Τι ακριβώς συμβαίνει στα Εξάρχεια: Τα ναρκωτικά, οι καταλήψεις, η εγκατάλειψη και τα συμφέροντα

Για άλλη μια φορά τα Εξάρχεια ήρθαν στο προσκήνιο της δημοσιότητας με αφορμή την επιχείρηση φιάσκο του Λιμενικού και μαζί όλες οι εύκολες καταγγελίες για την «ανομία» και το
«άβατο».
Απουσιάζει, όμως, μια σοβαρή προσέγγιση του ποια είναι η κατάσταση στη γειτονικά αυτή της Αθήνας, τα προβλήματα που υπάρχουν, το πώς αυτά έχουν επιδεινωθεί, αλλά και την υποκρισία με την οποία αντιμετωπίστηκε συχνά και από κυβερνήσεις και από κόμματα.

Μια συνοικία με μεγάλη ιστορία συγκρούσεων

Τα Εξάρχεια έχουν μεγάλη ιστορία συγκρούσεων και αντιπαραθέσεων. Αυτό οφείλεται στο ότι είναι μια συνοικία στο κέντρο της πόλης, με μεγάλο αριθμό πανεπιστημιακών κτιρίων, και ιστορικά συνδεδεμένη με τους φοιτητές και τη νεολαία.
Επόμενο ήταν συχνά ο απόηχος μεγάλων συγκρούσεων στο κέντρο της πόλης να φτάνουν στα στενά των Εξαρχείων. Άλλωστε, υπάρχει πολύ χαρακτηριστική ρυμοτομία που δεν επιτρέπει εύκολα «εισβολές». Δεν είναι τυχαίο ότι το Δεκέμβρη του 1944 οι βρετανικές δυνάμεις δυσκολεύτηκαν πολύ να καταλάβουν τη συγκεκριμένη γειτονιά. Ακόμη κανείς μπορεί να δει τα σημάδια στους τοίχους από τις τότε μάχες.
Αλλά και στη μεταπολίτευση τα Εξάρχεια ήταν πάντα ένας χώρος ζυμώσεων και αντιπαραθέσεων πολιτικών και ιδεολογικών αλλά και κατασταλτικών επιχειρήσεων. Στη δεκαετία του 1980 ιστορικές έμειναν οι διαβόητες «επιχειρήσεις αρετής» της αστυνομίας με επικεφαλής τον τότε Αστυνομικό Διευθυντή Αττικής και μετέπειτα αρχηγό της ΕΛΑΣ Νίκωνα Αρκουδέα (για τον οποίο θα ακουστεί κατ’ επαναληψη και το σύνθημα «Αλλαγή δεν γίνεται χωρίς τον Αρκουδέα»).
Όμως και αργότερα συχνά οι συγκρούσεις με την αστυνομία φοιτητών ή αναρχικών θα επεκτείνονται και στα στενά των Εξαρχείων. Αυτό οφειλόταν και στο ότι το ιστορικό συγκρότημα του ΕΜΠ ήταν και ο πιο εύκολα προσβάσιμος χώρος με πανεπιστημιακό άσυλο.
Την ίδια ώρα τα Εξάρχεια θα είναι πάντα και ένας χώρος διάδοσης ριζοσπαστικών ιδεών και μεγάλος αριθμός ακροαριστερών και αναρχικών συλλογικοτήτων θα έχουν εκεί τα γραφεία τους.
Το Δεκέμβριο του 2008 η δολοφονία από τον Κορκονέα του Αλέξανδρου Γρηγορόπουλου πυροδοτεί μια χωρίς προηγούμενο έκρηξη της νεολαίας. Τα Εξάρχεια βρίσκονται στο επίκεντρο αυτής της έκρηξης οργής και οι συγκρούσεις γύρω από το Πολυτεχνείο παίρνουν πολύ μεγάλες διαστάσεις.
Από το Δεκέμβρη του 2008 μετά και στο φόντο της βαθιάς οικονομική, κοινωνικής και πολιτικής κρίσης που θα οδηγήσει στα μνημόνια, αρχίζει και εμφανίζεται μια νέα διάσταση στο πώς αντιμετώπιζαν τη βία ορισμένα κομμάτια αναρχικών.
Είναι μια βία περισσότερο «μηδενιστική» που δεν διεκδικεί να συνδυαστεί με την οικοδόμηση «αντιθεσμών» ή «θετικών παραδειγμάτων» (π.χ. αυτοδιαχειριζόμενων στεκιών ή πάρκων όπως αυτό στη διασταύρωση της Χαρ. Τρικούπη και της Ναβαρίνου).
Αυτό δεν θα τροφοδοτήσει μόνο τη «νέα γενιά» ένοπλων οργανώσεων, αλλά και θα δώσει πολύ μεγαλύτερη έμφαση στις «καταδρομικές», στις μεγάλες συγκρούσεις, στα τελετουργικά «πεσίματα» στα γραφεία του ΠΑΣΟΚ ή το υπουργείο Πολιτισμού.
Αυτό θα συμπέσει και με την περίοδο των μεγάλων διαδηλώσεων κατά των μνημονίων όπου συχνά οι κινητοποιήσεις θα εξελίσσονται σε βίαιες συγκρούσεις με την αστυνομία.
Σταδιακά το «πάνω χέρι» θα πάρουν απόψεις της πιο μηδενιστικής βίας. Τότε θα υπάρξει και μια αλλαγή στην τελετουργία της σύγκρουσης. Αντί για το «παραδοσιακό» μοντέλο της σύγκρουσης στο τέλος της διαδήλωσης (που αντιστοιχούσε και σε μια παλιά άποψη ότι η πρόκληση απέναντι στους μηχανισμούς καταστολής ήταν και ένας τρόπος να «ριζοσπαστικοποιηθούν οι μάζες») τώρα άρχισε να προκρίνεται η λογική του «ταμπουρώματος» στα Εξάρχεια.
Αυτό πήρε τη μορφή της προετοιμασίας για τα σύγκρουση με συγκέντρωση υλικού, με προετοιμασία εξοπλισμού και με προετοιμασία οδοφραγμάτων για τις συγκρούσεις του βραδιού: στην επέτειο του Πολυτεχνείου, όπου σταδιακά ορισμένες τάσεις άρχισαν να μην πηγαίνουν στη διαδήλωση, στην επέτειο της δολοφονίας Γρηγορόπουλου και με άλλες αφορμές. Τότε είναι που κατά την περιγραφή επεισοδίων στα Εξάρχεια ένας τηλεοπτικός ρεπόρτερ θα χρησιμοποιήσει την ευφάνταστη και έκτοτε παροιμιώδη φράση «ιπτάμενοι αναρχικοί».
Σταδιακά αυτό άρχισε εκτός των άλλων να διαμορφώνει και την εικόνα του «άβατου», μια εικόνα την οποία ήθελε να προβάλει και ένα κομμάτι του αναρχικού χώρου που ήθελα να παρουσιάζει τα Εξάρχεια ως μια «απελευθερωμένη ζώνη».
Παράλληλα, εντάθηκε και άλλο ο «μύθος των Εξαρχείων» με αποτέλεσμα και μια σταθερή ροή «επαναστατικού τουρισμού», ενίοτε και με σημείο αναφοράς τη συμμετοχή ή παρακολούθηση συγκρούσεων.

Το πρόβλημα των ναρκωτικών

Το πρόβλημα των ναρκωτικών στα Εξάρχεια είναι αρκετά παλιό. Ταυτόχρονα, η περίοδος της οικονομικής κρίσης είχε ως αποτέλεσμα και την όξυνση τέτοιων κοινωνικών προβλημάτων.
Στα Εξάρχεια ήδη από την περασμένη δεκαετία ξεκίνησε μια κλιμάκωση του προβλήματος, κύρια μέσα από την επέκταση της διακίνησης και τμήματα της γειτονιάς που παραδοσιακά δεν είχαν τέτοια προβλήματα.
Αρκετοί κάτοικοι καταγγέλλουν ότι αυτό σε μεγάλο βαθμό είναι και ευθύνη και της αστυνομίας που στην προσπάθειά της να περιορίσει το πρόβλημα σε άλλες περιοχές άφησε ένα μέρος της διακίνησης να μετακινηθεί προς τα Εξάρχεια.
Ως αποτέλεσμα τμήματα της γειτονιάς που ήταν παραδοσιακοί χώροι κατοικίας (π.χ. η οδός Θεμιστοκλέους) ή χώροι αναψυχής (Λόφος Στρέφη) να αλλάξουν χαρακτήρα και η κατάσταση να είναι ιδιαίτερα προβληματική και για τους ίδιους τους κατοίκους.
Αυτό σημαίνει ότι στα Εξάρχεια τα τελευταία χρόνια άρχισαν να έρχονται και πιο παραδοσιακές μορφές εγκληματικότητας και αυτό που οι κάτοικοι θα ονομάσουν «μαφίες», αλλά και άλλες μορφές εγκληματικότητας (π.χ. βιασμοί). Γύρω από την παρουσία τους θα υπάρξουν μεγάλες αντιπαραθέσεις, ενώ ακόμη και αναρχικές ομάδες θα δοκιμάσουν να τις απωθήσουν με τρόπο «δυναμικό».

Καταλήψεις και «καταλήψεις»

Τα Εξάρχεια είχαν μια μακρά παράδοση καταλήψεων, αν και στην Ελλάδα είχαμε συγκριτικά μικρότερο αριθμό καταλήψεων από ό,τι άλλες ευρωπαϊκές χώρες. Ωστόσο αποτελούσαν κομμάτι της περιοχής, αφού συνήθως λειτουργούσαν σαν χώροι εκδηλώσεων και συζητήσεων.
Στην περίοδο της προσφυγικής κρίσης υπήρξε ένα κύμα καταλήψεων στέγης. Οι περισσότερες από αυτές είχαν σημαντική συνεισφορά ιδίως σε μια περίοδο όπου οι αρχές αδυνατούσαν να προσφέρουν στοιχειωδώς αξιοπρεπή στέγαση (ποιος θυμάται την άθλια κατάσταση στο λιμάνι του Πειραιά και στο Ελληνικό). Γι’ αυτό και οι βασικές καταλήψεις για στέγαση σε πρόσφυγες, όπως η κατάληψη της οδού Νοταρά  ή αυτή στο παλιό κτίριο του Ε΄ Γυμνασίου, είχαν και την αποδοχή και την υποστήριξη της γειτονιάς.
Όμως, τα σοβαρά ελλείμματα στην κυβερνητική πολιτική για το μεταναστευτικό και το προσφυγικό έφεραν και όλα τα σημάδια κοινωνικής παθογένειας που ακολουθούν την εξαθλίωση. Αυτό σήμαινε και μορφές παραβατικότητας μεγαλύτερης μέσα στη γειτονιά. Έτσι πλάι στις καταλήψεις στέγασης εμφανίστηκε και το φαινόμενο χώρων που λειτουργούσαν περισσότερο ως ορμητήρια.
Μάλιστα, θα υπάρξουν και διαφωνίες ακόμη και εντός του αναρχικού χώρου για το ποια πρέπει να είναι η στάση. Η μία άποψη τόνιζε ότι δεν μπορεί να υπάρχει ανοχή σε πρακτικές που παραπέμπουν σε παραβατικότητα και μαφίες, ενώ η άλλη επέμενε ότι αυτή η «παραβατικότητα» είναι ένα κοινωνικό θέμα και δεν μπορεί να αντιμετωπιστεί «κατασταλτικά».
Το αποτέλεσμα ήταν να εκμεταλλευτούν αυτή την κατάσταση αυτοί που κυρίως ενδιαφέρονται για εγκληματικές δραστηριότητες, με αποτέλεσμα καταστάσεις σαν κι αυτή που είδαμε με την επιχείρηση φιάσκο του λιμενικού.

Η εγκατάλειψη της γειτονιάς

Την ίδια στιγμή τα Εξάρχεια είναι μια γειτονιά που δεν υφίσταται μια συνθήκη υποβάθμισης. Η καθαριότητα είναι ελλιπής, σε μια γειτονιά που είναι πυκνοκατοικημένη και ταυτόχρονα δέχεται πλήθος επισκεπτών, οι σχολικές υποδομές έχουν ελλείψεις και οι ελεύθεροι χώροι υποβαθμίζονται, με πιο χαρακτηριστικό παράδειγμα το Λόφο του Στρέφη.
Γι’ αυτό και συχνά οι κάτοικοι διαμαρτύρονται ότι οι δημοτικές αρχές κάνουν συγκριτικά λίγα πράγματα για τη γειτονιά. Υποστηρίζουν μάλιστα ότι συχνά η «ιδιαιτερότητα» της γειτονιάς χρησιμοποιείται ως άλλοθι για να μη γίνονται αναγκαία έργα.
Δεν είναι τυχαίο ότι η μόνη προσθήκη ελεύθερου χώρου τις τελευταίες δεκαετίες έγινε με προσπάθεια και κόπο των κατοίκων: το αυτοδιαχειριζόμενο πάρκο της οδού Ναβαρίνου.

Τα συμφέροντα που έρχονται

Το παράδοξο των Εξαρχείων είναι τα ενοίκια που ακριβαίνουν σε μια γειτονιά που φαινομενικά είναι το «άβατο» και υποβαθμίζεται. Μάλιστα έχει υπολογιστεί το τελευταίο διάστημα η άνοδος των ενοικίων σε γειτονιές του κέντρου όπως τα Εξάρχεια φτάνει το 1,2 ευρώ το τετραγωνικό κατά μέσο όρο.
Η αιτία βρίσκεται στην αύξηση των βραχυχρόνιων μισθώσεων (airbnb κλπ) στην περιοχή. Μάλιστα, η ζήτηση στα Εξάρχεια δεν τροφοδοτείται μόνο από αυτούς που ψάχνουν ένα τέτοιο τουριστικό κατάλυμα στο κέντρο της Αθήνας γενικά, αλλά και από ένα κοινό που θέλει να πάει ειδικά στα Εξάρχεια και έχει την «εμπειρία» μια σύντομης διαμονής σε αυτή τη γειτονιά που έχει αποκτήσει και μια «εξωτική» διάσταση στο εξωτερικό.
Μόνο που αυτό απλώς μεγαλώνει τα προβλήματα των κατοίκων. Δεν είναι λίγοι εκείνοι που υποστηρίζουν ότι σήμερα οργανωμένα συμφέροντα του real estate εκμεταλλεύονται την αίσθηση υποβάθμισης που βιώνουν οι μόνιμοι κάτοικοι για να αποκτήσουν ακίνητα και να επενδύσου μετά στις βραχυχρόνιες μισθώσεις. Μόνο που το να φύγουν οι κάτοικοι να έρθουν οι τουρίστες δεν θα αντιμετωπίσει τα προβλήματα, αλλά μάλλον θα κάνει τα πράγματα χειρότερα.

Η λογική «νόμος και τάξη» και τα προβλήματά της

Εάν κοιτάξει κανείς δηλώσεις κομμάτων ή και τοποθετήσεις στα ΜΜΕ, θα πιστέψει ότι η λύση του προβλήματος είναι κατά βάση να έχουν τα Εξάρχεια μεγαλύτερη αστυνόμευση.
Βέβαια, η αλήθεια είναι ότι τα Εξάρχεια έχουν σε σχέση με άλλες γειτονιές πολύ μεγαλύτερη αστυνομική παρουσία. Κλούβες των ΜΑΤ υπάρχουν στα όρια της γειτονιάς, ομάδες ΟΠΚΕ σταθμεύουν  συχνά σε γωνίες και γενικά η αστυνομία δεν απουσιάζει. Όμως, είναι προσανατολισμένη στη φύλαξη «στόχων» ή στην πρόληψη επεισοδίων και όχι στην εμπέδωση ενός κλίματος ασφάλειας.
Όσοι γνωρίζουν τη γειτονιά υποστηρίζουν ότι αυτό που λείπει δεν είναι μια διμοιρία των ΜΑΤ στην Πλατεία Εξαρχείων, όσο  μια προσπάθεια να αντιμετωπιστούν οι κάθε λογής εγκληματικές και παραβατικές συμπεριφορές και παράλληλα να περιοριστούν οι «τελετουργικές» συγκρούσεις.
Όμως, αυτή η ουσιαστική συζήτηση δεν γίνεται. Αυτό φαίνεται και στο λόγο των περισσότερων κομμάτων της αντιπολίτευσης που απλώς κατηγορούν την κυβέρνηση ότι δεν στέλνει ακόμη περισσότερες αστυνομικές δυνάμεις στην περιοχή, όταν ξέρουν (μια που έχουν περάσει από θέσεις κυβερνητικής ευθύνης) ότι απαιτείται μια πολύ πιο σχεδιασμένη και μελετημένη προσέγγιση και όχι απλώς κάποιες «επιδείξεις δύναμης».

Η υποκρισία του ΣΥΡΙΖΑ

Η σημερινή κατάσταση στα Εξάρχεια προϋπήρχε του ΣΥΡΙΖΑ έστω και εάν έχει επιδεινωθεί το τελευταίο διάστημα.
Όμως, αυτό δεν απαλλάσσει την κυβέρνηση από τις ευθύνες της. Γιατί και στο συγκεκριμένο θέμα ο ΣΥΡΙΖΑ κινήθηκε με καιροσκοπισμό. Και αυτό γιατί την ώρα που γνωρίζει πολύ καλά το πρόβλημα δεν προσπαθεί να προτείνει ένα σχέδιο αντιμετώπισής του, προτιμώντας να συντηρεί την εικόνα του «δικαιωματισμού» και της κυβέρνησης που δεν επιλέγει την «καταστολή» την ώρα που το πρόβλημα διογκώνεται.
Μόνο που με αυτό τον τρόπο η τακτική της κυβέρνησης γίνεται πολύ επικίνδυνη.
Γιατί είναι μια τακτική που δεν αντιμετωπίζει το πρόβλημα, δεν βάζει τους κατοίκους συμμέτοχους σε μια προσπάθεια να κερδίσουν πίσω τη γειτονιά, δεν διαμορφώνει καν τη συσπείρωση όσων θέλουν τα Εξάρχεια ανυπότακτα αλλά όχι «παραβατικά», δεν αξιοποιεί τη διάθεση σύγκρουσης με τις κάθε λογής μαφίας και απλώς.
Το μόνο που κάνει η πολιτική της κυβέρνησης είναι να αφήνει το πρόβλημα να διογκώνεται, την οργή των κατοίκων να μεγαλώνει και φυσικά να προλειαίνει το έδαφος στις απόψεις που θεωρούν ότι η λύση είναι απλώς η καταστολή παραβλέποντας τις συνολικές διαστάσεις του προβλήματος.