηση όμως εκφράζει εξ ορισμού τον εν λόγω παλμό; Η απάντηση είναι μονοσήμαντη: η νομιμοποιημένη πολιτικά. Και ποια κυβέρνηση νομιμοποιείται πολιτικά περισσότερο από κάθε άλλη; Αυτή που προέρχεται από τη νωπότερη έκφραση της λαϊκής κυριαρχίας.

Αν οι ανωτέρω συλλογισμοί ευσταθούν, η απάντηση στο ερώτημα τι θα πρέπει να πράξει ο Πρόεδρος της Δημοκρατίας μετά την 1η Ιουλίου είναι μόνο μία: να αγνοήσει την πρόταση που του υπέβαλε η σημερινή κυβέρνηση και να αναμείνει την πρόταση που θα του υποβάλει η κυβέρνηση που θα αναδειχθεί μετά τις εκλογές της 7ης Ιουλίου.

ΥΓ. 1: Για το πόσο ειλικρινείς και «θεσμικά συνεπείς» ήταν οι προθέσεις της κυβέρνησης στον χειρισμό του ζητήματος αυτού, αρκεί να αναφέρει κανείς το εξής απίθανο, αλλά αληθινό: για την Εισαγγελία του Αρείου Πάγου προέκρινε, αντί του δικαστικού λειτουργού που έχει προτείνει με μεγάλη πλειοψηφία η αρμόδια επιτροπή της Βουλής (όχι για κανέναν άλλο λόγο, αλλά γιατί είχε την τόλμη να προφυλακίσει τη Χρυσή Αυγή, τον Σεπτέμβριο του 2013), τη λειτουργό εκείνη που προ ημερών αναίρεσε την απόφαση των δικαστών του Βόλου και κατ’ ουσίαν «ενέκρινε» την άδεια του αρχιδολοφόνου της 17Ν.

ΥΓ. 2: Από τον υπουργό εκείνο της σημερινής κυβέρνησης, ο οποίος, το 2015, έπεισε το Υπουργικό Συμβούλιο να επιλέξει ως πρόεδρο του Αρείου Πάγου την κ. Βασιλική Θάνου –σύμβουλο του σημερινού πρωθυπουργού την επομένη της αφυπηρέτησής της–, το τελευταίο που θα περίμενε κανείς είναι να προβαίνει σε υποδείξεις καλής συμπεριφοράς σε συνταγματολόγους, που έχουν αποδείξει μια ζωή ότι δεν επηρεάζονται από πολιτικές σκοπιμότητες.

Νίκος Κ. Αλιβιζάτος

Ομότιμος καθηγητής του Συνταγματικού Δικαίου στο Πανεπιστήμιο Αθηνών.

http://www.kathimerini.gr