Κατερίνα Φραγκάκη: Ο «γολγοθάς» των διαζυγίων

Σε ένα διαζύγιο είναι, κατά μεγάλο ποσοστό, αναμενόμενο ότι ένας από τους δύο συζύγους θα αντιδράσει ειδικά στην αρχή του χωρισμού γιατί νιώθει ότι αδικήθηκε, ή είναι σε άρνηση  διότι
επιθυμεί να πιέσει το άλλο μέρος να επιστρέψει στην οικογενειακή ζωή.
Αναλύει
η δικηγόρος
Κατερίνα
Φραγκάκη*
Όταν υπάρχουν παιδιά τα πράγματα είναι πολύπλοκα, διότι η κόντρα των γονέων είναι άρρηκτα συνδεδεμένη με τον ψυχισμό των τέκνων. Οι δε γονείς δεν έχουν συνειδητοποιήσει ότι μέχρι την ενηλικίωση του παιδιού θα πρέπει να έρχονται σε συχνή επικοινωνία για την ομαλή ανάπτυξη του τέκνου, με αποτέλεσμα όταν το συνειδητοποιούν να ξεκινά μια έντονη διαμάχη.  
Οι γονείς θα πρέπει να είναι  προετοιμασμένοι όταν αποφασίσουν  να χωρίσουν, ή ακόμα περισσότερο όταν ξεκινά μια δικαστική διαμάχη με επίκεντρο την επιμέλεια του παιδιού, ότι ο έτερος σύζυγος θα αντιδράσει έντονα.  Σε αυτό τον αγώνα θα πρέπει ο γονιός να οπλιστεί με υπομονή υπό την καθοδήγηση του δικηγόρου του, αλλά και ενός ψυχολόγου ή παιδοψυχιάτρου, ώστε να μπορεί να αντιμετωπίσει τη δύσκολή αυτή περίοδο. 
Στην ελληνική πραγματικότητα είναι σύνηθες τα παιδιά να χρησιμοποιούνται ως μέσο εκδίκησης και εκβιασμού, γεγονός που τα καθιστά  θύματα του χωρισμού των γονέων τους. Και ενώ θα έπρεπε σε αυτή τη δύσκολη περίοδο για τα παιδιά οι γονείς να στέκονται αρωγοί σε αυτά, με την βοήθεια και κάποιου ειδικού που θα τα συνεπικουρεί , οι γονείς βάζουν μπροστά το εγώ τους ξεκινώντας ατέρμονες διαμάχες, για να εκδικηθούν τον άλλον γονέα. Δεν θα πρέπει ο γονιός να  υποκύψει στη παγίδα της ψυχολογικής βίας και να μπει σε ένα φαύλο κύκλο απανωτών αλληλοεπιθέσεων που θα τον εξοντώσουν τόσο τον ίδιο όσο και τα παιδιά αλλά θα πρέπει να έχει μια ψύχραιμη αντιμετώπιση. 
Πολλές φορές ακολουθείται η πρακτική από τη μητέρα να προσπαθεί να περιορίσει ή και να απαγορεύσει την επικοινωνία του πατέρα με τα τέκνα του, αν και αυτό έχει αρνητικές συνέπειες στον ψυχισμό των παιδιών, ενώ ο πατέρας μπαίνει στη διαδικασία να μειώσει ή και να μην καταβάλλει καθόλου τη διατροφή, έστω και αν γνωρίζει ότι δεν πρέπει να αλλάξουν οι συνθήκες διαβίωσης των τέκνων. Σε κάποιες περιπτώσεις παρατηρείται επίσης η  λεκτική ή και σωματική κακοποίηση των τέκνων, ως μοχλός πίεσης του έτερου γονέα με αποτέλεσμα να επιβαρύνεται περαιτέρω η ήδη τραυματισμένη ψυχική κατάσταση  των τέκνων. 
Ιδιαίτερη  έμφαση θα πρέπει να δοθεί σε περιπτώσεις ενδοοικογενειακής βίας η σωστή αντιμετώπιση, καθότι υφίσταται το νομικό οπλοστάσιο  για να δοθεί μια ουσιαστική λύση. Ήδη από το 2006, ο νομοθέτης υλοποιώντας τη συνταγματική υποχρέωση της πολιτείας για σεβασμό της αξίας του ανθρώπου και παροχή αυξημένης προστασίας στην οικογένεια, την παιδική ηλικία και τους υπερήλικες οργάνωσε το θεσμικό πλαίσιο για την ενδοοικογενειακή βία θεσμοθετώντας το Ν. 3500/2006, ο οποίος τροποποιήθηκε με τον πρόσφατο Ν. 4531/2018.
Στα άρθρα 11 με 14 προβλέπονται οι προϋποθέσεις, η διαδικασία καθώς και οι αστικές και ποινικές συνέπειες, σύμφωνα με το θεσμό. Προϋπόθεση για την έναρξη της διαδικασίας ποινικής διαμεσολάβησης είναι η υποβολή ανεπιφύλακτης δήλωσης εκ μέρους του προσώπου στο οποίο αποδίδεται η τέλεση του εγκλήματος, ότι είναι πρόθυμο σωρευτικά να υποσχεθεί ότι δεν θα τελέσει στο μέλλον οποιαδήποτε πράξη ενδοοικογενειακής βίας (λόγος τιμής) και ότι, σε περίπτωση συνοίκησης, δέχεται να μείνει εκτός οικογενειακής κατοικίας για εύλογο χρονικό διάστημα, εάν το προτείνει το θύμα. Ο δράστης θα παρακολουθήσει ειδικό συμβουλευτικό – θεραπευτικό πρόγραμμα για την αντιμετώπιση της ενδοοικογενειακής βίας σε δημόσιο φορέα, σε όποιον τόπο και για όσο χρονικό διάστημα κρίνεται τούτο αναγκαίο από τους αρμόδιους θεραπευτές. 
Ο στόχος της ποινικής διαμεσολάβησης είναι η κατά το δυνατόν επανόρθωση από τους δράστες της βλάβης που υπέστησαν τα θύματα, η συνειδητοποίηση των συνεπειών και του πόνου των αδικημάτων ενδοοικογενειακής βίας στα θύματα και η απεμπλοκή από την ποινική διαδικασία.
https://www.dikastiko.gr