Προδημοσίευση: Ένοπλη πάλη μετά τον Δεκέμβρη του 2008

Μια δεκαετία μετά τα γεγονότα του Δεκέμβρη του 2008 κυκλοφορεί ένα νέο βιβλίο της καθηγήτριας εγκληματολογίας Αναστασίας Τσουκαλά για τις οργανώσεις ένοπλης πάλης. Το info-war.gr
παρουσιάζει ένα απόσπασμα του βιβλίου λίγες μέρες πριν από την κυκλοφορία του. 
Η ανάδειξη μιας νέας γενιάς ανταρτών πόλης από το 2008 και μετά στην Ελλάδα εγείρει πολλά ζητήματα σχετικά με τα γενεσιουργά αίτια και τους στόχους της ένοπλης πάλης στον 21o αιώνα.
Θεωρώντας ότι η έξωθεν ανάλυση αυτού του θέματος είναι επιστημονικά έωλη, η συγγραφέας αντιπαραθέτει δύο δημόσιους λόγους, διατυπωμένους α­ντίστοιχα σε προκηρύξεις ανάληψης ευθύνης και δημοσιεύματα στα ΜΜΕ, προκειμένου να διαφανούν οι διαδικασίες αυτοπροσδιορισμού και ετεροπροσδιορισμού της σύγχρονης ένοπλης πάλης.
Η ανάλυση των αντίστοιχων επικοινωνιακών στρατηγι­κών φέρνει στο φως πολλαπλές αντιθέσεις, άρρηκτα συν­δεδεμένες με τη διάρθρωση και λειτουργία του ελληνι­κού και διεθνούς πολιτικού πεδίου, οι οποίες τελικά αποδυναμώνουν τόσο τη δυναμική της επιδιωκόμενης ριζοσπαστικής αλλαγής όσο και την εμβέλεια του μηχανισμού προάσπισης του κρατούντος πολιτικού συστήματος.

Προδημοσίευση από το βιβλίο της Αναστασίας Τσουκαλά «Ένοπλη πάλη μετά τον Δεκέμβρη του 2008: Επικοινωνιακές στρατηγικές (απο)νομιμοποίησης», που κυκλοφορεί στις 2 Απριλίου από τις εκδόσεις Τόπος
Ενώ κατά τη διάρκεια της περιόδου 2009-2011, όπου ουσιαστικά διαμορφωνόταν ο ορισμός της νέας ένοπλης πάλης, η δημιουργία της εντύπωσης μιας αέναης διεύρυνσης της απειλής βασιζόταν πρωτίστως στην απονοηματοδότηση της ένοπλης δράσης και στην προβολή ενός ιδεολογικού και οργανωτικού συνεχούς μεταξύ διαφόρων γενεών ανταρτών πόλης, αυτές οι επικοινωνιακές στρατηγικές εμφανίζονται περιθωριοποιημένες κατά την περίοδο 2016-2017.
Οι φορείς του θεσμικού λόγου επικεντρώνονται στην ενίσχυση της νομιμοποίησης της αυστηρής καταστολής της ένοπλης πάλης, προβάλλοντας την εικόνα μιας πολύμορφης, πολυεπίπεδης και αενάως εκτατής απειλής. Η εδραίωση της εικόνας αυτής καλλιεργεί, με τη σειρά της, ένα διάχυτο αίσθημα ανασφάλειας που, όπως έχει παρατηρηθεί από πολλούς αναλυτές παρεμφερών περιπτώσεων, λειτουργεί σαν μέσο προώθησης και νομιμοποίησης ελευθεροκτόνων μορφών διακυβέρνησης, βασισμένων στην υποταγή των πολιτών μέσω του φόβου.
Η καλλιέργεια αυτού του φόβου επιτελεί δύο σημαντικές πολιτικές λειτουργίες. Κατ’ αρχάς, οι πολίτες τείνουν να αναθέσουν την προστασία της επαπειλούμενης ασφάλειάς τους στους εκπροσώπους του κατασταλτικού μηχανισμού, αποδεχόμενοι σαν αναγκαίο κακό τον περιορισμό, αν όχι τη θυσία, ορισμένων ελευθεριών τους. Η ανάθεση αυτή διευκολύνεται από την εκφορά ενός δημόσιου λόγου που, αναπαράγοντας τους κύριους άξονες του αντίστοιχου διεθνούς δημόσιου λόγου, μεταστρέφει τον φιλοσοφικό ορισμό της ελευθερίας ούτως ώστε αυτή να μη νοείται πλέον θετικά, ως ελευθερία ανάπτυξης της προσωπικότητας του ατόμου, αλλά αρνητικά, ως απελευθέρωση του ατόμου από το φόβο. Αντί να εγγυάται στους πολίτες την ελευθερία του σκέπτεσθαι και του σύννομου πράττειν, η πολιτική τάξη επιδιώκει να πετύχει μια όσο το δυνατόν ευρύτερη συναίνεση γύρω από τον περιορισμό των συνταγματικά κατοχυρωμένων ελευθεριών στο όνομα της απελευθέρωσης των πολιτών από την ανασφάλεια.
Όπως διαπιστώθηκε παραπάνω, στην ανάλυση του σχετικού διεθνούς δημόσιου λόγου, η περαιτέρω νομιμοποίηση αυτής της αρνητικά ορισμένης ελευθερίας βασίζεται σε μια μεταστροφή του πολιτικού ορισμού της προκειμένου αυτή να μη νοείται πλέον σαν μήτρα της δημοκρατίας, από την οποία απορρέουν και στην οποία καταλήγουν όλα τα δικαιώματα, αλλά σαν ένα μεταξύ πολλών ίσων προς αυτή δικαιωμάτων, έναντι των οποίων δύναται πλέον να συγκριθεί, να αντισταθμιστεί ή και να υποχωρήσει αν αυτό εμφανιστεί ως αναγκαίο από τους κυβερνώντες. Σε αυτή τη διπλή μεταστροφή του ορισμού της ελευθερίας εδράζεται η πολιτικά πρόσφορη επίκληση ενός νομικά ανύπαρκτου δικαιώματος των πολιτών στην ασφάλεια, η οποία νομιμοποιεί εκ των προτέρων, ή και εκ των υστέρων, την ενίσχυση του κατασταλτικού μηχανισμού.
Η επικέντρωση της προσοχής στην ανασφάλεια που απορρέει από διάφορες μορφές εγκληματικότητας και η υπόσχεση μιας αποτελεσματικής διαχείρισης των λόγων αυτής της ανασφάλειας επιτρέπουν περαιτέρω στην πολιτική τάξη να ικανοποιεί φαινομενικά τις ανάγκες των πολιτών και, κατ’ επέκταση, να ισχυροποιεί τη θέση της χωρίς να αναγκαστεί να επέμβει αποτελεσματικά στη διαχείριση των αιτίων άλλων σοβαρών μορφών ανασφάλειας –απόρροιας οικονομικών παραγόντων, περιβαλλοντικών ζητημάτων ή τεχνολογικών καινοτομιών– που ταλανίζουν τις κοινωνίες της μετανεωτερικότητας.
Στην περίπτωση της σύγχρονης ένοπλης πάλης, οι φορείς του θεσμικού λόγου επιδιώκουν την επίτευξη των σκοπών αυτών προστρέχοντας σε μια σειρά επικοινωνιακών πρακτικών. Από τη μια μεριά, οι προγενέστερες απóπειρες δημιουργίας ενός διάχυτου αισθήματος ανασφάλειας, βασισμένου στην εν δυνάμει ταύτιση του μέσου πολίτη με τα θύματα των ένοπλων οργανώσεων, εγκαταλείπονται εντελώς. Από την άλλη, η έννοια της απειλής δεν εντάσσεται σε ένα αφηρημένο εννοιολογικό και ιδεολογικό πλαίσιο, ως απόρροια πράξεων που κατ’ αρχήν δεν θίγουν την καθημερινή ζωή των πολιτών.
Αυτό που επιδιώκεται είναι η δημιουργία μιας νοερής γέφυρας μεταξύ της απόμακρης για τον μέσο πολίτη βίαιης ένοπλης δράσης και της χαμηλής εγκληματικότητας που εν δυνάμει άπτεται της ζωής του, ούτως ώστε να εδραιωθεί η άποψη ότι η ένοπλη πάλη συνιστά πολιτική αλλά και κοινωνική απειλή. Παράλληλα, δημιουργείται μια δεύτερη νοερή γέφυρα που συνδέει την εγκληματικότητα και την εν γένει ανομία με το χώρο του αναρχισμού, καταλήγοντας συνδυαστικά στο στιγματισμό ενός συγκεκριμένου πολιτικού χώρου ως μήτρας ανομίας, εγκληματικότητας και πολιτικής βίας.

Η Αναστασία Τσουκαλά είναι Αναπληρώτρια Καθηγήτρια Εγκληματολογίας στο Πανεπιστήμιο Paris Sud. Ασχολείται με τον σχεδιασμό και την εφαρμογή πολιτικών εσωτερικής ασφάλειας στην Ευρώπη, καθώς και με την κοινωνική κατασκευή της απειλής. Ερευνητικά πεδία: ένοπλη πάλη, μετανάστευση, οπαδική βία.
Το βιβλίο κυκλοφορεί από την Τρίτη 2 Απριλίου.

_