Το κολομβιανό καρτέλ δολοφονεί στην Αθήνα

Ο Βέλγος Λουίτζι Βαντσέρι βρέθηκε νεκρός με διαμπερές τραύμα από όπλο στο κεφάλι. Τον 56χρονο βρήκαν πεσμένο μπρούμυτα μέσα σε μια λίμνη αίματος κάτοικοι της οδού Φανοσθένους
στον Νέο Κόσμο. Μερικά λεπτά νωρίτερα είχαν ακούσει ένα κρότο που έμοιαζε με πυροβολισμό και είχαν διακρίνει τις φιγούρες δύο ανδρών με σκούρα ρούχα να απομακρύνονται τρέχοντας προς την οδό Φραντζή. Ηταν 10 μ.μ. της 16ης Ιουνίου 2017.

Η υπόθεση ήταν αρχικά ένα δύσκολο σταυρόλεξο ακόμα και για τους έμπειρους ερευνητές του τμήματος Δίωξης Ανθρωποκτονιών της αστυνομίας. Ο Βαντσέρι ήταν άγνωστος στις ελληνικές διωκτικές αρχές και είχε έρθει στην Αθήνα μερικά εικοσιτετράωρα πριν από τη δολοφονία του. Εμενε στο ξενοδοχείο Astor στο Σύνταγμα και στο δωμάτιο 317 όπου είχε καταλύσει, οι αστυνομικοί δεν είχαν βρει κάτι ύποπτο. Χρειάστηκε να περάσουν σχεδόν δύο χρόνια μέχρι τα στελέχη του Ανθρωποκτονιών να εντοπίσουν τα ίχνη ενός από τους εμπλεκομένους. Πρόκειται για νεαρό Αλβανό, που με γραπτό μήνυμά του μέσω της εφαρμογής WhatsApp, φέρεται να είχε παρασύρει τον Βαντσέρι στο ραντεβού με τους δολοφόνους του. Συνελήφθη στις αρχές Φεβρουαρίου 2019 στην Κακαβιά. Προέκυψαν ακόμα ευρήματα που κατέτειναν στο εξής: Ο Βέλγος, με ανάμειξη σε υποθέσεις διακίνησης ναρκωτικών, υπήρξε στόχος του κολομβιανού καρτέλ, το οποίο επέλεξε την Αθήνα ως το ιδανικό σκηνικό για την εξόντωσή του.

Στο σημείο της δολοφονίας, οι αστυνομικοί είχαν βρει έναν κάλυκα από το όπλο των δραστών και τα δύο κινητά του 56χρονου Βέλγου. Προχώρησαν σε άρση απορρήτου στα τηλέφωνα του Βαντσέρι και ζήτησαν την ανάκληση του περιεχομένου των δύο συσκευών. Το πρώτο σκέλος της έρευνας ανέλαβε η Διεύθυνση Πληροφοριών της ΕΛ.ΑΣ. Στελέχη της υπηρεσίας διαπίστωσαν ότι κατά την παραμονή του στην Αθήνα, ο 56χρονος είχε πραγματοποιήσει κλήσεις προς τηλεφωνικούς αριθμούς στο Ηνωμένο Βασίλειο, στο Βέλγιο, στην Κολομβία και στην Ισπανία. Αντίστοιχα, την ανάκληση του περιεχομένου των συσκευών ανέλαβε η Διεύθυνση Δίωξης Ηλεκτρονικού Εγκλήματος. Στη μνήμη της εφαρμογής WhatsApp βρέθηκαν αποθηκευμένα γραπτά μηνύματα που ο Βαντσέρι είχε ανταλλάξει με άτομα που ήταν καταχωρισμένα στις επαφές με κωδικούς «αδελφός», «ξάδελφος» και «συγγενής».

Η καταδίκη στη Λιέγη

Δέκα μέρες πριν από το ταξίδι του στην Αθήνα, το δικαστήριο της Λιέγης είχε κρίνει ένοχο τον Βαντσέρι για συμμετοχή σε κύκλωμα που σχεδίαζε να μεταφέρει μεγάλες ποσότητες κοκαΐνης από τη Λατινική Αμερική στην Ευρώπη. Η υπόθεση είχε εξελιχθεί στις αρχές του 2014, όταν με τη συνδρομή ενός Ισπανού συνεργού του, ο δολοφονηθείς είχε ταξιδέψει στη Λατινική Αμερική με σκοπό να πραγματοποιήσει επαφές και συνεννοήσεις με μέλη του καρτέλ των ναρκωτικών. Παρότι το δικαστήριο τον είχε κρίνει ένοχο, έδωσε ανασταλτικό χαρακτήρα στην ποινή του και δέκα ημέρες μετά την ανακοίνωση της ετυμηγορίας, ο Βέλγος ταξίδεψε στην Αθήνα, με σκοπό –όπως προέκυψε– να συναντήσει εκπροσώπους της κολομβιανής «μαφίας».

Από τα αποθηκευμένα μηνύματα στα δύο κινητά του προέκυψε ότι ο Βέλγος συμμετείχε σε κύκλωμα που εισήγε κοκαΐνη από την Κολομβία, στην Ευρώπη, καθώς και ότι το διάστημα πριν από τη δολοφονία του είχε επικοινωνίες με ισχυρό στέλεχος του καρτέλ της Κολομβίας, στο οποίο όφειλε χρήματα.  Προκειμένου μάλιστα να τον υποχρεώσουν να αποπληρώσει το χρέος του, οι Λατινοαμερικανοί μεγαλέμποροι είχαν απαγάγει και κρατούσαν όμηρο ένα μέλος της ομάδας του Βαντσέρι, που αναφέρεται στις επικοινωνίες με το κωδικό «ξάδελφος». Για να αποπληρώσει το χρέος του προς τον Κολομβιανό μεγαλέμπορο (αναφέρεται ως «συγγενής»), ο Βέλγος στις απευθείας επικοινωνίες μαζί του είχε δεσμευθεί να καταβάλλει καθημερινά και για άγνωστο χρονικό διάστημα μεγάλο χρηματικό ποσό (500.000 πέσος). «Να με βοηθήσεις να μου επιστραφούν τα χρήματα εκεί, στην Κολομβία. Εχω μεγάλη δύναμη. Δεν μου αρέσει να μου παίρνουν ούτε ένα πέσο. Αυτός είναι ο νόμος μου» φέρεται να γράφει μέσω WhatsApp στον Βαντσέρι ο αρχηγός του καρτέλ.
Η αποπληρωμή ωστόσο καθυστερούσε... Υπό την πίεση των γεγονότων και συναισθανόμενος τον κίνδυνο που διέτρεχε, ο 56χρονος Βέλγος κατέβαλε προσπάθεια να πείσει τον συνομιλητή του ότι για το «μπέρδεμα» δεν ευθυνόταν ο ίδιος αλλά άτομο που αποκαλεί «ξάδελφο» και εμφανίστηκε πρόθυμος να ταξιδέψει στη Σαραγόσα προκειμένου να παραδώσει το οφειλόμενο ποσό. Σε παράλληλη επικοινωνία του, ζητούσε από άτομο που ήταν αποθηκευμένο στις επαφές του ως «Vla», να μεσολαβήσει προκειμένου να τον φέρει σε επαφή με δύο άτομα ονόματι «Tony» και «Vinny», που πιθανολογείται ότι ήταν εκπρόσωποι των Κολομβιανών ναρκεμπόρων και αναμένονταν στην Αθήνα. «Πού είναι ο Vinny τώρα;;;; Πότε θα έρθει εδώ;;;;» έγραφε ο Βαντσέρι στον συνομιλητή του λίγα εικοσιτετράωρα πριν βρεθεί νεκρός στον Νέο Κόσμο. Στις 9.30 το βράδυ της 16ης Ιουνίου, 30 λεπτά πριν από τη δολοφονία του δέχθηκε σε μήνυμα με αποστολέα τον «Vla» τη διεύθυνση του ραντεβού: Φανοσθένους 14, Νέος Κόσμος.
 
Τον εντόπισαν μέσω Facebook
Ο «Vla» χρησιμοποιούσε τηλεφωνική σύνδεση Αλβανίας και μάλιστα είχε συνδέσει το κινητό του τηλέφωνο με το προφίλ του στο Facebook. Ετσι, οι αστυνομικοί του Τμήματος Δίωξης Ανθρωποκτονιών δεν δυσκολεύτηκαν να ανακαλύψουν την ταυτότητά του. Μάλιστα, στο προφίλ του στο Facebook και στη σύνδεση στο WhatsApp εμφανιζόταν το ίδιο άτομο. Πρόκειται για 32χρονο υπήκοο Αλβανίας, ο οποίος συνελήφθη την 1η Φεβρουαρίου 2019 στον μεθοριακό σταθμό της Κακαβιάς. Από την έρευνα της ΕΛ.ΑΣ. προέκυψε μάλιστα ότι ο 32χρονος ταξίδευε στην Ελλάδα για διασκέδαση, καθώς φέρεται να δήλωσε στους αστυνομικούς ότι σκοπός της άφιξής του στη χώρα ήταν να επισκεφθεί δημοφιλή νυχτερινά κέντρα. Απολογούμενος στους αστυνομικούς της Ασφάλειας, αρνήθηκε ότι έχει οποιαδήποτε ανάμειξη στον φόνο του 56χρονου Βέλγου και ισχυρίστηκε ότι η μόνη του γνωριμία με τον Λουίτζι Βαντσέρι ήταν μέσω των κοινωνικών δικτύων. Απέφυγε να απαντήσει σε πιο συγκεκριμένες ερωτήσεις των αστυνομικών δηλώνοντας ότι «δεν θυμάται». Εις βάρος του ασκήθηκε δίωξη για απλή συνέργεια σε ανθρωποκτονία από πρόθεση και μετά την απολογία του οδηγήθηκε στη φυλακή. Οι υπόλοιποι εμπλεκόμενοι στην υπόθεση, ανάμεσα στους οποίους και οι φυσικοί αυτουργοί του φόνου του 56χρονου, παραμένουν άγνωστοι. 


ΓΙΑΝΝΗΣ ΣΟΥΛΙΩΤΗΣ

πηγή: kathimerini.gr