Η «αναποτελεσματικότητα» της Ελληνικής Αστυνομίας - του Δημήτρη Παρδάλη

Για άλλη μία φορά, ίσως και ενόψει προεκλογικής περιόδου, αναδεικνύεται σε μείζον θέμα της επικαιρότητας το ζήτημα της αστυνόμευσης. Και φυσικά, για μία ακόμη φορά, ως λύση για την
καταπολέμηση της εγκληματικότητας προκρίνεται η ίδρυση περισσότερων αστυνομικών τμημάτων και η πρόσληψη επιπλέον αστυνομικών, στη βάση μίας πρακτικής που ακολουθήθηκε κατά κόρον τα προηγούμενα χρόνια, ωστόσο έχει πλέον καταστεί μάλλον παρωχημένη. Και ναι, η αλήθεια είναι ότι τα τελευταία χρόνια, ελέω οικονομικής κρίσης, οι προσλήψεις στην Ελληνική Αστυνομία γίνονται με το σταγονόμετρο, αλλά δεν είναι, κι ούτε μπορούν να είναι αυτές η πρωταρχική λύση, ειδικά αν λάβουμε υπόψη μας ότι η χώρα μας έχει την υψηλότερη αναλογία αστυνομικών ανά συγκεκριμένο αριθμό κατοίκων, τούτο δε σε ολόκληρη την Ευρωπαϊκή Ένωση. 

Αυτό που χρειάζεται πρωτίστως, κατά τη γνώμη μου, είναι να επικεντρωθεί η Ελληνική Αστυνομία στο κατ’ εξοχήν έργο της που δεν είναι άλλο από την ενίσχυση του αισθήματος ασφάλειας του πολίτη και την περιστολή της εγκληματικότητας, μέσα από την ορθολογική οργάνωση και κατανομή του υπάρχοντος ανθρώπινου δυναμικού, η οποία θα πρέπει να γίνει με όρους σύγχρονου management και στη βάση συγκεκριμένης και ξεκάθαρης στοχοθεσίας, κυρίως σε επιχειρησιακό επίπεδο, αλλά και μακροπρόθεσμης προοπτικής. Είναι προφανές ότι δεν αρκεί να ακροβολίζονται σε διάφορα σημεία ένας ή δύο αστυνομικοί, χωρίς να έχουν αντικειμενικά τη δυνατότητα να δράσουν επιχειρησιακά με αποτελεσματικότητα, μόνο και μόνο για να «καθησυχάζουμε» τη συνείδησή μας ότι κάναμε το καθήκον μας. Και βέβαια, αιτία του προβλήματος δεν είναι μόνο ότι η διαχείριση ανθρώπινων πόρων (HR Management) δεν διδάσκεται ως μάθημα στη Σχολή Αξιωματικών ή έστω σεμιναριακά, ανά τακτά χρονικά διαστήματα και μετά την έξοδο των φοιτούντων στη σχολή αυτή. 

Στην ίδια λογική, εξάλλου, δηλαδή σε αυτήν της ορθολογικής διαχείρισης οικονομικών και ανθρώπινων πόρων της Ελληνικής Αστυνομίας, εντάσσεται και η απαλλαγή του δυναμικού της από αρμοδιότητες που της έχουν κατά καιρούς ανατεθεί και που, στην πλειονότητά τους, ελάχιστη, αν όχι και καθόλου, σχέση έχουν με την προαναφερόμενη κύρια απέναντι στον πολίτη αποστολή της. 

Πρώτο χαρακτηριστικό παράδειγμα τέτοιας αρμοδιότητας η αστυνόμευση αθλητικών εκδηλώσεων, η οποία μάλιστα κοστίζει στον φορολογούμενο πολίτη της χώρας περί τα 10.000.000 με 12.000.000 ευρώ ετησίως. Με σχετικές ενέργειές τους οι διοργανώτριες αρχές έχουν πετύχει την παρουσία αστυνομικών οργάνων ακόμη και σε αγώνες όχι και τόσο «δημοφιλών» αθλημάτων, με πολλούς από αυτούς τους αγώνες, μάλιστα, να μην ξεκινούν καν εάν δεν υπάρχει η απαιτούμενη αστυνομική παρουσία. Ωστόσο, ακόμη και στις «σημαντικές» αθλητικές εκδηλώσεις, και πέραν του γεγονότος ότι σε κάθε περίπτωση μιλάμε για παρουσία αστυνομικών σε ιδιωτικές, ανωνύμων εταιριών, εκδηλώσεις, είναι αμφίβολο πόσο αναγκαία είναι η παρουσία αστυνομικών οργάνων, μιας και το αντικείμενο της απασχόλησής τους εξαντλείται στην απλή παρουσία τους στις θύρες των γηπέδων. Και μιλάμε φυσικά για παρουσία 2 – 3 αστυνομικών σε συγκεκριμένες, και όχι σε όλες, θύρες, οι οποίοι καλούνται να ελέγξουν, πόσο αποτελεσματικά αλήθεια, μερικές χιλιάδες άτομα. Άλλωστε, τον έλεγχο των εισιτηρίων και των φιλάθλων κατά την είσοδό τους σε ένα γήπεδο τον διενεργούν ιδιωτικές εταιρίες φύλαξης, μισθοδοτούμενες από τις αντίστοιχες ανώνυμες εταιρίες που και παραπάνω ανέφερα. 

Άλλο συναφές παράδειγμα, η Δημοτική Αστυνομία. Ειδικότερα, ο Ν. 3731/2008 που αφορά στην ίδρυση και λειτουργία της ορίζει αναλυτικά τα καθήκοντα των υπαλλήλων της. Στα καθήκοντα αυτά περιλαμβάνονται, και μάλιστα σε 24ωρη βάση λειτουργίας, η διενέργεια ελέγχων για την τήρηση των διατάξεων του Γενικού Οικοδομικού Κανονισμού, των διατάξεων του νόμου που αφορά τα ζώα συντροφιάς, των διατάξεων που αφορούν τη διατάραξη ή μη της κοινής ησυχίας, των διατάξεων σχετικά με τα καταστήματα υγειονομικού ενδιαφέροντος κ.ά. Ωστόσο, οι Δήμοι, εκμεταλλευόμενοι την πρόβλεψη περί συναρμοδιότητας, καταλήγουν να περιστέλλουν στην πράξη τις αρμοδιότητες των υπαλλήλων τους που υπηρετούν στη Δημοτική Αστυνομία, χρησιμοποιώντας τους εν τέλει για τον έλεγχο των παράνομων σταθμεύσεων, αρμοδιότητα με σημαντικό εισπρακτικό όφελος για τα ταμεία τους, και μετακυλύοντας, αντίστοιχα, τις λοιπές αρμοδιότητες στο προσωπικό της Ελληνικής Αστυνομίας. Δεν είναι λίγες οι φορές που, Παρασκευή και Σάββατο βράδυ, οι εποχούμενες περιπολίες, κυρίως στις περιοχές όπου υπάρχουν καταστήματα υγειονομικού ενδιαφέροντος, «σπαταλούν» σχεδόν τη μισή τους βάρδια σε ελέγχους καταγγελιών για διατάραξη της κοινής ησυχίας και μόνο. 

Και η λίστα των παραπάνω παραδειγμάτων μεγαλώνει, αν ληφθεί υπόψη η απασχόληση αστυνομικών οργάνων για την επίδοση εγγράφων, όταν μάλιστα υπάρχουν επιμελητές διορισμένοι ως υπάλληλοι για αυτόν ακριβώς το σκοπό στις κατά τόπους Εισαγγελίες της χώρας, ή για τη μεταφορά των ψυχικά ασθενών στις περιπτώσεις διαταγών του αρμόδιου Εισαγγελέα για ακούσια νοσηλεία προσώπου, την ώρα μάλιστα που, ειδικά στην τελευταία περίπτωση, για λόγους δημόσιας ασφάλειας, αλλά και κυρίως για λόγους ασφάλειας του ίδιου του πάσχοντος – ακουσίως νοσηλευόμενου, η σχετική μεταφορά θα έπρεπε να γίνεται όχι με περιπολικά της αστυνομίας και με τη συνοδεία ατόμων που ουδόλως έχουν λάβει έστω και τη στοιχειώδη συναφή εκπαίδευση, αλλά από ειδικά, νοσοκομειακά, οχήματα, επανδρωμένα με εξειδικευμένο νοσηλευτικό προσωπικό. 

Και φυσικά το ζήτημα δεν είναι η πολλαπλή απασχόληση του αστυνομικού προσωπικού, όπως αναλύθηκε παραπάνω. Το ζήτημα είναι ότι λόγω της προπεριγραφόμενης «επιβάρυνσης» του δυναμικού της Ελληνικής Αστυνομίας με αρμοδιότητες που δεν άπτονται, και ούτε θα έπρεπε σε κάποιες περιπτώσεις να άπτονται, της επιχειρησιακής της δράσης, οι φορολογούμενοι πολίτες αυτής της χώρας να στερούνται την καλύτερη δυνατή προστασία ενός θεμελιώδους δημόσιου αγαθού τους, όπως είναι η ασφάλειά τους. 

ΠΑΡΔΑΛΗΣ Δημήτριος
Μέλος ΕΚΑ
Υπεύθυνος τομέα Προστασίας του Πολίτη στην ΟΝΝΕΔ Θεσσαλονίκης