Σκέψεις ενός Αστυνομικού για τις αλλαγές στον Ποινικό Κώδικα

«Είμαι Αστυνομικός και υπηρετώ …….». Για όποιον έχει υπηρετήσει έστω και μία μέρα σε μάχιμη Υπηρεσία, γνωρίζει την παραπάνω φράση και ποια δικονομική Έκθεση ξεκινάει με αυτή. Μία φράση
που αποτυπώνει με απόλυτη ακρίβεια την αποστολή μας και συγκεκριμενοποιεί το ρόλο μας στην καθημερινή μάχη κατά του εγκλήματος. Πόσοι από εμάς έχουν χρησιμοποιήσει αυτή τη φράση ξεκινώντας να καταθέσουμε για κάποιο αδίκημα όσο βαρύ ή ελαφρύ ήταν αυτό και να εναποθέσουμε πλέον τον κατηγορούμενο στην κρίση της Δικαιοσύνης και των οργάνων της. Να το καταλάβουμε καλύτερα. Αυτός που καταθέτει, δεν δικάζει, δεν κρίνει, παρά μόνο περιγράφει περιστατικά.  Η Δικαιοσύνη πλέον, και μόνο αυτή, έχει το λόγο.
Ας φανταστούμε λοιπόν, για όσους δεν το έχουν ζήσει, τον Συνάδελφο, που βρισκόμενος πίσω από μία ασπίδα, φορώντας ένα κράνος που ζυγίζει 5Kg, εξοπλισμό που ζυγίζει επιπλέον 25Kg, στέκεται ακίνητος γιατί η Πολιτεία τον διέταξε να το κάνει, και προσπαθεί να διαφυλάξει την έννομη τάξη, αυτήν τουλάχιστον που επαιρόμαστε ότι πρέπει να χαρακτηρίζει μία οργανωμένη κοινωνία. Απέναντί του αντιμετωπίζει ανθρώπους που χρησιμοποιώντας και εκμεταλλευόμενοι το Δημοκρατικό τους δικαίωμα να διαμαρτύρονται για το οτιδήποτε (έχουμε δει πορεία με επεισόδια για απελευθέρωση αναρχικού στην Μποτσουάνα), σπάνε και καταστρέφουν τα πάντα. Από το ψιλικατζίδικο του Μπάρμπα Νίκου που προσπαθεί να ταΐσει 4 παιδιά μέχρι το πολυτελές αυτοκίνητο του χ μεγαλογιατρού ή μεγαλοδικηγόρου (αλήθεια με ποιο δικαίωμα;). Ταυτόχρονα, εννοείται, έχουν εκτοξεύσει κάθε είδους αντικείμενο εναντίον του. Πέτρες, μάρμαρα, καδρόνια (ξέρετε αυτά τα στειλιάρια που και καλά τα έχουν για τις σημαίες τους), σακούλες με περιττώματα, φωτοβολίδες σε ευθεία βολή και μολότοφ. Το σήμα κατατεθέν τους. Τις οποίες βέβαια έχουν βελτιώσει τόσο θεαματικά που μόνο ως ναπάλμ θα μπορούσαν να χαρακτηριστούν. Φυσικά δεν έχει λείψει κάθε ευφάνταστη φράση ή έκφραση για τα παιδιά του, τα κόκκαλα της μάνας του, την γυναίκα του και ευχές για την υγεία του (ο καρκίνος είναι πρώτος σε προτιμήσεις).
Ο Συνάδελφος όμως στέκεται. Μία, δύο, τρείς… δεκατρείς ώρες. Πεινάει, διψάει, έχει ιδρώσει και στεγνώσει πόσες φορές. Έχει δει τους Συναδέλφους του με το σαγόνι σπασμένο από μάρμαρο, καμένους στο πρόσωπο και στα χέρια από μολότοφ, με τα χέρια σπασμένα από τα στειλιάρια. Και μέσα του βράζει. Δώσε μου την εντολή να τους πιάσω. Η εντολή όμως δεν έρχεται. Και αυτός να μένει εκεί. Να πηγαίνει αντίθετα στο αρχέγονο ένστικτο επιβίωσης- πάλεψε ή φύγε-. Και το χειρότερο από όλα ξέρει ότι και αύριο τα ίδια και τα ίδια και τα ίδια.
Και η εντολή έρχεται. Προβείτε σε συλλήψεις. Τρέχει με όλο αυτόν τον φόρτο υλικού, μετά από τόσες ώρες ορθοστασίας αποφεύγοντας την βροχή των αντικειμένων και φυσικά των μολότοφ. Το σήμα κατατεθέν. Και τον πιάνει τον μπαχαλάκια. Είναι ο ίδιος που του έβριζε την μάνα, που ευχόταν να πεθάνουν τα παιδιά του και η γυναίκα του. Που ήταν με όλους τους άλλους που έστειλαν στο Νοσοκομείο τους Συναδέλφους του. Στην τσάντα του έχει καμιά δεκαριά μολότοφ. Το σήμα κατατεθέν. Όμως ο νόμος του απαγορεύει να τον δικάσει ο ίδιος. Και αυτός απλά θα του περάσει χειροπέδες και θα πάει να καταθέσει. «Είμαι Αστυνομικός και υπηρετώ…»
Στο Δικαστήριο- το μόνο μέρος που μπορεί να ικανοποιήσει εν μέρει την οργή του- ακούει την ποινή και δεν πιστεύει στα αυτιά του. Η μολότοφ- το σήμα κατατεθέν- έγινε πλημμέλημα. Η ποινή είναι με αναστολή. Και ο μπαχαλάκιας με την παρέα του φεύγει κοιτώντας τον προκλητικά και του φωνάζει «ξέρω που μένεις, θα τα πούμε».
Την επόμενη μέρα στέκεται ακίνητος, με τα 5Kg κράνος και τα 25Kg υλικού, πεινασμένος, διψασμένος, κουρασμένος. Απέναντί του βρίσκονται για άλλη μια φορά οι ίδιοι μπαχαλάκηδες. Σπάνε, καίνε, τραυματίζουν γιατί ξέρουν ότι θα μείνουν ατιμώρητοι. Διαμαρτύρονται για την σύλληψη αναρχικών στην Αλάσκα. Ανάμεσα τους και ο χθεσινός που συνέλαβε. Τα ίδια και τα ίδια και τα ίδια.

Γιάννης ΚΑΡΑΒΟΥΛΙΑΣ
Μέλος Δ.Σ. Ε.ΑΣ.Υ Καρδίτσας
Αντιπρόσωπος στην Π.Ο.ΑΣ.Υ
Μέλος ΕΚΑ Καρδίτσας


_