Αμνησία μετά τη διάπραξη εγκληματικής πράξης / Crime-related Amnesia

Της Αγγελικής Καρδαρά.



«Πίναμε όλο το βράδυ και γελούσαμε… Έφυγα με μια κοπέλα, αυτήν που σκότωσα… Με τα πόδια γυρίσαμε σπίτι, γιατί ήταν κοντά… Δεν θυμάμαι από κει και έπειτα τίποτα, κενό, σκοτάδι… Ήμουν μεθυσμένος… Ξύπνησα στα κρατητήρια να κλαίω και να χτυπιέμαι… Δεν θυμάμαι τίποτα… Τώρα; Τελείωσε η ζωή μου… Δεν λέω, θα πληρώσω. Απλά ζητάω μια δεύτερη ευκαιρία… Μια δεύτερη ευκαιρία, όταν βγω από δω… να ζήσω ήρεμα και μακριά από όλους…» (βλ. σχετικά “Ανθρωποκτονία από πρόθεση με μαχαίρι”).

«Δεν θυμάμαι τίποτα…»: η δήλωση του νεαρού εγκλείστου στο Ειδικό Κατάστημα Κράτησης Νέων Αυλώνα, ότι δεν θυμάται τη στιγμή που σκότωσε την κοπέλα, μας έδωσε το έναυσμα για περαιτέρω διερεύνηση ενός πολύ σοβαρού θέματος που αφορά την αμνησία μετά τη διάπραξη της εγκληματικής πράξης / crime-related amnesia.

Δηλώσεις στο δικαστήριο  για αμνησία μετά τη διάπραξη της εγκληματικής πράξης (crime-related amnesia) είναι συχνές, σε διεθνές επίπεδο, αν και τα αίτια καθώς και ο χρόνος επαναφοράς της μνήμης χρήζουν περαιτέρω διερεύνησης από την επιστημονική κοινότητα.

Θα παραπέμψω στο σημείο αυτό στην πολύκροτη υπόθεση Μονσελά που μας είχε απασχολήσει, ερευνητικά, τον Απρίλιο του 2017 στο άρθρο με τίτλο Δολοφόνος από οίκτο: πως μία ιδιότυπη φιλία οδήγησε σε ένα πρωτοφανές έγκλημα όπου ο Μονσελάς προέβη στη συγκλονιστική, κατά την άποψή μου, δήλωση στο δικαστήριο «Γνωρίζω ότι έχω πυροβολήσει, αλλά δεν γνωρίζω τη στιγμή που πυροβόλησα». Ο Μονσελάς υποστήριξε στο δικαστήριο ότι «δεν γνωρίζει» τη στιγμή που πυροβόλησε, δηλαδή ότι δεν θυμάται να πυροβολεί. Αυτό είναι ένα στοιχείο, το οποίο καταγράφεται στην εγκληματολογική έρευνα, κυρίως σε υποθέσεις ανθρωποκτονιών που έχουν μάλιστα διαπραχθεί με ιδιαίτερη βιαιότητα, όπου ο δράστης αδυνατεί να θυμηθεί τη σκηνή του φόνου, πιθανότητα (και όπως σήμερα θα εξετάσουμε) από το ισχυρό σοκ που δέχεται ο εγκέφαλος τη στιγμή κατά την οποία το άτομο περνάει στην πράξη-και διαπράττει το έγκλημα.

Είναι άξιο επισημάνσεως ότι στα διεθνή εγκληματολογικά χρονικά δράστες βίαιων εγκλημάτων/violent crime υποστηρίζουν με αρκετά μεγάλη συχνότητα ότι έχουν υποστεί ολική/total ή μερική/partial αμνησία σε σχέση με το έγκλημα που διέπραξαν. Στην ιατροδικαστική βιβλιογραφία μπορούμε να βρούμε πολλές αναφορές σε εγκληματίες που έχουν διεκδικήσει ολική ή μερική αμνησία για βίαια εγκλήματα, συμπεριλαμβανομένων ανθρωποκτονιών ή απόπειρας ανθρωποκτονίας. Ισχυρισμοί για απώλεια μνήμης σχετικά με το διαπραττόμενο έγκλημα έχουν αναφερθεί σε εκτιμώμενο εύρος 10 έως 70% των ανθρωποκτονιών. Η διαταραχή της μνήμης κατά την διάπραξη εγκλημάτων έχει επίσης αναφερθεί από δράστες ενδοοικογενειακής βίας αλλά και από δράστες σεξουαλικών εγκλημάτων.  

Κρίνεται όμως αναγκαίο να ξεκινήσουμε τη διερεύνησή μας με τον προσδιορισμό του όρου «αμνησία» ή αλλιώς «απώλεια μνήμης» και μετά να εξετάσουμε πώς δύναται να συσχετιστεί αυτή η κατάσταση με την εγκληματική πράξη. Η αμνησία είναι ο ευρύτερος όρος για να προσδιορίσει μια κατάσταση στην οποία η μνήμη (είτε πρόκειται για αποθηκευμένες μνήμες είτε για τη διαδικασία της δέσμευσης ενός στοιχείου στη μνήμη) διαταράσσεται ή χάνεται, σε πολύ μεγαλύτερο βαθμό από την απλή καθημερινή κατάσταση που βιώνουμε όλοι μας να ξεχάσουμε κάτι ή απλώς να είμαστε αφηρημένοι.

Η αμνησία μπορεί να προκύψει είτε από οργανικές ή νευρολογικές αιτίες (βλάβη του εγκεφάλου μέσω σωματικών τραυματισμών, νευρολογικής ασθένειας ή χρήσης ορισμένων φαρμάκων, κατάχρηση αλκοόλ και ναρκωτικών ουσιών) είτε από λειτουργικές ή ψυχογενείς αιτίες (ψυχολογικοί παράγοντες, όπως η ψυχική διαταραχή, το μετατραυματικό στρες, οι ψυχολογικοί αμυντικοί μηχανισμοί).

Όσον αφορά τώρα την απώλεια μνήμης που σχετίζεται με την εγκληματική πράξη, οι επιστήμονες διακρίνουν δύο μεγάλους τύπους αμνησίας που σχετίζεται με την εγκληματική πράξη: τη διασχιστική αμνησία/dissociative amnesia και την οργανική αμνησία/organic amnesia. (Ακολούθως, θα αναφερθούμε σε γενικές γραμμές, χωρίς να εμβαθύνουμε, και στους δύο τύπους).

Η διασχιστική αμνησία αναφέρεται στο φαινόμενο κατά το οποίο το άτομο αδυνατεί να θυμηθεί γεγονότα μετά από μία τραυματική εμπειρία που έχει βιώσει, ακόμα κι αν δεν εντοπίζεται νευρολογική αιτία που έχει οδηγήσει σε αυτή την απώλεια μνήμης. Βάσει μίας θεωρίας, τα άτομα υποφέρουν από διασχιστική αμνησία όταν μία ακραία συναισθηματική διέγερση ενεργοποιεί μία προσωρινή κατάσταση αμνησίας, κατά τη διάρκεια της οποίας το άτομο εκτελεί πράξεις που αυτός ή αυτή αποτυγχάνει να θυμηθεί αργότερα. Άλλοι μελετητές ισχυρίζονται ότι αυτό το ακραίο επίπεδο συναισθηματικής διέγερσης κατά το πέρασμα στην εγκληματική πράξη παρεμβαίνει αργότερα στην ανάκτηση της μνήμης. Αυτές οι θεωρίες υποστηρίζονται παράλληλα από κλινικά ευρήματα.

Ειδικότερα, μελέτες δείχνουν ότι οι ισχυρισμοί για διασχιστική αμνησία σχετίζονται με τη σοβαρότητα της εγκληματικής πράξης και πιο συγκεκριμένα με την εκτεταμένη βία. Οι συγκεκριμένες μελέτες έχουν τονίσει ότι το ακραίο συναισθηματικό στρες διαταράσσει το νευροενδοκρινικό σύστημα. Αυξημένα επίπεδα γλυκοκορτικοειδών, που προκαλούνται από στρεσογόνες καταστάσεις, έχει επίσης αποδειχθεί ότι αναστέλλουν την ανάκτηση της τραυματικής μνήμης, μειώνοντας τις δραστηριότητες του έσω κροταφικού λοβού. Αντίθετα, η οργανική αμνησία έχει άλλα αίτια και μπορεί να οφείλεται σε οργανικές δυσλειτουργίες (π.χ. εγκεφαλική κάκωση) ή σε δράσεις ουσιών (π.χ. φάρμακα, ναρκωτικά, αλκοόλ).

Είναι αξιοσημείωτο ότι ένας υψηλός αριθμός ατόμων – τόσο επαγγελματιών όσο και μη ειδικών – πιστεύει ότι οι δράστες μίας εγκληματικής πράξης δύναται να μην έχουν μνήμη του σοβαρού εγκλήματος που έχουν διαπράξει. Ο ερευνητής Magnussen και η ομάδα του ζήτησε από 1.000 Νορβηγοί τη γνώμη τους για το εάν οι ανθρωποκτόνοι που δήλωσαν στο ποινικό δικαστήριο ότι είχαν αμνησία για το αδίκημα τους έλεγαν την αλήθεια για την απώλεια της μνήμης τους. Το 39% των ερωτηθέντων παρατήρησε ότι τέτοιου είδους παραβάτες είναι ειλικρινείς σχετικά με το επεισόδιο απώλειας της μνήμης τους. Σε μια επαναληπτική έρευνα (follow-up research), οι Magnussen και Melinder ζήτησαν από 857 νορβηγούς εξουσιοδοτημένους ψυχολόγους, οι περισσότεροι από τους οποίους εργάζονταν στον τομέα της κλινικής ψυχολογίας, τη γνώμη τους σχετικά με αυτό το μείζον ζήτημα. Το 38% αυτού του δείγματος επαγγελματιών διατύπωσε την άποψη ότι οι ανθρωποκτόνοι που ισχυρίζονται ότι έχουν απώλεια μνήμης για την εγκληματική τους πράξη είναι ειλικρινείς για το κενό στη μνήμη τους. Σε πιο πρόσφατη έρευνά τους, οι Melinder και Magnussen ζήτησαν την άποψη από 117 ψυχίατρους και ψυχολόγους, οι οποίοι υπήρξαν ειδικοί μάρτυρες στα νορβηγικά δικαστήρια, εάν οι ανθρωποκτόνοι που αναφέρουν την αμνησία που σχετίζεται με το έγκλημα, λένε την αλήθεια για την απώλεια της μνήμης τους. Αυτή τη φορά, το 39% των ερωτηθέντων δήλωσε ότι τέτοιου είδους παραβάτες είναι ειλικρινείς σχετικά με την αμνησία τους. Λόγω του ότι όλες αυτές οι μελέτες διεξήχθησαν στη Νορβηγία, θα μπορούσε κανείς να υποστηρίξει ότι τα ευρήματα αυτά δεν μπορούν να γενικευθούν σε χώρες εκτός της Σκανδιναβίας. Ωστόσο, σύμφωνα με τους Lynn et al. η πεποίθηση ότι οι δράστες μίας εγκληματικής ενέργειας εμφανίζουν απώλεια μνήμης που σχετίζονται με το έγκλημα που έχουν διαπράξει φαίνεται να αφορά ένα παγκόσμιο φαινόμενο.

Επομένως, θα μπορούσαμε να ισχυριστούμε ότι το πέρασμα στην εγκληματική πράξη, ειδικά όταν το έγκλημα έχει διαπραχθεί με μεγάλη βιαιότητα, είναι ένα βίωμα που ακόμα και ο ίδιος ο εγκληματίας αδυνατεί να δεχτεί και να αποδεχτεί. Είναι τόσο συγκλονιστικό βίωμα, ώστε δύναται να ενεργοποιηθούν οι ψυχολογικοί μηχανισμοί άμυνας του οργανισμού και να οδηγήσουν το άτομο σε άρνηση ότι έφτασε σε αυτό το ακραίο σημείο αφαίρεσης της ανθρώπινης ζωής. Ενδεχομένως, το στοιχείο αυτό -εάν διερευνηθεί περαιτέρω ασφαλώς- μας δίνει μία ελπίδα ότι μέσω της ενίσχυσης της πρόληψης μπορούν να προληφθούν ακραίες εγκληματικές ενέργειες, κυρίως από νέους σε ηλικία ανθρώπους. Μέσω της διαχείρισης του θυμού τους, θα μπορέσουν στο μέλλον να ελέγξουν τις βίαιες εξάρσεις τους.

Ωστόσο, είναι εξαιρετικά σημαντικό να τονίσουμε ότι η απώλεια μνήμης δεν σημαίνει, αυτομάτως, ότι ο δράστης δεν είχε την ψυχική κατάσταση που απαιτείται για να αναλάβει την ποινική ευθύνη για το έγκλημα που διέπραξε. Η αδυναμία του να θυμηθεί τη στιγμή της εγκληματικής του πράξης δεν σημαίνει δηλαδή ότι ο κατηγορούμενος δεν είχε την πρόθεση να διαπράξει το έγκλημα. Αυτό είναι ένα πολύ σοβαρό στοιχείο για την ποινική δίκη που πρέπει να αναδείξουμε, ώστε να μη δημιουργηθεί παρανόηση ότι μία τέτοια δήλωση ισοδυναμεί με μη καταλογισμό της εγκληματικής πράξης.  

Η ψυχική κατάσταση του κατηγορούμενου κατά τη στιγμή του εγκλήματος είναι σημαντική για την απόδοση ποινικής ευθύνης (πλήρης καταλογισμός-μερικός καταλογισμός-ακαταλόγιστο), αλλά το ενδεχόμενο απώλειας μνήμης που λαμβάνει χώρα μετά το έγκλημα δεν έχει καμία επίδραση στη συμπεριφορά κατά τη διάπραξη του εγκλήματος.

Σε ποινικές δίκες που έχουν λάβει χώρα σε διεθνές επίπεδο, το τελικό συμπέρασμα που έχει εξαχθεί είναι ότι, αν και  η δήλωση των κατηγορουμένων για απώλεια μνήμης είναι σπανίως καθοριστική για την ενοχή ή την αθωότητά τους, ο δικαστής ή οι ένορκοι δύναται να εξετάσουν αυτή την παράμετρο κατά την επιμέτρηση της ποινής, όταν αποφασίζουν δηλαδή για την ποινή που θα επιβληθεί στον κατηγορούμενο για το συγκεκριμένο  έγκλημα.

Συνοψίζοντας, η εξασθένηση της μνήμης για εγκλήματα/memory impairment for crimes συνιστά σίγουρα ένα αμφιλεγόμενο ζήτημα που λαμβάνει σοβαρές ιατρικές και νομικές διαστάσεις. Η διαμάχη γύρω από την αμνησία που σχετίζεται με το έγκλημα πηγάζει εν μέρει από την  πιθανότητα «κατασκευής» της απώλειας μνήμης, με άλλα λόγια από την πιθανότητα να προσποιηθεί ο δράστης ότι έχει απώλεια μνήμης. Αναμφίβολα, κάποιοι δράστες προσποιούνται αμνησία για τα εγκλήματά τους. Ωστόσο, το στοιχείο που υπογραμμίζουν οι επιστήμονες είναι ότι η γνήσια αμνησία για εγκλήματα/genuine amnesia for crimes  παρατηρείται συχνά στην κλινική πρακτική, είτε οφείλεται σε διασπαστική/διασχιστική κατάσταση/dissociative state, σε ψυχωσικό επεισόδιο, είτε σε οργανικά αίτια. Κατά την προσκόμιση στο δικαστήριο αποδεικτικών στοιχείων που στηρίζουν την εγκυρότητα των αξιώσεων περί αμνησίας, είναι σαφές ότι το επόμενο σημαντικό βήμα είναι ο προσδιορισμός του τρόπου διάκρισης μεταξύ γνήσιας αμνησίας, ανεξαρτήτως αιτίας, και προσποιούμενης αμνησίας σε περιπτώσεις που εγείρουν έναν δείκτη υποψίας. Σε κάθε περίπτωση, πάντως, ακόμα κι αν το άτομο έχει μερική ή ολική απώλεια μνήμης για τη στιγμή που εγκλήματος θα τιμωρηθεί για την πράξη του, όπως άλλωστε διαπιστώσαμε και στις προαναφερθείσες περιπτώσεις.

Μελέτη Περίπτωση/Case Study: Τον Ιανουάριο του 2015, μία γυναίκα από την Μασαχουσέτη των Ηνωμένων Πολιτειών, έχοντας εκτίσει 24 χρόνια ποινή φυλάκισης για τη δολοφονία της δίχρονης κόρης της τον Αύγουστο του 1988, ζητά την ελευθερία της, υποστηρίζοντας ότι δεν έχει μνήμη της εγκληματικής της πράξης και δηλώνοντας εμφατικά ότι το να μη θυμάται είναι για εκείνη βασανιστήριο/ not remembering is torture to me. 

Στις 15 Αυγούστου του 1988, η γυναίκα, σε ηλικία 20 ετών, φέρεται να στραγγάλισε και να έπνιξε τη δίχρονη κόρη της Sarah, μετά από μια νύχτα υπερβολικής κατανάλωσης αλκοόλ με φίλους, σύμφωνα με έγγραφα που προσκομίστηκαν στο δικαστήριο.

Η γυναίκα υποστήριζε ότι δεν θυμόταν απολύτως τίποτα και όταν ξύπνησε το επόμενο πρωί βρήκε την κόρη της μελανιασμένη, να μην ανταποκρίνεται καθόλου, δεμένη σε ένα καθισματάκι αυτοκινήτου στο πάτωμα του καθιστικού. Στη νεαρή αυτή μητέρα έγινε τότε μια πρόταση: να δηλώσει ένοχη για ανθρωποκτονία και να εκτίσει λιγότερα από εννέα χρόνια στη φυλακή. Εκείνη όμως επέλεξε να δικαστεί. Οι ένορκοι αποφάνθηκαν ότι ήταν ένοχη για φόνο πρώτου βαθμού (first-degree murder) και την καταδίκασαν σε ποινή ισόβιας κάθειρξης χωρίς τη δυνατότητα αποφυλάκισης (life sentence without parole).

24 χρόνια μετά, όμως, της δόθηκε η σπάνια ευκαιρία να απευθυνθεί στο Γνωμοδοτικό Συμβούλιο Χάριτος/ Advisory Board of Pardons της Μασαχουσέτης (commutation hearing for a first degree murder case, a very rare occurrence) και να πείσει ότι είναι ικανή να αποφυλακιστεί. Στην ακρόαση της 29ης Δεκεμβρίου του 2015, ζήτησε επομένως κάτι πολύ σπάνιο: μετατροπή της ποινής (commutation of the sentence), ώστε να αποφυλακιστεί. Μίλησε για τη δολοφονία της κόρης της και υποστήριξε ότι δεν θυμάται να διαπράττει το έγκλημα, παρόλο που αρχικά, στη δίκη του 1989, είχε αρνηθεί ότι την είχε σκοτώσει.

«Ντρέπομαι για τον εαυτό μου. Είμαι αηδιασμένη με τον εαυτό μου» υποστήριξε κατά την ακρόαση και εξέφρασε την αγάπη της για την κόρη της, δηλώνοντας χαρακτηριστικά:

‘I am ashamed of myself. I am disgusted with myself’

‘I loved Sarah. She was the only thing in the whole world that was mine’

Κατά τη διάρκεια της ακρόασης – η οποία είχε πολλούς υποστηρικτές, συμπεριλαμβανομένων συγγενών και ενός ιερέα, η γυναίκα διάβασε δυνατά  μια επιστολή απευθυνόμενη στη νεκρή κόρη της:

“Εξαιτίας των ενεργειών μου, δεν θα κάνεις ποτέ άλλα γενέθλια, δεν θα συναντήσεις τον αδελφό σου και δεν θα γνωρίσεις τα ανίψια σου, ούτε θα αισθανθείς τον άνεμο ή τον ήλιο στο πρόσωπό σου. Δεν ήταν ποτέ δικό σου λάθος. Ήσουν όμορφη, αθώα και άξιζες πολλά περισσότερα. Σε αγάπησα πραγματικά”.

Οι δικηγόροι της περιέγραψαν την ποινή της ως ασυνήθιστα μεγάλη και στήριξαν το επιχείρημά τους στο ότι οι γονείς που σκοτώνουν τα παιδιά τους αντιμετωπίζουν συχνότερα κατηγορίες ανθρωποκτονίας (manslaughter charges) και όχι δολοφονίας πρώτου βαθμού (first-degree murder) [-όπως ορίζονται αυτές οι διαφορές στο αγγλοσαξονικό δίκαιο-] με αποτέλεσμα να τους επιβάλλονται μικρότερες ποινές.

Αναφέρθηκε, επίσης, ότι οι ποινές ισόβιας κάθειρξης για τις γυναίκες είναι ακόμα πιο σπάνιες: Από τους 1.030 κρατούμενους που εκτίουν ποινές ισόβιας κάθειρξης χωρίς δυνατότητα αποφυλάκισης στη Μασαχουσέτη, μόνο οι 26 είναι γυναίκες.

Στην αίτηση που υπέβαλε στο Συμβούλιο και στην απολογία της κατά την ακρόαση, έγινε εκτενή αναφορά στα σκληρά παιδικά, εφηβικά και αργότερα νεανικά της χρόνια. Ήταν κόρη αλκοολικών και μόλις 18 ετών όταν έφερε στον κόσμο την Sarah. Ο πατέρας του παιδιού, τον οποίο παντρεύτηκε, ήταν έμπορος ναρκωτικών και εξέτιε ποινή φυλάκισης. Ζούσε μαζί με την κόρη της σε ένα μολυσμένο από ψύλλους διαμέρισμα στο Cambridge, τον Αύγουστο του 1988. Τη νύχτα της 14ης Αυγούστου, βγήκε για ποτό με φίλους, έχοντας μαζί της το παιδί της. Κατανάλωσε εννέα έως δέκα μπύρες, σύμφωνα με έγγραφα που προσκομίστηκαν στο δικαστήριο. Στις 5:30 π.μ. διαπίστωσε ότι η κόρη της δεν αναπνέει και κάλεσε τους γονείς του συζύγου της για βοήθεια. Ήταν ακόμα μεθυσμένη, σύμφωνα με την αναφορά που προσκομίστηκε στο δικαστήριο. Ο ιατροδικαστής κατέληξε στο συμπέρασμα ότι το παιδί είχε στραγγαλιστεί και όργανο του εγκλήματος ήταν ένα στερεοφωνικό καλώδιο ή σύρμα. Επίσης, διαπίστωσε ότι το δίχρονο κοριτσάκι είχε υποστεί πνιγμό με μαξιλάρι ή με το χέρι κάποιου. Στη δίκη, οι εισαγγελείς υποστήριξαν ότι σκότωσε την κόρη της επειδή φοβόταν ότι το παιδί θα έλεγε στον σύζυγο της ότι την είδε με άλλο άντρα. Η ίδια  αρνήθηκε ότι αυτό ήταν το κίνητρό της και μάλιστα απέρριψε  την πρόταση να δηλώσει ένοχη, γιατί, όπως υποστήριξε, δεν μπορούσε να πιστέψει ότι ήταν ικανή να σκοτώσει το δικό της παιδί. Αξιοσημείωτο όμως ότι, 24 χρόνια αργότερα, υποστήριξε ότι θεωρεί τελικά πως εκείνη σκότωσε την κόρη της, αν και εξακολουθεί να μη θυμάται τη στιγμή της εγκληματικής πράξης.  

“Δεν υπάρχει άλλη εξήγηση”, δήλωσε. “Πιστεύω ότι την σκότωσα”.  

Σύμφωνα με την έκθεση που υπέβαλε ψυχίατρος που την εξέτασε, η γυναίκα ήταν συγκλονισμένη από την ευθύνη της φροντίδας ενός μικρού παιδιού, βίωνε πιθανώς άρνηση μετά από βαριά χρήση κοκαΐνης και ανησυχούσε για τον κακοποιητικό της σύζυγο που θα έβγαινε από τη φυλακή.  Όλοι αυτοί οι παράγοντες, σε συνδυασμό με την κατάχρηση αλκοόλ εκείνη τη νύχτα, ενδεχομένως την έκαναν να «σπάσει» ψυχολογικά και να οδηγηθεί στην ειδεχθή πράξη.

Η απώλεια της μνήμης της θα μπορούσε να προκληθεί από την κατάχρηση ουσιών, τη βαριά χρήση συνταγογραφούμενων φαρμάκων που της χορηγήθηκαν για να αντιμετωπίσει τον θάνατο της κόρης της, τη μετατραυματική αγχώδη διαταραχή, αλλά και την άρνησή της. Άξιο επισημάνσεως ότι αμέσως μετά τον θάνατο της Sarah, έμεινε έγκυος ξανά και έδωσε το παιδί για υιοθεσία. Τέλος, να σημειωθεί ότι είχε ζητήσει να κάνει τον ορό της αλήθειας, να υποβληθεί σε ύπνωση ή στο τεστ του ανιχνευτή ψεύδους για να μάθει τι ακριβώς συνέβη στη νύχτα του θανάτου της κόρης της.

Οι μάρτυρες που κατέθεσαν υπέρ της στην ακρόαση την χαρακτήρισαν ως μια ήσυχη, αξιοσέβαστη γυναίκα που, κατά τη διάρκεια έκτισης της ποινής της, έχει αφιερωθεί στα σκυλιά υπηρεσίας που εκπαιδεύει. Ο πατέρας της Sarah, επίσης,  υπέγραψε ένορκη δήλωση υποστηρίζοντας την απελευθέρωση της. Αλλά μια θεία του παιδιού μίλησε με αρνητικά λόγια για εκείνην, όπως και ένας εισαγγελέας. Η βοηθός εισαγγελέα από το γραφείο του εισαγγελέα του Middlesex δήλωσε στο Συμβούλιο ότι της άξιζε να πεθάνει στη φυλακή.

“Μερικές φορές το έγκλημα είναι τόσο εξωφρενικό και τόσο σκανδαλώδες που η τιμωρία της ισόβιας κάθειρξης χωρίς δυνατότητα αποφυλάκισης πρέπει να επιβληθεί”.

Δεν έχουμε στοιχεία για την κατάληξη της συγκεκριμένης υπόθεσης, αν και όπως είχαν υποστηρίξει και οι δικηγόροι θα ήταν εξαιρετικά δύσκολο να γίνει δεκτό το αίτημά της. Ασφαλώς, πρόκειται για ένα ειδεχθές έγκλημα που αφορά την αφαίρεση μίας αθώας ψυχής, με τον πιο φρικτό τρόπο. Έναν σύντομο σχολιασμό που θα ήθελα να κάνω στο σημείο αυτό είναι ότι -για πολλοστή φορά που αναλύουμε υποθέσεις πολύ σοβαρού εγκληματολογικού ενδιαφέροντος- διαπιστώνουμε την επίδραση των σκληρών παιδικών και εφηβικών χρόνων στην ψυχοσύνθεση του ατόμου, τις συνθήκες διαβίωσης σε ακατάλληλα για ένα παιδί περιβάλλοντα, τη χρήση ουσιών και κατάχρηση αλκοόλ, την έλλειψη κοινωνικής μέριμνας, την εμπλοκή με τον ποινικό νόμο σε πολύ νεαρές ηλικίες, την έλλειψη μόρφωσης και παιδείας και καταλήγουμε -για μία φορά ακόμα- στην επιτακτική ανάγκη ολιστικής προσέγγισης της νεανικής παραβατικότητας, με ενίσχυση της πρόληψης και της έγκαιρης παρέμβασης.  

Συνοψίζοντας, η απώλεια μνήμης που σχετίζεται με την εγκληματική πράξη συνιστά  ένα πολύ σοβαρό ζήτημα που λαμβάνει καίριες διαστάσεις και προεκτάσεις και αξίζει, σε εθνικό επίπεδο, να διερευνηθεί βαθύτερα.

Πηγές άντλησης στοιχείων (ανακτήθηκαν στις 25-2-2019)








Φωτογραφία ανάρτησης: Lina Velasquez @flickr.




πηγή: postmodern.gr
_